Όλα αυτά που γράφει οι Νάσος παραπάνω τα προσυπογράφω γιατί είναι παρατηρήσεις και δικές μου αλλά και πολλών άλλων. Όσα σημείωσα πιο πάνω δεν είχαν σαν στόχο να απαξιώσουν δολώματα εγνωσμένης αξίας, με μόνο κριτήριο την «περιοχή», αλλά να επισημάνουν ότι η αποτελεσματικότητα ενός δολώματος «δεν είναι ποτέ δεδομένη» και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων πολλές φορές είναι και ο «τόπος».
Επειδή όμως βλέπω ότι αυτή η συζήτηση κερδίζει το ενδιαφέρον αρκετών, θα ήθελα σε όσα μέχρι τώρα κατέθεσα να προσθέσω και μερικά ακόμη για να καλύψω από τη μεριά μου πλήρως το θέμα, λέγοντας όλα όσα γνωρίζω σχετικά.
Η σύσταση που έκανα στον φίλο Τάσο να ψαρεύει μετά τη δύση του ήλιου ώστε να αποφεύγει τα μικρόψαρα που του χαλάνε το δόλωμα, αν θέλουμε «να τα πούμε όλα», δεν είναι απόλυτα σωστή, για τους εξής λόγους:
Ο τρόπος που ξεγελιούνται τα πολύ πονηρεμένα ψάρια, είναι μεν τα πολύ λεπτά εργαλεία ή και η προτίμηση της νύχτας για τα ψαρέματά μας, οπότε το «δύσκολο» ψάρι έχει την «ευκαιρία» να βλέπει για πολλή περισσότερη ώρα το «λαχταριστό» δόλωμα μπροστά του κ.λ.π. όμως αυτές οι λογικές «δεν απαντάνε» στις περιπτώσεις που μεγάλα και πολύ πονηρεμένα ψάρια συλλαμβάνονται μερικές φορές σε συνθήκες εντελώς ανάποδες από αυτές. Σε αυτές τις περιπτώσεις η εύκολη απάντηση είναι ότι το ψάρι ήταν ενδεχομένως πεινασμένο ή άρρωστο ή … μπορεί και να μην είχε «σώας τας φρένας» δηλαδή μπορεί να ήταν τρελό ή χαζό.
Προσωπικά πιστεύω ότι τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει, αλλά έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι άλλος είναι σε αυτές τις περιπτώσεις ο παράγοντας που «παρασύρει» το υποψιασμένο θήραμα και το «πείθει» να τσιμπήσει το δόλωμά μας και να … αυτοκτονήσει.
Όσο παράξενο και οξύμωρο κι αν φανεί αυτό, ο παράγοντας που πιστεύω ότι φέρνει αυτό το αποτέλεσμα είναι ακριβώς αυτός που προσπαθούμε με όσα μέχρι τώρα είπαμε (μαζί και εγώ) να αποφύγουμε, δηλαδή τα μικρόψαρα.
Αν δηλαδή κάποιος μπορέσει να παρατηρήσει όλο το σκηνικό που λαβαίνει χώρα μέσα στη θάλασσα, θα δει τα εξής:
Μόλις το δόλωμά μας φτάσει στον πάτο της θάλασσας, πολλά ανυποψίαστα μικρόψαρα θα πέσουν επάνω του και θα προσπαθούν να το αποδεκατίσουν το συντομότερο, όπως ακριβώς παραπονείται ότι συμβαίνει ο Τάσος. Ταυτόχρονα όμως, αν κανείς παρατηρήσει πιο προσεκτικά, θα δει κρυμμένα σε σκιές, σε φωλιές, σε γωνιές, κάποια μεγαλύτερα ψάρια να παρατηρούν με προσοχή την όλη κατάσταση και μερικές φορές να επιτίθενται μανιασμένα και να χάφτουν με μιας το δόλωμά μας, παραμερίζοντας βίαια όλα τα «πιτσιρίκια» που το λιανίζουν λίγο - λίγο.
Τι ακριβώς συμβαίνει λοιπόν τότε;
Από πολλές παρατηρήσεις έχω συμπεράνει ότι η αντίσταση του πονηρεμένου και πολύπειρου ψαριού κάμπτεται ακριβώς γιατί βλέπει να «πιτσιρίκια» να τρώνε με άνεση έναν λαχταριστό μεζέ και το όλο αυτό θέαμα το πείθει ότι δεν υφίσταται ενδεχόμενος κίνδυνος. Άρα με τη λογική αυτή τα μικρόψαρα όχι μόνο δεν μας ενοχλούν αλλά είναι και επιθυμητό να υπάρχουν, γιατί η ύπαρξή τους είναι ο παράγοντας που συμβάλει ώστε να πεισθεί το μεγάλο να … ορμήσει.
Πώς θα λύσουμε όμως το πρόβλημα του «μαλακού» δολώματος, που δεν «αντέχει» στις επιθέσεις των μικρών και μέχρι να του ορμήσει το μεγάλο ψάρι; Προφανώς πρέπει να το αντικαταστήσουμε με κάτι που να αντέχει, δηλαδή να είναι ένα δόλωμα εύγευστο μεν για τους ... «μουστερήδες» αλλά ταυτόχρονα και «σκληρό» που για να διαλυθεί θα πρέπει να υποστεί πολλές επιθέσεις από τα μικρόψαρα που στην προκειμένη περίπτωση αποτελούν και το μέσον «παραλλαγής» όπως λέγεται στη γλώσσα του στρατού η «κάλυψη».
Αυτό είναι και το συμπέρασμα όλης αυτής της ανάλυσης που έκανα και που μπορεί μεν να σας κούρασε, αλλά όλα στη θάλασσα για να τα μάθεις πρέπει δυστυχώς να κουραστείς.
Και ποια άραγε είναι τα δολώματα που μπορεί να διαθέτουν τέτοια χαρακτηριστικά;
Προσωπικά γνωρίζω μόνο ένα, το οποίο δεν πωλείται στα καταστήματα ειδών αλιείας και όποιος θέλει να το προμηθευτεί πρέπει να μάθει να το βγάζει και να το «φτιάχνει» μόνος του. Επιστημονικά ονομάζεται Ολοθούριο, ενώ οι λαϊκές του ονομασίες είναι «αγγούρι της θάλασσας», «ψώλος», «ψολιάγκος» κ.λ.π.
Οι περισσότεροι από εμάς το γνωρίζουν ήδη και όσοι δεν ξέρουν το πώς συλλαμβάνεται και επεξεργάζεται ώστε να γίνει δόλωμα, δεν έχουν παρά να καταθέσουν ανάλογη ερώτηση στο διαδίκτυο όπου θα δουν αρκετά σχετικά βιντεάκια ή να διαβάσουν το βιβλίο μου «Η Τέχνη του Παραγαδιού» όπου περιγράφω όλη τη διαδικασία αναλυτικά.
Πιθανώς ανά την Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο να υπάρχουν και άλλα δολώματα με τα ίδια χαρακτηριστικά, στη δική μας όμως την επικράτεια εγώ μόνο αυτό γνωρίζω να χρησιμοποιείται από τους παραδοσιακούς επαγγελματίες ψαράδες για ψαρέματα «ημέρας», κυρίως βέβαια σε παραγάδια, γιατί οι επαγγελματίες ούτε casting γνωρίζουνε ούτε κάτι άλλο παρεμφερές.
Και μια τελευταία σημείωση που τη θεωρώ αναγκαία για την περίσταση:
Ένας καλός τρόπος για να μαθαίνει κανείς ήταν, είναι και θα είναι, η προσεκτική παρατήρηση των τρόπων που λειτουργούν οι επαγγελματίες ψαράδες, γιατί εκτός των άλλων γι' αυτούς σημαντικός παράγοντας είναι και το οικονομικό, το οποίο νομίζω ότι ειδικά στη σημερινή συγκυρία θα πρέπει να απασχολεί σοβαρά και τον ερασιτέχνη.
Εγώ πάντως αυτό κάνω...