Αύγουστος 2005
…..η « Αν δεν βρέξεις κώλο ψάρι δεν τρως »
Αγαπητοί φίλοι ψαράδες :Κατ’ αρχήν εύχομαι καλή επιτυχία σε όλους τους φίλους συμμετέχοντες.
Η παρακάτω. ( μακροσκελής ) αφήγηση όσο κι' αν σας φανεί ‘’τραβηγμένη’’ είναι πέρα για πέρα αληθινή, και συνέβη τον Αύγουστο του 2006, η ιστορία....η μάλλον η περιπέτεια, άρχισε όταν τελείωσαν οι όμορφες μέρες των διακοπών στην Καλαμάτα, - όπου εντελώς συμπτωματικά !! - κάνω και μερικά από τα καλύτερα ψαρέματα Μουρμούρας - και έπρεπε να επιστρέψουμε με το έτερον ήμισυ στην βάση μας στην Αθήνα, όμως καθώς θα επιστρέφαμε, και αφού είχαμε ακόμα μπροστά μας ένα Σαββατοκύριακο - και επειδή μου αρέσει γενικώς να ψάχνω για νέους ψαρότοπους - αποφασίσαμε με την σύζυγο να πάμε σε ένα μέρος που κάποιος φίλος μου είχε πει τα καλύτερα, για κάτι φαγκριά θηρία, και για κάτι σαργούς τέρατα, σε κάποιο μέρος της Λακωνίας, προς το Πόρτο Κάγιο από την μεριά του Λακωνικού κόλπου.
Είχαμε λοιπόν μπροστά μας 2 μέρες καθαρά για ψάρεμα, και αφού προμηθεύτηκα δολώματα από την Καλαμάτα ( μάνες, μονοδόλια, και ένα Φαραώ ) ξεκινήσαμε Παρασκευή κατά τις 10 για μια διαδρομή ( Βάση του χάρτη ) 3 ώρες περίπου προς το Πόρτο Κάγιο, διαδρομή που δυστυχώς δεν είχα ξανακάνει όλα τα προηγούμενα χρόνια, και λεω δυστυχώς διότι πραγματικά αν θέλεις να δεις πανέμορφα μέρη, όπως τεράστιους βράχους να κρέμονται μέσα στο απέραντο γαλάζιο, και δεν σε 'πιέζει' ο χρόνος τότε αξίζει να την κανείς αυτή την διαδρομή, αλλά εγώ είχα άλλα στο μυαλό μου, έπρεπε να ψαρέψω το βράδυ, και επειδή όταν πας σε ένα νέο τόπο, καλό θα είναι να είσαι εκεί με το φως της μέρας έτσι ώστε να 'χαρτογραφήσεις' την ψαρεύτρα σου, εγώ δεν είχα το μυαλό μου να θαυμάσω το τοπίο, προσπαθούσα να κερδίσω χιλιόμετρα και να είμαι εκεί όσο γίνετε νωρίτερα,( νόμιζα ) έτσι λοιπόν με εικόνες όπως το να βλέπω τις μύτες των καλαμιών να προσκυνούν το κυμοθάλασσο, και φαγκριά θηρία να κρέμονται από την άκρη της μονής αρματωσιάς, και σαργούς να γεμίζουν το ψυγείο μου, κατάπινα τα χιλιόμετρα του ‘’φιδίσιου’’ δρόμου, φτάσαμε να περνάμε τώρα από το Λιμένι, και να ανηφορίζουμε ξανά προς την πανέμορφη Αρεόπολη, και στροφή δεξιά προς Δυρό, και δώστου να φεύγουν τα χιλιόμετρα, αλλά όσο κι αν έφευγαν, ακόμα έβλεπα στον χάρτη απόσταση μεγάλη να μας χωρίζει μέχρι τον τελικό προορισμό μας, η ώρα ήταν θυμάμαι σχεδόν 1 το μεσημέρι, και ο Ήλιος ‘’ντάλα’’ να βράζει, και δεν είχαμε βάλει και μπουκιά στο στόμα μας από το πρωί παρά μόνο καφέ και τσιγάρο.
Κάποια στιγμή και ενώ το έτερον ήμισυ είχε αρχίσει να ‘'φορτώνει' για να μαλακώσω τις αντιδράσεις, περνώντας από ένα χωριουδάκι, τις πρότεινα να σταματήσουμε για να φαμε κάτι, με ρώτησε αν είχαμε ακόμα πολύ δρόμο και εγώ με την σιγουριά που με διακρίνει τις απάντησα πως μάλλον σε καμιά ώρα φτάναμε.......!!! και έτσι δεν σταματήσαμε ούτε εκεί, τελικά φτάσαμε μετά από μια ώρα στο Πόρτο Κάγιο !!!!!! εκεί και στην μέση του πουθενά, υπάρχει ένα σταυροδρόμι χωρίς πινακίδες !!!! ….που πάμε τώρα ? ποιόν να ρωτήσεις που δεν υπήρχε ψυχή ? το κοντινότερο που μπορούσαμε να δούμε για να βρούμε κάποιον να ρωτήσουμε ήταν στην παραλία που φαινόταν κάααααααατω μπροστά μας μισή ώρα όπως το έκοβα δρόμο από εκεί ψηλά που ήμασταν......άντε και πάμε μέχρι εκεί, και αν μας πουν πως πρέπει να ξανανέβουμε εδώ πάνω τι κάνουμε ? 1 ώρα ανέβα κατέβα, το έτερον ήμισυ έχει αρχίσει να φορτώνει πια για τα καλά, - αφού ήθελα να τις πω να τραβήξει με την κάμερα, η καμιά φωτογραφία το πανέμορφο κατά τα άλλα τοπίο, αλλά σκέφτηκα τι θα μπορούσα να πάθω και έτσι ούτε λέξη - τελικά μετά από σύντομες και απόλυτα δημοκρατικές διαδικασίες αποφάσισα (πάλι εγώ) να συνεχίσουμε λοξός αριστερά όπου κανονικά και με βάση τον χάρτη, αλλά και με απλό προσανατολισμό (τρομάρα μου) θα 'πέφταμε' ακριβώς !!! μόνο που στους Ελληνικούς χάρτες οι χωματόδρομοι δεν έχουν το ακριβές ανάγλυφο, και έτσι πέσαμε σε ένα χωματόδρομο με 'φυτευτές πέτρες σαν καρφιά, άρχισε όλο το αμάξι να χοροπηδάει και τα διάφορα αντικείμενα που είχαμε στο ταμπλό να εξανεμίζονται άλλα επάνω στην γυναίκα μου, και άλλα στο πάτωμα.... δεν σας λεω πως με κοιτούσαν πλέον τα - σε άλλες στιγμές όμορφα ματάκια τις - καταλαβαίνετε εσείς, άρχισα να επιταχύνω μήπως και έτσι τελείωνε συντομότερα εκείνο το μαρτύριο, και ω ! ως εκ του θαύματος σε μερικά χιλιόμετρα αυτός ο κωλόδρομος τελείωσε και έδωσε την θέση του σε έναν πολύ καλά ασφαλτοστρωμένο δρόμο, - δηλ έτσι μας φάνηκε εμάς μετά από αυτή την δοκιμασία -
Τελικά και μετά από καμιά 25αριά χιλιόμετρα, και αφού η ώρα ήταν ήδη 2 και αφού είχαμε ξελιγωθεί στην πείνα, αφού βοήθησε και ο κωλόδρομος να χωνέψουμε ότι δεν είχαμε φαει, φτάσαμε στην Κοκάλα, ένα μέρος που τα βράχια είναι από την μια άκρη του χωριού μέχρι την άλλη, έτσι μου το είχε περιγράψει και ο φίλος μου, αλλά μου είχε πει να κοιτάξω από την αριστερή πλευρά του χωριού και αφού περάσω έναν χωματόδρομο, για κανένα δεκάλεπτο θα βρω μια ομαλή σχετικά παραλιούλα όπου εκεί θα μπορούσαμε να στήσουμε και την σκηνούλα μας για να ξεκουράσει το κορίτσι μου το κορμάκι του την νύχτα που εγώ θα 'πάλευα με τα θηρία', όσο κι' αν έψαξα, παραλιούλα δεν είδα, παντού βραχούρα του κερατά, που δεν μπορούσε να σταθεί εκεί επάνω τους ούτε Ινδός φακίρης, ρε τι δεξιά από το χωρίο πήγα, τι αριστερά, παραλία πουθενά, και ένας αέρας διαολεμένος κόντρα να μην σε αφήνει να σταθείς, τι να πω τώρα? τι λέμε σε τέτοιες περιπτώσεις ? παίρνω την απόφαση να την κάνουμε από εκεί και μάλιστα το συντομότερο δυνατόν, έτσι, ξανά μανά στο αμάξι και άντε πάλι χιλιόμετρα.
Στον δρόμο προσπαθούσα να σκεφτώ κάποιο μέρος που θα μπορούσα να ψαρέψω, αλλά και να μπορέσουμε να στήσουμε για την νύχτα, και μου ήρθε στο μυαλό ένα μέρος που είχα δει παλιότερα λίγο έξω από το Γύθειο, η ώρα σχεδόν 3,30 και ήμαστε κομμάτια, και καλά εγώ που πήγαινα γυρεύοντας, αλλά το κορίτσι μου δεν έφταιγε σε τίποτα να τραβάει τέτοια ταλαιπωρία, -αν και ευτυχώς έχει μάθει από τέτοια, αφού με ακολουθεί σχεδόν σε όλα τα ψαρέματα εδώ και πολλά χρόνια, εκτός από τον βαρύ χειμώνα,- με τα πολλά λοιπόν φτάσαμε στο Γύθειο, και εκεί είχα την φαεινή ιδέα - όπως αποδείχτηκε αργότερα - να σταματήσουμε σε ένα Μάρκετ και να πάρουμε μερικά φαγώσιμα, έτσι αφού το κορίτσι μου έφερε λίγες ντοματούλες, λίγο τυράκι, και διό τρία ζαμπονάκια, αλλά και μερικά έτοιμα σάντουιτς, ξεκινήσαμε ξανά για εκείνο το μέρος λίγο παραέξω από την πόλη, έφτασα μετά από ένα τέταρτο στην παραλία, και το θέαμα με απογοήτευσε οικτρά, φοβερός αέρας - πάνω από ένα 7άρι καθαρό - που να σταθείς εκεί ? η άμμος σε μαστίγωνε αλύπητα σε όλο το σώμα, δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσει κάποιος να παραμείνει εκεί - ίσως το βράδυ ο αέρας να έκοβε- αλλά ποιος είχε την διάθεση να κάτσει να το δει ? ..τώρα πια έπρεπε να ζητήσω την γνώμη της όσο κι' αν δεν μου άρεσε , την ρώτησα τι ήθελε να κάνουμε. για να πάρω την ξερή και θυμωμένη απάντηση της.. ‘’ να πάμε όσο πιο γρήγορα γίνεται στο σπιτάκι μας ‘’ μου κόπηκε κάθε διάθεση για διαπραγμάτευση μαζί της, δεν υπήρχε περίπτωση να την μεταπείσω, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, οπότε κάνω πως συμφωνώ. και λεω : καλά, ας μπούμε να φύγουμε και συζητάμε, η ώρα ήδη πλησίαζε 4.30 , έτσι μπήκαμε στο αμάξι και άντε ξανά στο δρόμο, περάσαμε πολλές παραλίες τις οποίες επισκεφτήκαμε, από το Γύθειο μέχρι και την σκάλα Λακωνίας, ωστόσο καμία δεν προσφερόταν, και αφού βλαστήμησα την ώρα και την στιγμή, πήρα την μεγάλη απόφαση, να περάσω προς τα επάνω, από Λεωνίδιο σε κάποια καλά μέρη που ήξερα και ήταν λιγάκι μετά το Λεωνίδιο, τα χωριά ,Πλάκα, Πούλιθρα, Λάκκος και Σαμπατική, χωρίς να φανερώσω τα μειλίχια σχέδία μου, έβαλα ‘’πλώρη’’ κατά κει, αφού ανεβήκαμε όλες τις στροφούρες - και το κορίτσι κόντεψε να γίνει ‘’φραπέ’’ φτάσαμε στο χωριό 'Κοσμάς' που βρίσκετε ακριβώς στην κορφή του βουνού, εκεί έκανα μια πρόταση μπας και γλυκάνω λιγάκι την κατάσταση, να κάτσουμε να πιούμε ένα καφέ, να ξεπιαστούμε και λιγάκι, ευτυχώς η πρότασή μου έγινε αποδεκτή με ένα παγωμένο χαμόγελο και έτσι σταματήσαμε στην πλατεία του χωριού, κάτσαμε κάπου για καφέ, εκεί τις έπιασα την κουβέντα και η αλήθεια είναι πως την γλύκανα κάπως, …..και τότε τις την έριξα, πως εδώ πιο κάτω έχει μερικά μέρη που θα μπορούσαμε να πάμε, να περάσουμε και την νύχτα αλλά και να μην πάνε χαμένα τα δολώματα, με μεγάλη μου χαρά - συμφώνησε έστω και κακόκεφα και τότε τις είπα πως θα πρέπει να φύγουμε για να προλάβουμε την μέρα ακόμα, η ώρα πλησίαζε 6.30, και αφού ξαναμπήκαμε στο αμάξι, αρχίσαμε να κατηφορίζουμε το βουνό, μετά από περίπου 3/4 φτάσαμε να περνάμε το Λεωνίδιο, και από εκεί βγήκαμε στον Κεντρικό δρόμο, τώρα έπρεπε να αποφασίσουμε προς τα που θα πάμε, θα πάμε προς τα κάτω? δηλαδή προς Πούλιθρα ? η θα ανέβουμε προς τα επάνω, προς Σαμπατική ?
Είπαμε να πάμε προς τα επάνω μια και νύχτωνε και ο ήλιος είχε αρχίσει την κάθοδό του προς την δύση του.......κάνοντας μου τα νεύρα σαν νήμα ελαστικό, αφού έβλεπα πως έχανα το σούρουπο, είδα μια πινακίδα που έλεγε « Πλάκα Παραλία » έτσι λοιπόν τράβηξα γραμμή για εκεί αφού περάσαμε μέσα από πολλά χωράφια, σε μισή ώρα περίπου έφτασα στην παραλία, όμως ξανά απογοήτευση, εκεί που σταματούσε ο δρόμος είχε μπροστά ένα ψηλό τοίχος περίπου δύο μέτρα και ακριβώς από κάτω ήταν η παραλία, πανέμορφη με βαθιά νερά όπως είδα ανεβαίνοντας από τα σκαλοπάτια στον τοίχο, και με μεγάλα βότσαλα, το είδα σαν καλό ψαρότοπο, αλλά υπήρχε πρόβλημα με την μεταφορά των πραγμάτων, πώς να τα κουβαλάς περνώντας αυτό τον τοίχο, αφού το σκέφτηκα λίγα λεπτά ξαναμπήκα στο αμάξι και γραμμή πλέον για την Σαμπατική, σε μισή περίπου ώρα βλέπαμε το χωρίο από ψηλά και σε λιγάκι ήμασταν κάτω, αλλά..........και πάλι εμπόδια, εκεί δυστυχώς δεν υπάρχει καλή πρόσβαση στην παραλία, αφού δεν είναι μεγάλη - καμιά 300αρια μέτρα είναι, και αν θέλεις να πας για ψάρεμα στην παραλία θα πρέπει να κουβαλάς όλα σου τα πράγματα με τα χέρια, και δυστυχώς στο μικρό λιμανάκι που είχε τότε - τώρα το μεγάλωσαν - ήταν γεμάτο από κόσμο, δεν είχε χώρο ούτε για να παρκάρει κανείς, μέσα σε μερικά λεπτά και εκτιμώντας την παρούσα κατάσταση, τι άλλο έμενε ? έπρεπε να φύγουμε και από εκεί, και άντε και φεύγαμε, που πάμε? μήπως τελικά ήταν σωστό αυτό που είχε πει η γυναίκα μου, να πάμε γραμμή για Αθήνα ? μπορεί να ήταν σωστό αλλά εμένα δεν μου καθόταν καλά, είμαι και πεισματάρης, με τούτα και με κείνα και μέχρι να ξανανέβουμε επάνω στον κεντρικό δρόμο η ώρα ήταν ήδη 8 και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει , άρχισα μέσα στο μυαλό μου να φτιάχνω τον χάρτη, αφού η γυναίκα μου τον είχε ήδη διπλώσει και τον είχε βάλει στην θέση του ως να μου λεει : ‘’ Ξέρεις τον δρόμο τώρα για την Αθήνα’’ εγώ όμως, όχι, δεν είχα σκοπό να πέσω αμαχητί, έτσι καθώς οδηγούσα και σκεπτόμουνα και αφού θα είχαμε διανύσει καμιά 15αριά χιλιόμετρα βλέπω μπροστά μου μια πινακίδα που λεει: ΤΥΡΟΣ - Παραλία Τυρού, - έχοντας στο μυαλό μου θάλασσα, σε 1 χιλιόμετρο, μετά από λίγο βρήκα την ‘’είσοδο’’ και χωρίς να πω κουβέντα κάνω δεξιά και αρχίζω να μπαίνω στο χωριό, με ρώτησε τότε που πάμε και τις λεω πονηρά : Μωρό μου να πάμε να φαμε κάτι, δεν μπορεί να μην έχει μαγαζιά εδώ....συμφώνησε απρόθυμα, και συνέχισα προς την παραλία, φτάνοντας στην παραλία, τι να δω..γεμάτη η θάλασσα με βάρκες, μα γεμάτη όμως, εκατοντάδες βαρκάκια δεμένα λίγα μέτρα από την ακτή, μέχρι και η γυναίκα μου απόρησε και με ρώτησε κατάπληκτη, αλλά και απάντησε μόνη της, πως γιατί έχει εδώ τόσες πολλές βάρκες? άρα εδώ θα πρέπει να έχει πολύ ψάρι !!!!!
Αρπάζοντας την ευκαιρία συμφωνώ μαζί της και συνεχίζω να οδηγώ κατά μήκος της παραλίας που ήταν γεμάτη από κόσμο που βολτάριζε, σε όποιο σημείο δεν είχε ρεμέτζα από βάρκες ,όλο και κάποια καλάμια η καρούλια ήταν ριγμένα, που εγώ μυαλό τώρα για φαγητό, άλλωστε το φαγητό ήταν η πρόφαση για να προσεγγίσω την παραλία.
Έτσι λοιπόν μετά από λίγες βόλτες πάνω κάτω στην παραλία για να βρούμε κάποιο σημείο που να βολεύει τόσο εμένα να μπορέσω να στήσω δύο τρία καλάμια, αλλά και να στήσω και το 'διαμερισματάκι' για να ξαπλώσει το ομολογουμένως κουρασμένο της κορμάκι η σύζυγος, εκεί πέρα στο βάθος, και μέσα σε σχεδόν απόλυτο σκοτάδι, παίρνει το μάτι μου κάτι που μοιάζει με παραλία, μπαίνουμε λοιπόν ξανά στο αμάξι και παίρνουμε τον ανηφορικό χωματόδρομο που μας βγάζει έξω από το χωριό, αλλά σε καμιά 500αριά μέτρα ήμαστε πάνω από την μικρή παραλία η οποία θ' άταν καμιά 300 μέτρα μήκος, όμως.......κι' εδώ ατυχία, ενώ ο χωματόδρομος έβγαζε σε ένα μονοπατάκι - που κατέβαινε αυτοκίνητο - ήταν κλειστός γαμώ την γκαντεμιά μου γαμώ, άκουσον άκουσον, είχαν τοποθετήσει μπάρα με λουκέτο !!!! άρχισα τα κορεάτικα, αλλά σε λίγα δεύτερα επικράτησε η λογική και αφού έβλεπα την παραλία, δεν μπορεί, κάπου θα είχε και άλλη πρόσβαση, έτσι ξανά στο αμάξι και πήρα πάλι τον χωματόδρομο που συνέχιζε να ανηφορίζει, σε κάποιο σημείο βλέπω στα δεξιά μου παράδρομο, χωρίς δεύτερη σκέψη κόβω δεξιά, και αρχίζω να κατεβαίνω, το σκοτάδι ήδη είχε απλωθεί παντού, αλλά είδα πως μπήκα σε έναν ελαιώνα, είχε όμως πατήματα από αυτοκίνητα και αυτό μου έδωσε θάρρος να φτάσω μέχρι το τέλος του, και ναι, είδα δίπλα την παραλία !!!
Αλλά.......πάλι εμπόδια γαμώ την γκαντεμιά μου και την τύχη μου γαμώ, μπροστά μας και μέχρι και καμιά 50αριά μέτρα είχε συρματόπλεγμα - απόδειξη πως σε κάποιου χριστιανού το οικόπεδο είχαμε μπει.. περίμενα λίγο μήπως και ακούσω καμιά τουφεκιά, η τίποτα σκύλαρους και αφού όλα ήταν ήρεμα, κατεβήκαμε από το αμάξι να δούμε τι θα κάνουμε, εκεί στο τελείωμα του συρματοπλέγματος, είχε και ένα άνοιγμα που οδηγούσε στην θάλασσα που βρισκόταν στα 20 μέτρα, αλλά και πάλι εκεί το αμάξι δεν πήγαινε γιατί είχε τις ελιές, έπρεπε να κουβαλήσουμε τα πράγματα ως εκεί και μετά ως την παραλία, αλλά ούτε κι' αυτό γινόταν, γιατί ακριβώς μπροστά είχε διό ρεμέτζα με δεμένες βάρκες, οπότε θα έπρεπε να κάνω καμιά 50αριά μέτρα αριστερά.........αυτό δεν γινόταν φίλοι μου, με την κούραση που είχαμε να τραβήξουμε και αυτό το λούκι, έτσι δεν υπήρχε άλλη λύση από το να μου κάνει πάσα τα πράγματα η γυναίκα μου πάνω από το συρματόπλεγμα, και να τα μεταφέραμε μόνο λίγα μέτρα, έτσι και έγινε, άρχισα αμέσως να ξεφορτώνω το αμάξι, τελικά τα πράγματα χέρι με χέρι πέρασαν στην παραλία και άρχισα αμέσως και χωρίς σταματημό να στήνω το σκηνάκι με την βοήθεια των φακών, και να είναι έτοιμο για να μην έχω μετά την γκρίνια της, και να μου χαλάσει........τον ύπνο που σίγουρα θα έπαιρνα στην καρέκλα εκεί στην παραλία με τα καλάμια να αρμενίζουν γυμνά μέσα στην θάλασσα!! αφού τελείωσα με το σκηνάκι, άρχισα να στήνω τα δικά μου πράγματα, το τραπέζι μου και τις καρέκλες, και το βαλιτσάκι με τα παρελκόμενα, άρχισα να ανοίγω τα καλάμια - μόνο δύο και αυτά με το ζόρι - αρμάτωσα με μονάγκιστρα με μακριά παράμαλλα.................και εκεί τρωω την φλασιά,........αμάααααν!!!..τα δολώματα........τα σκουληκάκια μου........τρέχω πανικόβλητος στο αμάξι, και αρπάζω την νάιλον σακούλα από το.....πάτωμα του αυτοκινήτου !!! ναι φίλοι μου μέσα στο γενικό χαμό όλης της μέρας, κάποια στιγμή άνοιξα το ψυγείο να πάρω αναψυκτικά λίγο μετά το Γύθειο και τα ξέχασα έξω.....!!! ανοίγω την σακούλα και βλέπω τον Βασιλιά της Αιγύπτου να έχει γυρίσει τ' ανάσκελα και να κοιτάζει τον δημιουργό του και τον έναστρο ουρανό του τάπερ, το τι τσάμικο έπεσε δεν λέγεται, τα ίδια και οι μάνες με τα μονοδόλια, το νερό έβραζε, αφού τα άφησα τόσες ώρες να κάνουν ηλιοθεραπεία, τα βουτάω αμέσως και βούρ στην θάλασσα να φέρω φρέσκο και δροσερό νεράκι, τα ξαπλώνω μέσα σε διάφορα τάπερ και αρχίζω τις τεχνητές αναπνοές στον Φαραώ.......κάνω τα ίδια και στα υπόλοιπα και συνεχίζω να αρματώνω, έτσι κι’ αλλιώς όλα είχαν πάει κατά διαόλου, σιγά μην αλλάξει η κατάσταση τώρα, η καλή μου σύζυγος άρχισε να φτιάχνει καφεδάκι - να τι χρειάζεται μια γυναίκα στο ψάρεμα παλικάρια μου !!!!-
Και ενώ τελείωσα το αρμάτωμα, κοιτάζω τον Φαραώ και – με χαρά τον βλέπω να έχει ξαναγυρίσει στη σωστή του θέση, κάτι άρχισαν να κάνουν και τα υπόλοιπα, δολώνω τα δύο καλάμια με Φαραώ και κάνω τις πρώτες βολές, παίρνω τα μπόσικα, ο βυθός καλός, και ο καιρός φεγγαράδα- πανσέληνος ήταν - και με ένα ελαφρύ βοριαδάκι ίσα που έκανε αφρουδιά μπροστά μου στα 20 μέτρα, έτσι σκέφτηκα πως καμιά ξέρα θα είναι και έριξα πίσω τις, άφησα τα καλάμια και πήγα κατευθείαν στην καρέκλα, έκατσα άνετα άναψα ένα τσιγάρο, και πήρα τον παγωμένο φραπέ να χαλαρώσω....εκεί που ρούφαγα άπληστα και δρόσιζα με καφεΐνη το λαρύγγι μου, σαν να πήρε το μάτι μου το δεξιό καλάμι να παίζει- ενώ είχα σπάσει φόσφωρα, και είχα τα κουδουνάκια έξω, ξέχασα να τα βάλω και βαριόμουνα να ξανασηκωθώ - και έτσι απλά προσπάθησα μέσα στη νύστα μου να δω αν κούνησε πράγματι η τα μάτια μου μου παίζουν παιχνίδια, η ώρα θα είχε πάει περίπου 12+ και η σύζυγος είχε πέσει με τα μούτρα να καταφέρει ένα από τα έτοιμα σάντουιτς, τις λεω:
- Μωρό μου..είδες τίποτα να κουνάει; με κοιτάει με ένα ύφος τρε μπλαζέ. και μου λεει
- - με βλέπεις να κοιτάζω τα καλάμια σου μωρό μου;
μετά από τέτοια απάντηση τι να κάνω σηκώνομαι με βαριά καρδιά και πόδια λυγισμένα και πάω στο καλάμι που υποτίθεται πως κούνησε, το πιάνω στα χέρια και αρχίζω να λεβάρω.....σκαλωμένο......όχι ρε πούστη μου λεω ..πρώτη μπουκιά και κόκαλο ; λεω δεν γ....... ας κοπεί, και δώστου και μαζεύω......και ξαφνικά ξεσκαλώνει, και ......κάτι είναι επάνω, μπα με το τράβηγμα θα ξεκόλλησε κανένα κομμάτι από τον βράχο χε χε !! ..αλλά όχι, ερχόταν με σκορτσαρίσματα, και ήταν βαρύ το άτιμο, έλα παναγία μου, τι στο διάολο φέρνω...κάποια στιγμή το έχω φέρει σχεδόν έξω, και τι να δω παιδιά....σαργός τετράπαχος, ώρε μάνα μου,
« πλάκα με κάνεις τώρα ρε κολλητέ ; » - που λεει κι’ ένας φίλος μου από καλαμαριά - του δίνω μία και τον πετάω έξω επάνω στα μεγάλα άσπρα βότσαλα και τον χαζεύω, λεω μέσα μου, απίστευτο, και φωνάζω την κυρία μου - που απαθείς δεν συμμεριζόταν το δράμα που βίωνα εκείνες τις στιγμές και τσάκιζε το ψωμί με τα τυριά και τα σαλάμια - μωρό μου κοίτα, ο καλός θεός με δικαιώνει.... σημασία παιδιά, λες και δεν υπήρχα, μάζεψα το ψάρι και το καλάμι και πήγα να ξαναδολώσω, όταν τον έριξα μέσα στην σακούλα ,τότε και μόνο τότε σήκωσε τα μάτια της και με ρώτησε, σαργός είναι αυτός? τις είπα ναι μωρό μου σαργός και μάλιστα θρεμμένος, το μόνο που μου είπε ήταν - εγώ θα φαω και θα πάω να ξαπλώσω !!! τι να πεις.....!!!
Τέλος πάντων μέχρι να ξαναδολώσω, να κοντύνω λίγο τα παράμαλλα, να ρίξω πάλι και να μαζέψω λίγο τα φρένα, εκείνη είχε πάει για ύπνο και έμεινα μόνος μέσα στην απόλυτη ηρεμία, μόνο ο παφλασμός από το κύμα και την φουσκοθαλασσιά ακουγόταν, πως να μην με πάρει ο ύπνος, κάποια στιγμή μέσα στον ύπνο μου άκούω το κουδανάκι να βαράει....- την δεύτερη φορά τα έβαλα - σηκώνομαι και πάω πάλι στο καλάμι, το παίρνω στα χέρια καρφώνω ελαφρά, και νοιώθω πάλι το ίδiο σκηνικό, αλλά αυτή την φορά δεν βράχωσε, δεν είχε την ευκαιρία, έτσι φέρνω πάλι ένα σαργό ίδiο με τον πρώτο, την ώρα που τον ξαγκίστρωνα χτυπάει το άλλο μου καλάμι, τον παρατάω και αρπάζω το καλάμι στα χέρια, το σκηνικό επαναλαμβάνετε για τρίτη φορά ακριβώς το ίδιο, οι σαργοί είχαν πέσει σαν τρελοί στα δολώματα, και παρ όλο που τα αγκίστρια ήταν μεγάλο νούμερο, Νο 2 τσιπουρίσια, κατάπιναν σχεδόν το δόλωμα, έτσι δεν φοβόμουνα μην ξεψαρίσουν, αφού έριξα ξανά και έβαλα πια τα ψάρια στο ψυγείο, άραξα στις καρέκλες σαν Αγάς, ο αέρας είχε κόψει, και μαζί και τα τσιμπήματα, λεω μέσα μου αυτό ήταν, και την έκοψα ξανά στον ύπνο, αλλά μετά από λίγη ώρα, το σκηνικό με τα κουδουνάκια επαναλμβάνετε ,- σας έχει τύχει να μην θέλετε να πάτε στα καλάμια κι' ας ξέρετε πως έχει επάνω ψάρι ; - εγώ αυτό είχα πάθει, με το ζόρι πήγα και έβγαλα ξανά άλλον ένα σαργό καρμπόν με τους υπόλοιπους, τελικά παιδιά, μέχρι τις 4.30 το πρωί είχα στο ψυγείο 9 σαργούς, τότε, κάπου εκείνη την ώρα έκοψε και ο βοριάς, και τσιμπήματα τέλος, άραξα ξανά στην καρέκλα, και λαγοκοιμόμουνα, ώσπου ξαφνικά ακούω το κουδουνάκι να κάνει εκείνο τον γνώριμο γλυκό του ήχο, ανοίγω τα μάτια και κόντεψα να πέσω από την καρέκλα, το καλάμι σχεδόν κοιλιά στην θάλασσα, η ώρα ήταν 5.30 το χάραμα - το θυμάμαι γιατί κρατάω σημειώσεις - ..πάω στο καλάμι και, μέχρι να το φτάσω κάνει άλλη μια γερή και μένει εκεί.....δυστυχώς τα φρένα τα είχα σφιγμένα για τους σαργούς και με την σκέψη αυτή τρέχω του σκοτωμού να το προλάβω, το παίρνω στα χέρια και ανοίγω κάπως τα φρένα, αρχίζω να μαζεύω......ερχόταν κάτι βαρύ, αλά.......ούτε κεφάλια ούτε σκορτσαρίσματα, μπα....παράξενο, τι στο διάολο ήταν αυτό, χταπόδι ; μπορεί, είχα βγάλει άλλο ένα στο ενδιάμεσο, αλλά ήταν μικρoύλι και γύρισε στην μαμά του – κάπου υπάρχει και το σχετικό βίντεο - μάλλον λοιπόν χταπόδι θα ήταν, έτσι όπως ερχόταν ξερά, αλλά...στα τελευταία μέτρα.....κατάλαβα τι ήταν, εκεί κάπου στα δέκα μέτρα από την ακτή άρχισε τις κεφαλιές και τα σκορτσαρίσματα.....
…..Τσιπούρα, και μάλιστα σεβαστού μεγέθους, πως την βγάζουν τώρα έξω ? η απόχη 15 μέτρα μακριά μου, και μόνος μου, πήρα την απόφαση, δεν γινόταν αλλιώς, με την βοήθεια του κύματος και πέταμα ξερά έξω, σε λιγάκι βλέπω το σώμα της ....παναγία μου τι ψάρι είναι αυτό - όσες φορές και να το πιάσεις ποτέ δεν θα χορτάσεις αυτή την ομορφιά - μου ήρθε να την ελευθερώσω - αλλά μετά την σκέφτηκα στα κάρβουνα και το πόσο νόστιμη θα είναι στην σχάρα μου και έδιωξα αμέσως αυτές τις κουτές περιβαλλοντικές μου ευαισθησίες, περίμενα λίγα δεύτερα μέχρι να σκάσει το κύμα και με μία την τραβάω επάνω στα βότσαλα, έμεινα να την χαζεύω για λίγα λεπτά, τα χρώματα, την κορμοστασιά της, περήφανο ψάρι ,και μην πείτε όχι, τελικά την έβγαλα μερικές Φώτο εκεί επάνω στα βότσαλα με τον ήλιο να σκαει μύτη από την ανατολή και να κάνει ακόμα πιο όμορφα και ζωηρά τα χρώματά της, αφού έμεινα να την θαυμάζω λίγο ακόμα, μπήκε μέσα στο ψυγείο να κάνει παρέα με τους άλλους, μια και η ώρα ήταν η καλύτερη, και μια και ο ύπνος μου είχε πια φύγει, είπα να ρίξω ακόμα μερικές, αλλά λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο, την ώρα που ετοιμαζόμουνα να κάνω μια ακόμα βολή, ακούω πλάι μου παφλασμό νερού, γυρίζω και βλέπω έναν - συμπαθητικό κατά τα άλλα γέροντα - να κάνει το πολύ πρωινό μπάνιο και πλατς πλουτς να έρχεται γραμμή επάνω στο καλάμι που ήταν ήδη μέσα με την ‘’όπισθεν’’, του λεω ευγενικά.. αλλά με κάπως σφιγμένα τα δόντια μια μισογελαστή καλημέρα, και του λεω να περιμένει λίγο να μαζέψω το καλάμι που, τελικά μάλλον δεν είχε και τόσο καλή ακοή, και έπεσε καπάκι επάνω στην πετονιά, μόνο τότε με κοίταξε και μου είπε : εδώ κάνουν μπάνιο, απαγορεύετε το ψάρεμα....!!!!! δεν του μίλησα καθόλου, - έτσι κι’ αλλιώς ούτε κι’ εγώ ακούω καλά - άρχισα να μαζεύω το καλάμι και αφού τον ξεμπέρδεψα, του είπα ευγενικά ξανά............αντε...στο καλό, κατάλαβα - όπως κι' εσείς - πως αυτό ….το ψάρεμα - η περιπέτεια καλύτερα - έλαβε τέλος, και ότι ήθελε να μου δώσει, μου το είχε ήδη δώσει και με το παραπάνω, μέχρι εκεί ήθελε, έτσι το δια ταύτα της ιστορίας είναι : 9 σαργοί πάνω από μισό κιλό ο ένας , και μια τσιπούρα περίπου στο 1 1/2, σε ένα μέρος άγνωστο εντελώς, και για ψάρεμα λίγων ωρών ουσιαστικά......
Υ.Γ 1. Κατά τις 7 Ξύπνησε και το κορίτσι και αφού τις πρόσφερα το καφεδάκι που τις είχα φτιάξει ζεστό ζεστό.….Άνοιξε την σακούλα στο ψυγείο, και αφού ο ύπνος και η λίγη έστω ξεκούραση τις είχαν φτιάξει την διάθεση και μάλλον ήθελε να κάνει χιούμορ με τα νεύρα μου αναφώνησε χαρούμενη…..
_ Μμμμμ! Μια χαρά τα πήγαμε ε; !!!!! Τώρα απαντάς σε αυτό ;……
Υ.Γ.2. Όλα τα ψαράκια ψήθηκαν το ίδιο απόγευμα στα κάρβουνα με μπόλικο λαδολέμονο και φαγώθηκαν παρέα με λίγους καλούς φίλους και καλό κρασάκι.
Υ.Γ 3. Υπήρχαν αρκετές φωτογραφίες αλλά από ‘’κρακ’’ στον σκληρό δίσκο έμειναν λίγες, και μην σας ξεγελάσει η ημερομηνία της Φώτο, οφείλετε σε απορύθμιση της μηχανής
Υ.Γ.4. Πιθανόν να σας κούρασα - και σας ζητώ συγνώμη - αλλά δεν γινόταν να ‘’κόψω’’ περισσότερα από την περιγραφή γιατί θα έχανε το νόημα της όλη αυτή η περιπέτεια που ζήσαμε και που ποτέ δεν θα ξεχάσουμε, έτσι ήθελα να σας την μεταφέρω όσο πιο ‘’ζωντανά μπορούσα’’
Φιλικά
Βασίλης