Γιαννης (STAY_ALIVE) έγραψε: ... συνεπώς το δικό σου δεν είναι αυτό που λέμε ψαρόβαρκα …
Μεταφράζοντας αυθαίρετα αυτή σου τη φράση Γιάννη, την ερμηνεύω ως μια εύλογη απορία σου για το πώς εγώ κατέληξα σε μια τέτοια επιλογή. Επειδή δεν κουράζομαι να γράφω και να εξηγώ, θα στο αναλύσω και αυτό, γιατί ίσως και κάποιος άλλος διαβάζοντάς μας να βοηθηθεί στις θαλάσσιες δραστηριότητές του, που είναι άλλωστε και το σταθερά ζητούμενο.
Και βέβαια η βάρκα μου δεν είναι ψαρόβαρκα, αλλά όπως σου έγραψα και σε προηγούμενη ανάρτησή μου είναι μια μικρογραφία ιστιοφόρου και μάλιστα για να δώσουμε τον σωστό ορισμό του, είναι: «ένα μικρού μεγέθους (μόλις 6 μ.) ιστιοφόρο ανοιχτής θαλάσσης», γιατί παρά το μικρό του μήκος έχει δυσανάλογα μεγάλο βάρος και πολύ χαμηλό κέντρο βάρους λόγω των δυο πολύ βαριών καρίνων που διαθέτει.
Αν και το γιατί κατέληξα σε αυτό, το έχω απαντήσει με εκτεταμένες αναλύσεις και στα σχετικά κείμενα των βιβλίων μου που αφορούν την σωστή επιλογή σκάφους, αλλά και σε αποσπασματικά κείμενα σε συζητήσεις που έχουν γίνει εδώ, θα προσπαθήσω εδώ να στα συνοψίσω.
Η άποψή μου για το θέμα αυτό είναι ότι η επιλογή του σκάφους είναι σωστή μόνο όταν έχουμε προηγουμένως αποφασίσει οριστικά για το τι θέλουμε να κάνουμε στη θάλασσα και όχι το ανάποδο. Δυστυχώς το πράγμα δεν συμβαίνει πάντα έτσι γιατί για να μάθεις τι θέλεις να κάνεις στη θάλασσα πρέπει αναγκαστικά να κάνεις πρώτα μερικές «βόλτες» σ’ αυτήν με κάποιο σκάφος. Έτσι η πρώτη σου επιλογή θα γίνει αναγκαστικά «σχεδόν τυχαία» και μπορεί να θεωρηθεί ως διερευνητική της επόμενης, η οποία όμως οφείλει να είναι και η οριστική για να μην ξοδεύεις άσκοπα λεφτά, εκτός αν είσαι παραλής οπότε μπορείς να αγοράζεις ... διαφορετικό σκάφος κάθε φορά που πηγαίνεις για ψάρεμα.
Αυτές οι «διερευνητικές βόλτες» για μένα έγιναν στην προ ενηλικίωσής μου εποχή, όπου ψάρευα συστηματικά αποκλειστικά συρτή βυθού για σφυρίδες στην πατρίδα μου το Ναύπλιο. Για τα ψαρέματα αυτά πέρασαν από τα χέρια της οικογένειας (και επομένως και τα δικά μου) τρεις βάρκες κατά σειρά:
- Μια μικρή παπαδίστα 3,5 μέτρων.
- Μια γαΐτα 5,5 μέτρων.
- Ένα τρεχαντήρι 6 μέτρων.
Όλα ξύλινα φυσικά, αφού την εποχή εκείνη δεν είχε ακόμη εφευρεθεί το πλαστικό.
Από την ενηλικίωσή μου και μετά πέρασαν από τα χέρια μου άλλες τρεις βάρκες:
- Μια παπαδιά 4,30 μέτρων, την οποία κατασκεύασα εξ ολοκλήρου με τα χέρια μου.
- Μια σχεδόν ίδια πλαστική.
- Η σημερινή μου βάρκα.
Όλα αυτά σκάφη κινούνταν με εσωλέμβιες μηχανές, παρά το ότι μερικά από αυτά θα μπορούσαν άνετα να κινηθούν και με εξωλέμβιες.
Ο λόγος είναι ότι από τα ψαρέματα που στο μεταξύ έμαθα το μόνο που μου «έμεινε», εκτός από τη συρτή βυθού και τις διάφορες συρτές αφρού, ήταν τα παραγάδια όλων των ειδών.
Αργότερα, μετά το 2000, άρχισα να ψαρεύω και με τις τεχνικές της ζόκας και μολύβι φύλακα.
Αφού λοιπόν σου περιέγραψα το ... «μικρό» μου ψαρευτικό βιογραφικό, τώρα θα μπορέσω να σου εξηγήσω γιατί η τελική μου επιλογή ήταν αυτό το μικρό ιστιοφόρο που θα παραμείνει και η τελευταία μου όπως έχω αποφασίσει.
Όλα τα ψαρέματα που ανέφερα πιο πάνω γνωρίζεις και εσύ ότι για να εκτελεστούν χρειάζονται απαραίτητα τις εξής προϋποθέσεις:
- Η συρτή βυθού χρειάζεται απόλυτη σταθερότητα στην ταχύτητα του σκάφους (3 μίλια) αλλιώς η μπάλα χάνεται καθώς και πολλές ώρες λειτουργίας της μηχανής (δηλαδή πολλά έξοδα αν πρόκειται για εξωλέμβια).
- Το παραγάδι αν προσπαθήσεις να το ψαρέψεις με εξωλέμβια μηχανή θα χρειαστείς οπωσδήποτε και βοηθό στη βάρκα. Ο μόνος τρόπος να το κάνεις μόνος σου είναι να διαθέτεις σκάφος βαρύ και με εσωλέμβια μηχανή.
Αν σε αυτά προσθέσουμε και το γεγονός ότι όσο περνούσαν τα χρόνια όλο και περισσότερο καταλάβαινα ότι για να εξακολουθήσω να ψαρεύω όσο ήθελα έπρεπε να το πάρω απόφαση ότι συνήθως θα είμαι μόνος μου στη βάρκα, τότε το πράγμα αρχίζει σιγά - σιγά να ξεκαθαρίζει.
Για να μην μακρηγορώ ακόμη περισσότερο, για μένα ήταν ξεκάθαρο ότι το σκάφος που κάλυπτε τις παραπάνω απαιτήσεις μου ήταν μια ψαρόβαρκα τύπου γαΐτας ή μικρό τρεχαντήρι ή κάποια παπαδιά τύπου υδραίικης γυάλας ή γυαλένιας όπως ονομάζεται.
Όπως γνωρίζεις η ξύλινη κατασκευή είναι απαγορευτική για τους ερασιτέχνες, ιδιαίτερα αν αυτοί δεν είναι συνταξιούχοι αλλά σκληρά εργαζόμενοι όπως εσύ, (και όπως υπήρξα και εγώ στην σταδιοδρομία μου) κυρίως λόγω της πολύ χρονοβόρας και πολυδάπανης συντήρησης.
Και οι τρεις αυτοί τύποι σκαφών έχει γίνει απόπειρα να κατασκευαστούν και σε πλαστικές εκδόσεις αλλά μόνο η γυάλα είχε επιτυχία στην έκδοση που κατασκεύασε ο «Νικήτας» την 10ετία του 1980. (Σήμερα την έχει αποσύρει).
Επομένως εγώ έπρεπε να διαλέξω ή κάποιο από τα τρία αυτά σκάφη σε ξύλινη κατασκευή ή την πλαστική γαΐτα του Νικήτα.
Και αφού το ξύλινο σκάφος είχε ήδη αποκλειστεί, για μένα απέμεναν μόνο οι πλαστικές κατασκευές, δηλαδή η εξής ... μία η γυάλα του Νικήτα.
Την εποχή εκείνη έτυχε να κατασκευάσω δυο μικρά ιστιοφόρα για λογαριασμό φίλων, αφού είχα ήδη γίνει γνώστης της τέχνης.
Στα δοκιμαστικά αυτών των σκαφών ενθουσιάστηκα από την αίσθηση της ιστιοπλοΐας και συγκεκριμένα από τον ήχο της θάλασσας που είναι πολύ εντυπωσιακός όταν τον ακούς για πρώτη φορά, πράγμα που δεν συμβαίνει με καμία από τις μηχανοκίνητες βάρκες.
Η γυάλα του Νικήτα μπορούσε να πάρει και άλμπουρο και να κάνει ιστιοπλοΐα τύπου λατίνι, αν γνωρίζεις, οπότε άρχισα να σκέπτομαι κάτι τέτοιο και άρχισα να ψάχνω να βρω μια τέτοια βάρκα μεταχειρισμένη.
Ακριβώς στο σημείο αυτό είδα το σκάφος που έχω σήμερα και για πρώτη φορά έμαθα ότι μπορεί να υπάρχει βαρύ ιστιοφόρο σε τόσο μικρό μέγεθος, ώστε με αυτό να μπορείς να εκτελέσεις όλες τις παραπάνω δραστηριότητες, δηλαδή:
- Σταθερότητα στην ταχύτητα, για τη συρτή βυθού.
- Κίνηση με βαριά εσωλέμβια μηχανή ώστε να μπορείς να ψαρεύεις μόνος σου παραγάδια.
- Λογικό μέγεθος ώστε να υπάρχει σχετική ευκολία στους χειρισμούς και τη συντήρηση.
- Δυνατότητα ιστιοπλοΐας με πλήρη ιστιοφορία.
Όλα αυτά βέβαια με την προϋπόθεση ότι θα κατάφερνα να τοποθετήσω εσωλέμβια μηχανή πετρελαίου σε ένα σκάφος το οποίο ήταν φτιαγμένο να κινείται με μια μικρή εξωλέμβια η οποία χρησίμευε ίσα - ίσα για να το βγάζει από το λιμάνι.
Εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, φιλόδοξο θα το έλεγα, αλλά οι καλοί ψαράδες στα δύσκολα φαίνονται.
Η ιστορία μου πήρε 1,5 χρόνο σκληρής δουλειάς στο περιθώριο της επαγγελματικής μου απασχόλησης.
Τα έξοδα δεν ήταν πολλά, γιατί το σκάφος το αγόρασα βαριά μεταχειρισμένο, σχεδόν άχρηστο και όλα τα έκανα αποκλειστικά μόνος μου, όπως άλλωστε συνεχίζω και μέχρι σήμερα.
Όπως καταλαβαίνεις, μετά από όλα αυτά η σχέση μου με τη βάρκα μου είναι σχεδόν «ερωτική» και για να γλυτώσω την ... ζήλια της συζύγου την έγραψα στο όνομά της και της έβαλα το όνομα της κόρης μας (το συνιστώ ως αντίδοτο για την πατροπαράδοτη γκρίνια των συζύγων των ερασιτεχνών, γιατί μερικές φορές πιάνει). (Χαχαχα!).
Αυτή είναι η μικρή μας ιστορία εμένα και της βάρκας μου. Δύσκολη, επίπονη αλλά ... χορταστική.
Αλλά έτσι κι αλλιώς κι αν το καλοσκεφτείς
«τίποτα στη θάλασσα δεν είναι εύκολο ...».