Το ξυπνητήρι τάραξε την ησυχία του δωματίου. Άνοιξε τα μάτια του και διαπίστωσε πως βρισκόταν σε ένα ξένο δωμάτιο. Γύρισε στο πλάι και αντίκρισε την κοπέλα του. Θυμήθηκε πως χθες αργά το βράδυ είχαν φτάσει στο Holmsund, ένα μικρό ψαροχώρι στην Βόρεια Σουηδία. Η κοπέλα του γεννήθηκε και μεγάλωσε εκεί , και οι δυο τους είχαν έρθει από την Γερμανία όπου ζούσαν, για να περάσουν τις γιορτές των Χριστουγέννων μαζί με την οικογένεια της. Εκμεταλλεύτηκαν 2 εβδομάδες διακοπών για να πραγματοποιήσουν αυτό το ταξίδι.
Το βλέμμα του έπεσε στο παράθυρο. Απόλυτο σκοτάδι, περίεργο, το ρολόι έδειχνε δέκα παρά τέταρτο. Μήπως κοιμηθήκαμε ως το επόμενο βράδυ; Σηκώθηκε και άνοιξε την κουρτίνα. Έξω ο κόσμος φαινόταν να κινείται με καθημερινούς ρυθμούς. Άλλοι φτυάριζαν στην είσοδό τους το χιόνι, μητέρες με τα παιδιά τους στο χέρι περίμεναν στη στάση....Ξαφνικά συνειδητοποίησε πως ήταν πρωί, ένα πρωί χωρίς ήλιο, δεν μπορούσε να το διανοηθεί. Μια μελαγχολία άρχισε να τον φλερτάρει. Ένοιωσε σαν το ψάρι στην στεριά. Αυτόματα το μυαλό του έγινε προτζέκτορας, εικόνες από την ηλιόλουστη Ελλάδα, από τις όμορφες παραλίες, την γαλάζια μάγισσα την θάλασσα, τα όμορφα ψαρέματα με φίλους ... Του είχαν πει πως εδώ σ' αυτή τη γωνιά της γης, τον χειμώνα ο ήλιος ανατέλλει κατά τις 10-11 το πρωί και δύει κατά τις 1-2 το μεσημέρι, αλλά δεν το είχε ζήσει ποτέ.
Κατά τις 10:20 άρχισε να... ξημερώνει. Ένα μουντό φως που για πρώτη φορά αντίκριζε ήρθε να τον καθησυχάσει κάπως.
Στις 14:00 χάθηκε το φως και η νύχτα σκέπασε το μικρό χωριό πάλι. Οι ντόπιοι το είχαν συνηθίσει, αυτοί το ζούσαν από μικρά παιδιά. Το καλοκαίρι αντίστοιχα δεν νύχτωνε παρά μόνο για λίγες ώρες.
Οι πρώτες μέρες κύλισαν ήρεμα και γρήγορα, με επισκέψεις και γνωριμίες. Οι άνθρωποι του φέρθηκαν πολύ φιλικά, τον δέχτηκαν αμέσως στην μικρή τους κοινωνία. Ο καιρός όσο πήγαινε και χειροτέρευε -20ο, -30ο, -40ο, χιονοθύελλες , παγωμένη θάλασσα, τα έβλεπε στη τηλεόραση και δεν τα πίστευε. Τα παγοθραυστικά δεν ήταν σε θέση να σπάσουν τον πάγο. Ήρθαν τα Χριστούγεννα, ο καιρός άρχισε να φτιάχνει, το θερμόμετρο ανέβηκε στους -25ο και για πρώτη φορά μετά από μια εβδομάδα αντίκρισε τον ήλιο. Δεν τον κρατούσε τίποτα μέσα, και η πρόταση για μια επίσκεψη στο σπίτι ενός φίλου στην λίμνη, του ήρθε κουτί. Ο Sven ήταν έμπορος αυτοκινήτων και έμενε μόνιμα με την γυναίκα του και τα 3 παιδιά του σ' ένα υπέροχο ξύλινο σπίτι στην όχθη μιας μικρής λίμνης. Μετά την τυπική υποδοχή κάθισαν στο τζάκι για καφέ και το μάτι του έπεσε πάνω σε κάποιες φωτογραφίες στον τοίχο, όπου ο Sven κρατούσε στα χέρια γεμάτος περηφάνια μια 10κιλη τούρνα. '-Ψαράς;' τον ρώτησε με ένα χαμόγελο. '-Ναι, εσύ;'.
Αυτό ήταν. Το 'προξενιό' είχε γίνει. Επί δύο ώρες μιλούσαν για ψάρεμα, για είδη ψαριών, για την θάλασσα, για την λίμνη, και η συζήτηση κατέληξε σε μια πρόσκληση για ψάρεμα αύριο το πρωί. Που; στην παγωμένη λίμνη, με στόχο τις τούρνες, οι οποίες ζούσαν σε αφθονία εκεί. Άρχισε να τον 'τρυπάει' με ερωτήσεις, αλλά εκείνος τράβηξε μια βαθειά ρουφηξιά καπνό από την πίπα του, και χαμογελώντας του είπε:
'- Να είσαι αύριο το πρωί εδώ γύρω στις 9:30 με 10:00 και μη νοιάζεσαι για τίποτε άλλο, θα τα κανονίσω όλα εγώ.'
Το ξημέρωμα, γύρω στις 10 την άλλη μέρα φτάσανε στο σπίτι του Sven. Τους περίμενε ζεστός καφές, κρουασάν, και ένα λικεράκι σουηδικό. Του πρότειναν να αλλάξει ρούχα και αυτός υπάκουος, φόρεσε το αντιανεμικό και αδιάβροχο τζάκετ και παντελόνι πάνω από τα βαμβακερά και ισοθερμικά του ρούχα, καθώς και τα αντίστοιχα υποδήματα ειδικά για τον πάγο. Γάντια, σκούφος, κασκόλ, απαραίτητα στους -25ο, και ένα μικρό μπουκάλι βότκα στην τσέπη. Ένα περίεργο εξάρτημα κάτι σαν το 'σχοινάκι' που κάνουν στην γυμναστική, με 2 ξύλινες λαβές και στα άκρα εξοπλισμένο με δύο σουβλιά, κρεμάστηκε πάνω από τους ώμους. Του εξήγησαν πως αυτό θα το χρησιμοποιούσε μόνο σε περίπτωση που υποχωρήσει ο πάγος, και πάντα γυρνώντας προς τα πίσω και καρφώνοντας τα μυτερά άκρα πάνω στον πάγο. Έτσι θα μπορούσε να κρατηθεί και να ανελκυθεί από τα παγωμένα νερά. Και μόνο με την σκέψη αυτή του ερχόταν μια ανατριχίλα, η οποία όμως καθόλου δεν τον απέτρεπε από τον τελικό σκοπό του, το ψάρεμα στον πάγο.
Τα πρώτα βήματα στην λίμνη ήταν πολύ διστακτικά μιας και το χιόνι που σκέπαζε τον πάγο, δεν επέτρεπε να διακρίνει κανείς το πάχος του πάγου. Μετά από 50 περίπου μέτρα ανακάλυψαν ξαφνικά πατημασιές. Αυτό ήταν αφορμή να ξεθαρρέψουν και ακολουθώντας τα ίχνη έφτασαν μέχρι την μέση περίπου της λίμνης.
Εκεί, αφού άφησαν κάτω τα εργαλεία τους, άρχισαν να ανοίγουν τρύπες στον πάγο με μεγάλα πλαστικά τρυπάνια, τα οποία είχαν κάτω στα κοπτικά τους άκρα, μεταλλικές πλάκες, ενώ πάνω είχαν κάτι σαν μανιβέλα, ώστε να περιστρέφονται εύκολα.
Τα καλάμια ήταν πολύ μικρά, συμπαγή και οι μηχανισμοί επίσης μικροί και ελαφριοί. Το 'δόλωμα' ήταν κάποια μικρά τεχνητά ψαράκια, κάτι σαν ragloo σε διάφορες αποχρώσεις. Διαπίστωσε πως το να ανοίξει κανείς μια τρύπα διαμέτρου 120 χιλιοστών σε πάγο πάχους περίπου 15-20 εκατοστών, δεν ήταν καθόλου εύκολο. Με μεγάλη αγωνία για το αποτέλεσμα, άφησε το ψαράκι να γλιστρήσει προς τον βυθό, υπολογίζοντας το βάθος περίπου στα 10 μέτρα. Όταν αισθάνθηκε πως πάτωσε , το σήκωσε ελαφρά προς τα πάνω και άρχισε να το ανεβοκατεβάζει με τέχνη, αντιγράφοντας φυσικά τις κινήσεις των άλλων, μιας και γι' αυτόν ήταν η πρώτη φορά. Τα λεπτά κυλούσαν και αποτέλεσμα μηδέν. Σήκωνε πιο ψηλά το ψαράκι, το πήγαινε πιο χαμηλά, αλλά μάταια, το πολυπόθητο τσίμπημα φάνταζε όνειρο απατηλό. Σκέψεις πολλές περνούσαν από το μυαλό του. Τι φταίει, τι κάνω λάθος; Μήπως τα ψάρια είναι αλλού; Μήπως από το κρύο τα ψάρια δεν τρώνε;
Δεν είναι δα και εύκολο να στέκεσαι ακίνητος πάνω στον πάγο με -25ο, χωρίς κάποιο κίνητρο, ή έστω την ένδειξη κάποιας παρουσίας ψαριών.
Τις σκέψεις του ήρθε να διακόψει ένα επιφώνημα χαράς. Γύρισε το βλέμμα του προς τον Gunnar, τον τρίτο της παρέας, και με χαρά διαπίστωσε πως είχε βγάλει μια τούρνα γύρω στα 2 κιλά. Τράβηξε μια γερή γουλιά βότκα από το φλασκί του, και με ανεβασμένη ψυχολογία πλέον συνέχισε το 'παιχνίδι' με το ψαράκι του.
Τα λεπτά κυλούσαν, ο ήλιος είχε ανέβει για τα καλά στον γκρίζο ουρανό του Βορρά, όταν από μακριά είδε κάποιον με...ποδήλατο να έρχεται προς το μέρος τους. Σε λίγο εμφανίστηκε ένας παππούς με τον σκύλο του, και αφού αντάλλαξε κάποιες κουβέντες με τους δύο Σουηδούς, κατέβηκε από το ποδήλατό του και άνοιξε ένα καλάθι που είχε τοποθετήσει στη σχάρα του ποδηλάτου. Ήταν μέχρι πάνω γεμάτο με τούρνες, σεβαστού μεγέθους περίπου στα 8-10 ψάρια.
Μας είπε πως ψάρευε από τις 08:00 σε ένα σημείο γύρω στα 200 μέτρα μακριά, και πως είχε ανοίξει πάνω από 30 τρύπες μέχρι να τα βρει.
Μόλις έφυγε ο παππούς, άρχισε να ανοίγει τρύπες σαν τρελός, σε απόσταση 20 μέτρων περίπου άνοιξε γύρω στις 10-12 τρύπες. Ζεστάθηκε για τα καλά, και χαμογέλασε μονολογώντας '- Αυτό θα πει να κάνεις μια τρύπα στο νερό με όλη την σημασία της λέξης'.
Άρχισε να ψαρεύει εναλλάξ στις τρύπες, άλλαξε ψαράκια με άλλο χρώμα, ώσπου ξαφνικά σκάλωσε. Τίναξε το καλάμι προς τα πάνω και κατάλαβε ότι στην άλλη άκρη κάποιος δεν αστειευόταν. Προς στιγμή τα έχασε, φοβήθηκε πως τα εργαλεία δεν θα ήταν σε θέση να βγάλουν ένα τόσο μεγάλο ψάρι. Χαλάρωσε κι' άλλο τα φρένα, πήρε τα μπόσικα και ξανακάρφωσε μαλακά.
Φρρρρρρ! ό μαγικός ήχος ήρθε να ανεβάσει την αδρεναλίνη στο κατακόρυφο και να τραβήξει την προσοχή των άλλων, οι οποίοι παράτησαν προς στιγμή το ψάρεμα και ήρθαν προς το μέρος του. Μη φοβάσαι του είπε ο Sven, τα εργαλεία είναι ότι πρέπει για μεγάλες τούρνες, πάλεψέ το άφοβα και εμείς θα σε βοηθήσουμε να το βγάλεις. Έσφιξε τα φρένα και άρχισε την πάλη μέτρο προς μέτρο. Αντλούσε με το καλάμι και μάζευε με γρήγορες περιστροφές, και πάλι το ίδιο, αντλούσε και μάζευε. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή από την αγωνία, ενώ οι δύο φίλοι τον ενθάρρυναν στην προσπάθειά του. Η τούρνα επιτέλους έφτασε κοντά στην επιφάνεια και ο Sven έβγαλε το γάντι του και ανασήκωσε το μανίκι του. Με το ένα χέρι έπιασε την πετονιά και με το άλλο κατάφερε να πιάσει το ψάρι και να το πετάξει έξω από το νερό, πάνω στον πάγο. Ένα επιφώνημα θαυμασμού ξέφυγε σχεδόν ταυτόχρονα από τα τρία στόματα. Μια τούρνα κοντά στα 5 κιλά ήταν το κορυφαίο έπαθλο της εξόρμησής τους, ήταν η αμοιβή για το ξεπάγιασμα, για το εξαντλητικό άνοιγμα των τρυπών. Δεν ήθελε πια να ψαρέψει, του αρκούσε η μάχη που έδωσε και το βλέμμα του δεν ξεκολλούσε πάνω από το ψάρι, το οποίο είχε βρει ακαριαίο θάνατο από το μαχαίρι του Sven, λίγα δευτερόλεπτα μετά την σύλληψή του. Μάζεψε τα εργαλεία του και φανερά ανακουφισμένος έκανε μια βόλτα στη λίμνη, αφήνοντας πίσω τους δυο φίλους του να ψαρεύουν. Ήταν η πιο όμορφη στιγμή του ταξιδιού του, εκείνο το ανέμελο περπάτημα στην λίμνη, με τον ήλιο να φαντάζει πιο λαμπερός από ποτέ, με τις μπαταρίες του φορτισμένες στο φουλ. Δεν το ένοιαζε που σε λίγο άρχισε πάλι να σουρουπώνει και θα έπρεπε να γυρίσουν στο σπίτι. Η περιπέτεια στον πάγο είχε καταχωρηθεί στην μνήμη του ανεξίτηλα σαν κάτι το μοναδικό, κάτι το ξεχωριστό, το οποίο θα θυμάται για πάντα.
Τους Sven και Gunnar δεν τους ξαναείδε από τότε, ούτε και ξαναπήγε ποτέ του στο Holmsund. Όμως κάθε φορά που 'σφίγγει' ο καιρός τον χειμώνα και το χιόνι σκεπάζει την αυλή του, στέκεται με την μύτη του κολλημένη στο παράθυρό, και με αφηρημένο ύφος αναπολεί εκείνες τις στιγμές, συνειδητοποιώντας πως οι φίλοι του θα είναι για πάντα μαζί του. Κάπου εκεί σε μια γωνίτσα της καρδιάς του.