Ερώτηση Μια ιστορια

25/04/2012 18:31 #111 από Παπακωστας Δημητρης (tselikas)
Απαντήθηκε από Παπακωστας Δημητρης (tselikas) στο θέμα Απ: Μια ιστορια
Διαβάστε την τραγική ιστορία ενός πατέρα που στο στενό πίσω από το μαγαζί του βίασαν, βασάνισαν και σκότωσαν την κόρη του...

- «Γειά σου ρε Κωστή», χαιρέτησε ο Πέτρος μπαίνοντας στο μπαράκι.
- «Καλώς τον Πέτρο», τον καλωσόρισε ο μαγαζάτορας...

- «Κάνε ρε έναν καφέ, ώρα για διάλειμμα».

- «Πως πάει βρε το ταξί»;

- «Τώρα θες να σου απαντήσω ή να σε ρωτήσω κι εγώ πως πάει το μπαράκι»;

- «Άστο, κατάλαβα».

- «Τι χαμός είναι αυτός ρε συ δίπλα στο στενό»;

- «Καλά, εσύ τώρα το πρόσεξες; Έτσι είναι συνέχεια».

- «Πάω τουαλέτα. Άσε τον καφέ στο πάσο κι έρχομαι».

- «Τι έγινε ρε Κώστα; Πάλι γκρινιάζει ο ταρίφας»; σχολίασε πειραχτικά ο Παντελής που μόλις είχε μπει κι αυτός.

- «Όπως πάντα ρε Παντελή. Όπως πάντα. Τώρα θα τον μάθουμε τον Πέτρο»;

- «Εεεπ..σας άκουσα! Καλώς τον Παντελή».

- «Γειά σου ρε Πετρή…πάλι στην τουαλέτα; Μήπως να εξεταστείς για κανα προστάτη»;

- «Μπα…γρήγορος ήσουν», τον πείραξε κι ο Κώστας.

- «Τι γρήγορος ρε, που μ’ έκοψαν τα τσογλάνια»!

- «Ποια τσογλάνια ρε; Αφού μόνος σου ήσουνα εκεί μέσα».

- «Καλά δεν σου είπα ότι γίνεται χαμός στο στενό»;

- «Σιγά το νέο ρε Πέτρο….πάλι άνοιξες το παράθυρο, ε; καλά να πάθεις. Να μην το

άνοιγες, να μην τους άκουγες».

- «Ρε συ φίλε, γίνεται σφαγή εκεί πίσω».

- «Ώχου, τι σφαγή μωρέ; Έτσι κάνουνε κάθε μέρα. Πάλι ξύλο παίζουνε»;

- «Για ξύλο δεν ξέρω, αλλά ότι «κάποια έχουνε βάλει κάτω», αυτό σίγουρα».

- «Συνηθισμένα πράγματα».

- «Τι συνηθισμένα ρε; Η κοπέλα βογγάει, δείχνει πως της έχουν κλείσει το στόμα».

- «Ναι καλά. Και γιατί πήγε εκεί πίσω μαζί τους; Θα τά’ θελε. Του συναφιού τους θα είναι. Ίδια λέρα κι αυτή. Πετράκη, πολλές αστυνομικές ταινίες βλέπεις. Άντε κούλαρε και πιες τον καφέ σου. Άστους αυτούς να βγάλουνε τα μάτια τους».

- «Κώστα πάντως έχει κι ένα δίκηο ο Πέτρος. Γιατί τους αφήνετε ρε συ»;

- «Και τι θες να κάνω ρε Παντελή»;

- «Όχι μόνον εσύ Κώστα. Όλη η γειτονιά. Δεν σας ενοχλεί δηλαδή; Δεν φοβάστε»;

- «Εντάξει. Δεν είναι ωραίο. Αλλά και τι να γίνει δηλαδή»;

- «Ρε συ Κώστα, έχεις πίσω από τον τοίχο σου έμπορους ναρκωτικών, πόρνες και μαχαιροβγάλτες και το αντιμετωπίζεις έτσι άνετα; Τα παιδιά σας ρε συ περνάνε από εδώ».

- «Και θα τα βάλω εγώ μαζί τους ρε Πέτρο; Θες να μου το κάψουν το μαγαζί»;

- «Δεν ξέρω. Πάντως κάποιες άλλες γειτονιές επειδή το πήραν ζεστά κάτι κατάφεραν. Κάπως ανάσαναν».

- «Κι εδώ μαζεύονται οι γείτονες, κουβεντιάζουν, ξανακουβεντιάζουν αλλά οι περισσότεροι δεν ανακατεύονται».

- «Όπως εσύ ας πούμε, ε»;

- «Παντελή, εγώ κοιτάω την δουλειά μου. Τα υπόλοιπα είναι δουλειά της Πολιτείας.

- «Και που είναι η Πολιτεία τώρα ρε Κωστή»;

- «Να σου πω που είναι. Δυό τρεις φορές τη μέρα περνάνε από εδώ περίπολα των δύο αστυνομικών. Μόλις εμφανίζεται το περίπολο αυτοί εξαφανίζονται. Μετά από λίγα λεπτά που φεύγει το περίπολο, αυτοί ξανάρχονται. Το’ πιασες τώρα»;

- «Και γιατί δεν παίρνεις ας πούμε τηλέφωνο τώρα την αστυνομία»;

- «Σου είπα το γιατί εν μέρει. Άντε και τους πήρα. Κάποια στιγμή – αναλόγως τα πιο επείγοντα περιστατικά που θα έχουν – θα έρθουν. Με το που θα τους δουν οι τσιλιαδόροι θα εξαφανιστούν όλοι. Οι αστυνομικοί θα μου την χαρίσουν μια φορά. Εάν επαναληφθεί αυτό μερικές φορές ακόμη καταλαβαίνεις πόσο δύσκολη θα είναι η θέση μου απέναντί τους; Και το χειρότερο; Αυτοί εκεί πίσω δεν θα «μου τη χαρίσουν». Απλά και μόνο η «υποψία» ότι εγώ «τους την έκανα» καταλαβαίνεις τι «επιπτώσεις» θα έχει πάνω μου; Πάει το μαγαζί…και πιθανόν να φάω κι εγώ καμιά μαχαιριά. Πως το βλέπεις τώρα»;

- «Βρε Κώστα, εμπόλεμη ζώνη είναι γύρω από το μαγαζί σου. Σ’ αρέσει αυτό»;

- «Ούτε μένα μ’ αρέσει Πέτρο, αλλά δεν μπορώ να κάνω και τίποτα. Δεν θα βγάλω εγώ το φίδι από την τρύπα».

- «Εμ βέβαια, εσύ πρόλαβεςκαι τη βόλεψες την οικογένειά σου στα βόρεια προάστια».

- «Ρε φίλε, τον ήρωα θες να κάνω; Τώρα δεν σου εξήγησα; Άσε με σε παρακαλώ. Ας το λύσουν οι πολιτικοί το πρόβλημα. Δουλειά τους είναι».

- «Δουλειά τους είναι αλλά δεν την κάνουνε ρε Κωστή. Και το αντίτιμο είναι η δική σας ζωή. Όχι η δική τους. Αυτοί καλά είναι βολεμένοι με εκατό φρουρούς ο καθένας. Εσάς, εδώ των φτωχοπολιτών είναι που κινδυνεύει η ζωή σας κάθε λεπτό απ’ αυτή την κατάσταση».

- «Και τι θες να κάνω βρε Πέτρο; Να ρισκάρω τη ζωή μου και την περιουσία μου για να λύσω ένα πρόβλημα που ολόκληρη Πολιτεία και δεν μπορεί να λύσει; Άσε με σε παρακαλώ».

- «Ρε φίλε θα σε σφάξουνε κανένα βράδυ. Λίγα γίνονται κάθε μέρα»;

- «Δεν παθαίνω τίποτα. Προσέχω. Άμα δεν τους πειράξεις δεν σε πειράζουν».

- «Ρε Παντελή, το κινητό σου είναι αυτό που χτυπάει τόση ώρα»; ρώτησε ο Πέτρος.

- «Όχι. Του Κώστα μάλλον είναι. Από μέσα από τον πάγκο ακούγεται».

Ο Κώστας έκανε λίγα βήματα πιο πέρα και το πήρε κάτω από τον πάγκο που το είχε καταχωνιασμένο.
- «Έλα».

- «Σήκωσέ το επιτέλους βρε Κώστα, είναι τόση ώρα που σε παίρνω», έκανε τσαντισμένη η γυναίκα του.

- «Έλα βρε Μαρία, τι συμβαίνει; Είχα δουλειά και δεν το άκουγα».

- «Η Ελένη…»

- «Ε, τι έγινε με την Ελένη; Δεν είναι σπίτι»;

- «Έχει τρεις ώρες που τελείωσε το φροντιστήριο. Θα πέρναγε από σένα να πάρει χρήματα και θα πήγαινε για καφέ με την παρέα της μετά. Την καλώ συνέχεια εδώ και μια ώρα και το’ χει κλειστό. Ήρθε σε σένα»;

- «Όχι ….δεν ήρθε…»

- «Κώστα ανησυχώ».

- «Έλα μωρέ θα το ανοίξει. Δεν μπορεί. Κανένα πονηρό ραντεβουδάκι θα είχε και ξεχάστηκε. Ξαναπάρτην. Θα παίρνω κι εγώ».

- «Καλά», είπε κι έκλεισε.

- «Τι έγινε»; έκανε ο Κώστας κλείνοντας το κινητό, «πάλι τουαλέτα ο Πέτρος; Α, κατά φωνή. Καλώστονα».

- «Άντε ρε τους ματιάσαμε. Αποφασίσανε να ησυχάσουν εκεί πίσω. Δεν ακούγεται ψυχή τώρα».

- «Ησυχάσανε, ε; Δεν σας το’ πα; Έτσι γίνεται πάντα».

- «Τι συνέβη ρε Κωστή; Κάπως ανήσυχο σε βλέπω».

- «Η Ελένη η κόρη μου, έχει κλειστό το κινητό. Και την ψάχνει η γυναίκα μου κανά δυό ώρες τώρα».

- «Έλα μωρέ, μην ανησυχείς. Με κανέναν πιτσιρικά θα είναι και το’ κλεισε για λίγο».

- «Αυτό είπα κι εγώ. Θα δούμε. Τέλος πάντων».

- «Ρε παιδιά, τι συνέβη»; Πετάχτηκε ο Παντελής,κοίτα έξω, «χαμός γίνεται από περιπολικά κι αστυνομία».

- «Πάμε να δούμε; Πρότεινε ο Πέτρος. Να δεις που κάτι έγινε στο στενό».

- «Μα γαμώ το πείσμα σου», αντέδρασε ο Κώστας, «τι εμμονή είναι αυτή με το στενό ρε Πέτρο; Φαγώθηκες απόψε».

- «Ίσως έχει δίκαιο ο Πέτρος Κώστα», είπε ο Παντελής, «πάμε ρε να δούμε τι γίνεται».

- «Να πάτε όπου θέλετε. Εγώ θα κάτσω στο μαγαζί. Δεν θέλω μπερδέματα με την αστυνομία. Άσε
τώρα. Να με τρέχουν για μάρτυρα; Ούτε σείς να πείτε τίποτα γι’ αυτά που λέγατε προηγουμένως. Ξηγηθήκαμε»;

- «Πάμε ρε Παντελή. Άστον αυτόν».

- «Με γρήγορα βήματα ο Πέτρος κι ο Παντελής βγήκαν από το μαγαζί κι έκαναν να στρίψουν αμέσως αριστερά προς το στενάκι. Η αστυνομία όμως είχε αποκλείσει το χώρο».

- «Τι έγινε ρε παιδιά»; ρωτήσανε τους μαζεμένους περίεργους.

- «Βρήκανε μια σκοτωμένη εκεί πίσω. Της έλιωσαν το κεφάλι. Αφού το ξέσκισαν πρώτα το κορίτσι. Την βίασαν καμιά δεκαριά. Κάποιοι είδαν να φεύγει τρέχοντας πριν κάμποση ώρα ένα μπουλούκι από δαύτους. Την τσάκισαν στο ξύλο και μετά την σκότωσαν».

- «Ξένη»;

- «Όχι, Ελληνίδα. Είδαν την ταυτότητά της οι αστυνομικοί».

- «Ο Παντελής κι ο Πέτρος επέστρεψαν συγκλονισμένοι στο μαγαζί».

Ζήτησαν από ένα ουίσκι ο καθένας και του είπαν τα μαύρα μαντάτα κάτασπροι από το σοκ. Ο Κώστας μόλις τ’ άκουσε πάνιασε, κοκκάλωσε και του έπεσε το μπουκάλι από τα χέρια.
Ξαφνικά, τινάχτηκε σαν να τον χτύπησε ρεύμα και με ένα σάλτο πετάχτηκε έξω από τον πάγκο. Τρέχοντας σαν μανιασμένος βγήκε έξω από το μαγαζί και κατευθύνθηκε προς το στενάκι. Έσπρωξε τον αστυνομικό που πήγε να τον εμποδίσει και πριν προλάβει να τον σταματήσει κανείς μαρμάρωσε με ανοιχτό το στόμα και κέρινο βλέμμα μπροστά στο πτώμα της κοπέλας. Έμεινε εκεί αποσβολωμένος να το κοιτάει να κείτεται μέσα σε μια λίμνη αίματος. Το είχαν σκεπάσει με ένα λευκό σεντόνι που ήδη είχε γίνει κατακόκκινο από το αίμα. Φαινόταν μόνο το χέρι της. Δάχτυλα στρεβλωμένα σε αφύσικες στάσεις. Εξαρθρωμένα. Σπασμένα.

Οι αστυνομικοί τον συγκρατούσαν. Να μην πλησιάσει, να μην σωριαστεί. Κάτι του έλεγαν αλλά δεν μπορούσε να τους ακούσει. Δεν μπορούσε ν’ ακούσει τίποτα. Κοιτούσε μόνον μαγνητισμένος το άψυχο νεανικό κορμί.

- «Παρακαλώ…σηκώστε το σεντόνι», μπόρεσε μόνο να ψελλίσει.
Ένας αστυνομικός το σήκωσε αργά αφήνοντας να φανεί ότι είχε απομείνει από το πρόσωπό της….
…Ήταν αρκετό….

….αναγνώρισε την Κόρη του….

(Εις μνήμην και προς Τιμήν κάποιας Ελληνίδας που κάποια Πρωτοχρονιά που την περίμεναν οι δικοί της άνθρωποι να γιορτάσουν μαζί, δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι της. Την βρήκαν τρεις μέρες μετά νεκρή και παραμορφωμένη στην Γκράβα. Επί τρείς ημέρες και τρεις νύχτες κάποια ανθρωπόμορφα κτήνη την βίαζαν, την ξυλοκοπούσαν και την βασάνιζαν. Στο τέλος την σκότωσαν λιώνοντάς της με τούβλα το κεφάλι. Μόνον σε μια περίπτωση ο βιαστής, όσο μανιώδης φονιάς κι αν είναι, κάνει κάτι τέτοιο. Όταν το θύμα του, ακόμη και μετά από τόσα βασανιστήρια, έχει το θάρρος να τον φτύσει κατάμουτρα, έργω και λόγω. Ποτέ δεν αποδόθηκε δικαιοσύνη γι’ αυτό το «Έγκλημα κατά της Ελληνίδας». Ποτέ η Πολιτεία δεν το θεώρησε ως Ζήτημα Τιμής για να το διαλευκάνει πάση θυσία. Ποτέ κανένα από τα Ελληνικά ΜΜΕ δεν του έδωσε καμία απολύτως σημασία. Ποτέ κανένας έλληνας δημοσιογράφος δεν αφιερώθηκε στο θέμα αυτό. Ποτέ κανένας Έλληνας Πολιτικός δεν «πίεσε» γι’ αυτό το Θέμα Τιμής και Ήθους)…

Γιώργος Ανεστόπουλος
Γεράκι του Αιγαίου
Οι ακόλουθοι χρήστες είπαν "Σε Ευχαριστώ": Danton (Δημήτρης), Τασοs Αμανατιδηs, ΘΑΝΟΣ, Γιωργος (Ποσειδωνας7)

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

26/04/2012 07:14 #112 από Αλέξανδρος Κλώνος
Απαντήθηκε από Αλέξανδρος Κλώνος στο θέμα Απ: Μια ιστορια

Παπακωστας Δημητρης (tselikas) έγραψε: Διαβάστε την τραγική ιστορία ενός πατέρα που στο στενό πίσω από το μαγαζί του βίασαν, βασάνισαν και σκότωσαν την κόρη του...

- «Γειά σου ρε Κωστή», χαιρέτησε ο Πέτρος μπαίνοντας στο μπαράκι.
- «Καλώς τον Πέτρο», τον καλωσόρισε ο μαγαζάτορας...

- «Κάνε ρε έναν καφέ, ώρα για διάλειμμα».

- «Πως πάει βρε το ταξί»;

- «Τώρα θες να σου απαντήσω ή να σε ρωτήσω κι εγώ πως πάει το μπαράκι»;

- «Άστο, κατάλαβα».

- «Τι χαμός είναι αυτός ρε συ δίπλα στο στενό»;

- «Καλά, εσύ τώρα το πρόσεξες; Έτσι είναι συνέχεια».

- «Πάω τουαλέτα. Άσε τον καφέ στο πάσο κι έρχομαι».

- «Τι έγινε ρε Κώστα; Πάλι γκρινιάζει ο ταρίφας»; σχολίασε πειραχτικά ο Παντελής που μόλις είχε μπει κι αυτός.

- «Όπως πάντα ρε Παντελή. Όπως πάντα. Τώρα θα τον μάθουμε τον Πέτρο»;

- «Εεεπ..σας άκουσα! Καλώς τον Παντελή».

- «Γειά σου ρε Πετρή…πάλι στην τουαλέτα; Μήπως να εξεταστείς για κανα προστάτη»;

- «Μπα…γρήγορος ήσουν», τον πείραξε κι ο Κώστας.

- «Τι γρήγορος ρε, που μ’ έκοψαν τα τσογλάνια»!

- «Ποια τσογλάνια ρε; Αφού μόνος σου ήσουνα εκεί μέσα».

- «Καλά δεν σου είπα ότι γίνεται χαμός στο στενό»;

- «Σιγά το νέο ρε Πέτρο….πάλι άνοιξες το παράθυρο, ε; καλά να πάθεις. Να μην το

άνοιγες, να μην τους άκουγες».

- «Ρε συ φίλε, γίνεται σφαγή εκεί πίσω».

- «Ώχου, τι σφαγή μωρέ; Έτσι κάνουνε κάθε μέρα. Πάλι ξύλο παίζουνε»;

- «Για ξύλο δεν ξέρω, αλλά ότι «κάποια έχουνε βάλει κάτω», αυτό σίγουρα».

- «Συνηθισμένα πράγματα».

- «Τι συνηθισμένα ρε; Η κοπέλα βογγάει, δείχνει πως της έχουν κλείσει το στόμα».

- «Ναι καλά. Και γιατί πήγε εκεί πίσω μαζί τους; Θα τά’ θελε. Του συναφιού τους θα είναι. Ίδια λέρα κι αυτή. Πετράκη, πολλές αστυνομικές ταινίες βλέπεις. Άντε κούλαρε και πιες τον καφέ σου. Άστους αυτούς να βγάλουνε τα μάτια τους».

- «Κώστα πάντως έχει κι ένα δίκηο ο Πέτρος. Γιατί τους αφήνετε ρε συ»;

- «Και τι θες να κάνω ρε Παντελή»;

- «Όχι μόνον εσύ Κώστα. Όλη η γειτονιά. Δεν σας ενοχλεί δηλαδή; Δεν φοβάστε»;

- «Εντάξει. Δεν είναι ωραίο. Αλλά και τι να γίνει δηλαδή»;

- «Ρε συ Κώστα, έχεις πίσω από τον τοίχο σου έμπορους ναρκωτικών, πόρνες και μαχαιροβγάλτες και το αντιμετωπίζεις έτσι άνετα; Τα παιδιά σας ρε συ περνάνε από εδώ».

- «Και θα τα βάλω εγώ μαζί τους ρε Πέτρο; Θες να μου το κάψουν το μαγαζί»;

- «Δεν ξέρω. Πάντως κάποιες άλλες γειτονιές επειδή το πήραν ζεστά κάτι κατάφεραν. Κάπως ανάσαναν».

- «Κι εδώ μαζεύονται οι γείτονες, κουβεντιάζουν, ξανακουβεντιάζουν αλλά οι περισσότεροι δεν ανακατεύονται».

- «Όπως εσύ ας πούμε, ε»;

- «Παντελή, εγώ κοιτάω την δουλειά μου. Τα υπόλοιπα είναι δουλειά της Πολιτείας.

- «Και που είναι η Πολιτεία τώρα ρε Κωστή»;

- «Να σου πω που είναι. Δυό τρεις φορές τη μέρα περνάνε από εδώ περίπολα των δύο αστυνομικών. Μόλις εμφανίζεται το περίπολο αυτοί εξαφανίζονται. Μετά από λίγα λεπτά που φεύγει το περίπολο, αυτοί ξανάρχονται. Το’ πιασες τώρα»;

- «Και γιατί δεν παίρνεις ας πούμε τηλέφωνο τώρα την αστυνομία»;

- «Σου είπα το γιατί εν μέρει. Άντε και τους πήρα. Κάποια στιγμή – αναλόγως τα πιο επείγοντα περιστατικά που θα έχουν – θα έρθουν. Με το που θα τους δουν οι τσιλιαδόροι θα εξαφανιστούν όλοι. Οι αστυνομικοί θα μου την χαρίσουν μια φορά. Εάν επαναληφθεί αυτό μερικές φορές ακόμη καταλαβαίνεις πόσο δύσκολη θα είναι η θέση μου απέναντί τους; Και το χειρότερο; Αυτοί εκεί πίσω δεν θα «μου τη χαρίσουν». Απλά και μόνο η «υποψία» ότι εγώ «τους την έκανα» καταλαβαίνεις τι «επιπτώσεις» θα έχει πάνω μου; Πάει το μαγαζί…και πιθανόν να φάω κι εγώ καμιά μαχαιριά. Πως το βλέπεις τώρα»;

- «Βρε Κώστα, εμπόλεμη ζώνη είναι γύρω από το μαγαζί σου. Σ’ αρέσει αυτό»;

- «Ούτε μένα μ’ αρέσει Πέτρο, αλλά δεν μπορώ να κάνω και τίποτα. Δεν θα βγάλω εγώ το φίδι από την τρύπα».

- «Εμ βέβαια, εσύ πρόλαβεςκαι τη βόλεψες την οικογένειά σου στα βόρεια προάστια».

- «Ρε φίλε, τον ήρωα θες να κάνω; Τώρα δεν σου εξήγησα; Άσε με σε παρακαλώ. Ας το λύσουν οι πολιτικοί το πρόβλημα. Δουλειά τους είναι».

- «Δουλειά τους είναι αλλά δεν την κάνουνε ρε Κωστή. Και το αντίτιμο είναι η δική σας ζωή. Όχι η δική τους. Αυτοί καλά είναι βολεμένοι με εκατό φρουρούς ο καθένας. Εσάς, εδώ των φτωχοπολιτών είναι που κινδυνεύει η ζωή σας κάθε λεπτό απ’ αυτή την κατάσταση».

- «Και τι θες να κάνω βρε Πέτρο; Να ρισκάρω τη ζωή μου και την περιουσία μου για να λύσω ένα πρόβλημα που ολόκληρη Πολιτεία και δεν μπορεί να λύσει; Άσε με σε παρακαλώ».

- «Ρε φίλε θα σε σφάξουνε κανένα βράδυ. Λίγα γίνονται κάθε μέρα»;

- «Δεν παθαίνω τίποτα. Προσέχω. Άμα δεν τους πειράξεις δεν σε πειράζουν».

- «Ρε Παντελή, το κινητό σου είναι αυτό που χτυπάει τόση ώρα»; ρώτησε ο Πέτρος.

- «Όχι. Του Κώστα μάλλον είναι. Από μέσα από τον πάγκο ακούγεται».

Ο Κώστας έκανε λίγα βήματα πιο πέρα και το πήρε κάτω από τον πάγκο που το είχε καταχωνιασμένο.
- «Έλα».

- «Σήκωσέ το επιτέλους βρε Κώστα, είναι τόση ώρα που σε παίρνω», έκανε τσαντισμένη η γυναίκα του.

- «Έλα βρε Μαρία, τι συμβαίνει; Είχα δουλειά και δεν το άκουγα».

- «Η Ελένη…»

- «Ε, τι έγινε με την Ελένη; Δεν είναι σπίτι»;

- «Έχει τρεις ώρες που τελείωσε το φροντιστήριο. Θα πέρναγε από σένα να πάρει χρήματα και θα πήγαινε για καφέ με την παρέα της μετά. Την καλώ συνέχεια εδώ και μια ώρα και το’ χει κλειστό. Ήρθε σε σένα»;

- «Όχι ….δεν ήρθε…»

- «Κώστα ανησυχώ».

- «Έλα μωρέ θα το ανοίξει. Δεν μπορεί. Κανένα πονηρό ραντεβουδάκι θα είχε και ξεχάστηκε. Ξαναπάρτην. Θα παίρνω κι εγώ».

- «Καλά», είπε κι έκλεισε.

- «Τι έγινε»; έκανε ο Κώστας κλείνοντας το κινητό, «πάλι τουαλέτα ο Πέτρος; Α, κατά φωνή. Καλώστονα».

- «Άντε ρε τους ματιάσαμε. Αποφασίσανε να ησυχάσουν εκεί πίσω. Δεν ακούγεται ψυχή τώρα».

- «Ησυχάσανε, ε; Δεν σας το’ πα; Έτσι γίνεται πάντα».

- «Τι συνέβη ρε Κωστή; Κάπως ανήσυχο σε βλέπω».

- «Η Ελένη η κόρη μου, έχει κλειστό το κινητό. Και την ψάχνει η γυναίκα μου κανά δυό ώρες τώρα».

- «Έλα μωρέ, μην ανησυχείς. Με κανέναν πιτσιρικά θα είναι και το’ κλεισε για λίγο».

- «Αυτό είπα κι εγώ. Θα δούμε. Τέλος πάντων».

- «Ρε παιδιά, τι συνέβη»; Πετάχτηκε ο Παντελής,κοίτα έξω, «χαμός γίνεται από περιπολικά κι αστυνομία».

- «Πάμε να δούμε; Πρότεινε ο Πέτρος. Να δεις που κάτι έγινε στο στενό».

- «Μα γαμώ το πείσμα σου», αντέδρασε ο Κώστας, «τι εμμονή είναι αυτή με το στενό ρε Πέτρο; Φαγώθηκες απόψε».

- «Ίσως έχει δίκαιο ο Πέτρος Κώστα», είπε ο Παντελής, «πάμε ρε να δούμε τι γίνεται».

- «Να πάτε όπου θέλετε. Εγώ θα κάτσω στο μαγαζί. Δεν θέλω μπερδέματα με την αστυνομία. Άσε
τώρα. Να με τρέχουν για μάρτυρα; Ούτε σείς να πείτε τίποτα γι’ αυτά που λέγατε προηγουμένως. Ξηγηθήκαμε»;

- «Πάμε ρε Παντελή. Άστον αυτόν».

- «Με γρήγορα βήματα ο Πέτρος κι ο Παντελής βγήκαν από το μαγαζί κι έκαναν να στρίψουν αμέσως αριστερά προς το στενάκι. Η αστυνομία όμως είχε αποκλείσει το χώρο».

- «Τι έγινε ρε παιδιά»; ρωτήσανε τους μαζεμένους περίεργους.

- «Βρήκανε μια σκοτωμένη εκεί πίσω. Της έλιωσαν το κεφάλι. Αφού το ξέσκισαν πρώτα το κορίτσι. Την βίασαν καμιά δεκαριά. Κάποιοι είδαν να φεύγει τρέχοντας πριν κάμποση ώρα ένα μπουλούκι από δαύτους. Την τσάκισαν στο ξύλο και μετά την σκότωσαν».

- «Ξένη»;

- «Όχι, Ελληνίδα. Είδαν την ταυτότητά της οι αστυνομικοί».

- «Ο Παντελής κι ο Πέτρος επέστρεψαν συγκλονισμένοι στο μαγαζί».

Ζήτησαν από ένα ουίσκι ο καθένας και του είπαν τα μαύρα μαντάτα κάτασπροι από το σοκ. Ο Κώστας μόλις τ’ άκουσε πάνιασε, κοκκάλωσε και του έπεσε το μπουκάλι από τα χέρια.
Ξαφνικά, τινάχτηκε σαν να τον χτύπησε ρεύμα και με ένα σάλτο πετάχτηκε έξω από τον πάγκο. Τρέχοντας σαν μανιασμένος βγήκε έξω από το μαγαζί και κατευθύνθηκε προς το στενάκι. Έσπρωξε τον αστυνομικό που πήγε να τον εμποδίσει και πριν προλάβει να τον σταματήσει κανείς μαρμάρωσε με ανοιχτό το στόμα και κέρινο βλέμμα μπροστά στο πτώμα της κοπέλας. Έμεινε εκεί αποσβολωμένος να το κοιτάει να κείτεται μέσα σε μια λίμνη αίματος. Το είχαν σκεπάσει με ένα λευκό σεντόνι που ήδη είχε γίνει κατακόκκινο από το αίμα. Φαινόταν μόνο το χέρι της. Δάχτυλα στρεβλωμένα σε αφύσικες στάσεις. Εξαρθρωμένα. Σπασμένα.

Οι αστυνομικοί τον συγκρατούσαν. Να μην πλησιάσει, να μην σωριαστεί. Κάτι του έλεγαν αλλά δεν μπορούσε να τους ακούσει. Δεν μπορούσε ν’ ακούσει τίποτα. Κοιτούσε μόνον μαγνητισμένος το άψυχο νεανικό κορμί.

- «Παρακαλώ…σηκώστε το σεντόνι», μπόρεσε μόνο να ψελλίσει.
Ένας αστυνομικός το σήκωσε αργά αφήνοντας να φανεί ότι είχε απομείνει από το πρόσωπό της….
…Ήταν αρκετό….

….αναγνώρισε την Κόρη του….

(Εις μνήμην και προς Τιμήν κάποιας Ελληνίδας που κάποια Πρωτοχρονιά που την περίμεναν οι δικοί της άνθρωποι να γιορτάσουν μαζί, δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι της. Την βρήκαν τρεις μέρες μετά νεκρή και παραμορφωμένη στην Γκράβα. Επί τρείς ημέρες και τρεις νύχτες κάποια ανθρωπόμορφα κτήνη την βίαζαν, την ξυλοκοπούσαν και την βασάνιζαν. Στο τέλος την σκότωσαν λιώνοντάς της με τούβλα το κεφάλι. Μόνον σε μια περίπτωση ο βιαστής, όσο μανιώδης φονιάς κι αν είναι, κάνει κάτι τέτοιο. Όταν το θύμα του, ακόμη και μετά από τόσα βασανιστήρια, έχει το θάρρος να τον φτύσει κατάμουτρα, έργω και λόγω. Ποτέ δεν αποδόθηκε δικαιοσύνη γι’ αυτό το «Έγκλημα κατά της Ελληνίδας». Ποτέ η Πολιτεία δεν το θεώρησε ως Ζήτημα Τιμής για να το διαλευκάνει πάση θυσία. Ποτέ κανένα από τα Ελληνικά ΜΜΕ δεν του έδωσε καμία απολύτως σημασία. Ποτέ κανένας έλληνας δημοσιογράφος δεν αφιερώθηκε στο θέμα αυτό. Ποτέ κανένας Έλληνας Πολιτικός δεν «πίεσε» γι’ αυτό το Θέμα Τιμής και Ήθους)…

Γιώργος Ανεστόπουλος
Γεράκι του Αιγαίου


να τα χαλια μας!!! η πολιτεια ειμαστε εμεις. να ανεχομαστε απο μερικους να την καταστρεφουν

Για ένα καλύτερο οικοσύστημα!!
Οι ακόλουθοι χρήστες είπαν "Σε Ευχαριστώ": Danton (Δημήτρης), Παπακωστας Δημητρης (tselikas), Γιωργος (Ποσειδωνας7)

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

27/04/2012 17:14 #113 από Παπακωστας Δημητρης (tselikas)
Απαντήθηκε από Παπακωστας Δημητρης (tselikas) στο θέμα Απ: Μια ιστορια
Μια φορά κι έναν καιρό...
ήταν ένα μικρό παιδάκι....
Του ζητήθηκε από την δασκάλα του να γράψει μια έκθεση με τίτλο:
«Τί να ζητήσω απ' τον Θεό».

... «Θεέ μου....
απόψε σου ζητάω κάτι που το θέλω πάρα πολύ.
Θέλω να με κάνεις τηλεόραση!
Θέλω να πάρω τη θέση της τηλεόρασης
που είναι στο σπίτι μου.
Να έχω το δικό μου χωρο.
Να εχω την οικογένειά μου γύρω απο μένα.
Να με παίρνουν στα σοβαρά οταν μιλάω.
Θέλω να είμαι το κέντρο της προσοχής
και να με ακούνε οι άλλοι χωρις διακοπές ή ερωτήσεις. Θέλω να εχω την ίδια φροντίδα που έχει η τηλεόραση οταν δεν λειτουργεί...
Οταν είμαι τηλεόραση,
θα μου κάνει παρέα ο μπαμπάς μου οταν έρχεται σπίτι από τη δουλειά, ακόμα κι αν είναι κουρασμένος.
Και θέλω τη μαμά μου να με κοτάζει όταν είναι λυπημένη και στενοχωρημένη, αντί να με αγνοεί.
Θέλω τ' αδέλφια μου να μαλώνουν για το ποιος θα περνάει ώρες μαζί μου.
Θέλω να νοιώθω ότι η οικογένειά μου αφήνει τα πάντα στην άκρη, πότε - πότε, μόνο για να περάσει λίγο χρόνο με μένα.
Α, και το τελευταίο!!!!
Κάνε με έτσι ώστε να τους κάνω όλους ευτυχισμένους και χαρούμενους.
Θεέ μου, δε ζητάω πολλά.
Θέλω μόνο να γίνω σαν μια τηλεόραση!»

H δασκάλα που το διάβασε (καθως βαθμολογούσε) την έκανε να κλάψει.
Ο σύζυγός της που μόλις είχε μπει στο σπίτι, τη ρώτησε: «τι συμβαίνει;»
Αυτή απάντησε: «Διάβασε αυτή την έκθεση, την έχει γράψει ενας μαθητής μου».
Ο σύζυγος είπε: «Το καημένο το παιδί. Τι αδιάφοροι γονεις είναι αυτοί!»

Τότε αυτή τον κοίταξε και είπε: «Αυτή η έκθεση είναι του γιού μας!..»
Οι ακόλουθοι χρήστες είπαν "Σε Ευχαριστώ": Danton (Δημήτρης), ΘΑΝΟΣ

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

07/05/2012 06:59 #114 από Danton (Δημήτρης)
Απαντήθηκε από Danton (Δημήτρης) στο θέμα Απ: Μια ιστορια
Ο...πολιτικός και το αερόστατο!



proskynitis.blogspot.com/2012/05/blog-post_05.html
Οι ακόλουθοι χρήστες είπαν "Σε Ευχαριστώ": Αλέξανδρος Κλώνος

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

28/05/2012 07:30 #115 από Danton (Δημήτρης)
Απαντήθηκε από Danton (Δημήτρης) στο θέμα Απ: Μια ιστορια
Να μην απελπίζεσαι




ahdoni.blogspot.com/2012/05/blog-post_6264.html
Οι ακόλουθοι χρήστες είπαν "Σε Ευχαριστώ": Παπακωστας Δημητρης (tselikas)

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

28/05/2012 16:33 #116 από Παπακωστας Δημητρης (tselikas)
Απαντήθηκε από Παπακωστας Δημητρης (tselikas) στο θέμα Απ: Μια ιστορια
Αφιερωμένο σε όσους γεννήθηκαν πριν το 1985 ...

H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε…
Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή: περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας.

Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε. Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή.
Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους.
Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμεαπό το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης». Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά.

Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα.
Οι κούνιες ήταν φτιαγμένα από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες. Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια.

Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα
Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση.

Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μάς βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά.

Σπάγαμε τα κοκάλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους» . Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου.

Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε.

Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα.

Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.
Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια,βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet.
Εμείς είχαμε φίλους.

Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό,κρυφτό, αμπάριζα… μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία.

Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας.
Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα. Χάσαμε χιλιάδες μπάλλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν. Θεέ μου!

Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε;

Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη!

Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντιηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ.

Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά.

Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα για να τους βάλουμε χέρι, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room

Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε !!!!!

Πόσο τυχεροί ήμασταν θεέ μου !!
Οι ακόλουθοι χρήστες είπαν "Σε Ευχαριστώ": Τασοs Αμανατιδηs

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

28/05/2012 19:32 - 28/05/2012 19:34 #117 από Αλέξανδρος Κλώνος
Απαντήθηκε από Αλέξανδρος Κλώνος στο θέμα Απ: Μια ιστορια

Παπακωστας Δημητρης (tselikas) έγραψε: Αφιερωμένο σε όσους γεννήθηκαν πριν το 1985 ...

H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε…
Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή: περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας.

Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε. Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή.
Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους.
Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμεαπό το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης». Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά.

Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα.
Οι κούνιες ήταν φτιαγμένα από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες. Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια.

Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα
Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση.

Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μάς βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά.

Σπάγαμε τα κοκάλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους» . Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου.

Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε.

Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα.

Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.
Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια,βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet.
Εμείς είχαμε φίλους.

Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό,κρυφτό, αμπάριζα… μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία.

Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας.
Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα. Χάσαμε χιλιάδες μπάλλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν. Θεέ μου!

Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε;

Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη!

Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντιηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ.

Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά.

Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα για να τους βάλουμε χέρι, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room

Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε !!!!!

Πόσο τυχεροί ήμασταν θεέ μου !!


πολυ καλο!!!!!

αν και ειμαι και εγω σε αυτη την γενια και ολα αυτα ειναι 100% σωστα ο αφηγητης ξεχασε κατι.

τοτε δεν υπηρχαν ναρκωτικα
ουτε παιδεραστες
ουτε παιδοφιλοι
ουτε εμποριο παιδιων
ουτε κλεφτες
ουτε εμποριο ανθρωπινων οργανων
ουτε ξενοι (ανθρωποι που να μην τους γνωριζαν στην γειτονια. η γειτονια ηταν η οικογενεια)
ουτε μουροχαβλοι να πηγενουν με 1000 στα δρομακια,
ουτε ουτε ουτε ουτε

δυστηχως καταντησαμε την κοινονια μας να ειναι μια καταντια στην οποια εμεις δεν αντεχουμε να ζουμε

το μεγαλο ερωτημα ειναι τΙ θα γραψουν τα παιδια μας.
Ή και το χειροτερο να μας πουν ''ΕΣΥ εκανες παιδικα χρονια, ΕΓΩ;;;;;;;;;''

Για ένα καλύτερο οικοσύστημα!!
Οι ακόλουθοι χρήστες είπαν "Σε Ευχαριστώ": Παπακωστας Δημητρης (tselikas)

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

28/05/2012 19:33 #118 από Αλέξανδρος Κλώνος
Απαντήθηκε από Αλέξανδρος Κλώνος στο θέμα Απ: Μια ιστορια
καπου σε μια εφημεριδα διαβασα και την απαντηση τον γενιων μετα το 1985 αλλα δεν ξερω που εβαλα το αποκομα. αν το βρω θα το ποσταρω

Για ένα καλύτερο οικοσύστημα!!

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

29/05/2012 08:06 #119 από Δημήτρης Τσαρούχης
Απαντήθηκε από Δημήτρης Τσαρούχης στο θέμα Απ: Μια ιστορια
Πραγματικά φίλε Δημήτρη έτσι ήταν τα πράγματα.

Και για να το συνεχίσω λίγο με κάτι που μου ρθε στο μυαλό.

Την άνοιξη παίζαμε όλοι στα χωράφια μέσα στα άνθη και τα δέντρα και σπάνια είχε κάποιος αλλεργία. Στις μέρες τα περισσότερα παιδάκια υποφέρουν από αλλεργίες.

Κυλιόμασταν όλη μέρα στα χώματα και η μάνα μας δεν έκανε σαν υστερική μόλις πιάναμε το χώμα.

...........

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

30/05/2012 08:58 #120 από Danton (Δημήτρης)
Απαντήθηκε από Danton (Δημήτρης) στο θέμα Απ: Μια ιστορια
Εὐτυχία δὲν εἶναι νὰ κάνεις πάντα αὐτό ποὺ θέλεις,
ἀλλά νὰ θέλεις πάντα αὐτό ποὺ κάνεις.


Συνημμένα:
Οι ακόλουθοι χρήστες είπαν "Σε Ευχαριστώ": Δημήτρηs Κουζούπηs, Αλέξανδρος Κλώνος

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

Συντονιστές: Δημήτρηs ΚουζούπηsΠαπακωστας Δημητρης (tselikas)Γιαννης (STAY_ALIVE)Φώτης Σαρρηγεωργίου
Χρόνος δημιουργίας σελίδας: 0.296 δευτερόλεπτα

© 2004 - 2026 All Rights Reserved. | Φιλοξενία & Κατασκευή HostPlus LTD

hostplus 35

No Internet Connection