mignatiou.com/2014/08/afto-to-pedi-xeri-na-agapai-esi/
ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Τον Ιούλιο 1998 στη Ρώμη, 120 Κράτη-Μέλη των Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησαν μια σύμβαση για τη σύσταση – για πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου – ενός μόνιμου διεθνούς ποινικού δικαστηρίου. Η σύμβαση αυτή τέθηκε σε ισχύ τον Ιούλιο 2002, εξήντα ημέρες μετά από την ημέρα που εξήντα Κράτη είχαν γίνει μέρος του Καταστατικού δια της επικύρωσης ή της προσχώρησης.
«Το μακρινό όνειρο ενός μόνιμου Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου γίνεται πραγματικότητα», είπε πρόσφατα ο κ. Κόφι Άνναν, Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών. « Η ελπίδα μας είναι ότι, τιμωρώντας τους ενόχους, το ΔΠΔ θα δώσει λίγη παρηγοριά στα επιζώντα θύματα και στις κοινότητες που είχαν γίνει στόχος. Ακόμα πιο σημαντικό, ελπίζουμε ότι θα αποτρέψει μέλλοντες εγκληματίες πολέμου, και θα φέρει πιο κοντά την ημέρα όπου κανείς αρχηγός, κανένα Κράτος, καμία χούντα και κανένας στρατός οπουδήποτε δεν θα είναι ικανοί να καταχρώνται τα ανθρώπινα δικαιώματα ατιμωρητί».
Αυτό το ενημερωτικό κείμενο απαντά σε μερικά από τα συνήθη ερωτήματα σχετικά με το Δικαστήριο.
Γιατί οι χώρες αποφάσισαν να ιδρύσουν ένα Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο; Σε τι θα διαφέρει από άλλα δικαστήρια;
Το 1948, μετά από τα δικαστήρια της Νυρεμβέργης και του Τόκιο ύστερα από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών πρώτη αναγνώρισε την ανάγκη για ένα μόνιμο διεθνές δικαστήριο που θα εξέταζε περιπτώσεις φρικωδών πράξεως σαν αυτήν που είχε μόλις διαπραχθεί. Από τότε, στον ΟΗΕ γινόταν κατά καιρούς συζήτηση για την ανάγκη ενός τέτοιου δικαστηρίου. Το εύρος, η κλίμακα και η μισητή φύση των φρικαλεοτήτων που έχουν διαπραχθεί τα τελευταία 20 χρόνια σε πολλά μέρη του κόσμου έδωσε το έναυσμα για τη δημιουργία ενός μόνιμου μηχανισμού για να προσάγονται στη δικαιοσύνη όσοι διαπράττουν αδικήματα όπως η γενοκτονία, η εθνοκάθαρση, η σεξουαλική δουλεία και ο ακρωτηριασμός, περιλαμβανομένου του ακρωτηριασμού άκρων αμάχων, ακόμα και παιδιών, και για να δοθεί επιτέλους τέλος στην ατιμωρησία που τόσο συχνά χαίρονται αυτοί που είναι στην εξουσία.
Την περίοδο που ακολούθησε τα γεγονότα στη Ρουάντα και στην πρώην Γιουγκοσλαβία, το Συμβούλιο Ασφαλείας αντέδρασε δημιουργώντας δικαστήρια για να φέρουν στη δικαιοσύνη άτομα που είχαν διαπράξει εγκλήματα. Τα δικαστήρια αυτά, που ιδρύθηκαν μετά το γεγονός,περιορίζονται από τις εντολές που έχουν που είναι συγκεκριμένες σε χρόνο και χώρο. Η ίδρυση ενός τέτοιου δικαστηρίου είναι μια πρόκληση,και είναι μια μακρόχρονο και ακριβό εγχείρημα. Ένα μόνιμο δικαστήριο με εντολή να προσάγει στη δικαιοσύνη άτομα που ευθύνονται για τα πιο σοβαρά εγκλήματα του κόσμου, φρικαλεότητες και μαζικές δολοφονίες θα είναι πιο αποτελεσματικό και αποδοτικό. Θα μπορεί να αναλαμβάνει δράση γρήγορα, και πιθανόν να περιορίζει το μέγεθος ή τη διάρκεια της βίας.Από τη φύση της ύπαρξης του και μόνο, θα είναι ένας πολύ πιο ανασταλτικός παράγοντας. Πιθανοί εγκληματίες πολέμου μπορεί να το ξανασκεφτούν πριν εφαρμόσουν τα σχέδιά τους όταν ξέρουν ότι θα πρέπει να λογοδοτήσουν – ως άτομα-- ακόμα και αν είναι αρχηγοί κράτους. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, που ιδρύεται ως ανεξάρτητη οντότητα, θα μπορεί να ενεργεί σε σχέση με εγκλήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του χωρίς ειδική εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.
Τι εγκλήματα θα εκδικάζει το Δικαστήριο;
Το Δικαστήριο έχει εντολή να δικάζει άτομα και όχι Κράτη και να επιρρίπτει ευθύνες για τα πιο σοβαρά εγκλήματα που απασχολούν τη διεθνή κοινότητα—εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και γενοκτονίες και, τελικώς, το έγκλημα της επίθεσης. Μια συνήθης παρανόηση είναι ότι το Δικαστήριο θα μπορεί να δικάζει αυτούς που έχουν διαπράξει τέτοια εγκλήματα στο παρελθόν, όμως αυτό δεν ισχύει. Το Δικαστήριο θα έχει αρμοδιότητα μόνο για εγκλήματα που θα διαπραχθούν αφού το Καταστατικό τεθεί σε ισχύ τον Ιούλιο 2002.
Η γενοκτονία καθορίζεται ως μια σειρά απαγορευμένων πράξεων, όπως φόνος, ή σοβαρή βλάβη, που διαπράττονται με πρόθεση τη μερική ή ολική καταστροφή, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας.
Όπως αναφέρεται στο Καταστατικό, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας περιλαμβάνουν εγκλήματα όπως την εξολόθρευση αμάχων, την υποδούλωση,τον βασανισμό, τον βιασμό, την εξαναγκαστική εγκυμοσύνη, τον κατατρεγμό πολιτικών, φυλετικών, εθνικών, εθνοτικών, πολιτιστικών, θρησκευτικών ομάδων ή ομάδων με βάση το φύλο, και τις εξαναγκαστικές εξαφανίσεις –αλλά μόνο όταν είναι μέρος μιας εκτεταμένης ή συστηματικής επίθεσης που στρέφεται εναντίον αμάχων πληθυσμών.
Ο χαρακτηρισμός των «εκτεταμένων ή συστηματικών» για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας είναι πολύ σημαντικός, καθώς απαιτεί ένα συγκεκριμένο μέγεθος ή/και έκταση πριν ένα έγκλημα θεωρηθεί ότι εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Αυτό διαφέρει από τις πράξεις βίας --όπως είναι ο βιασμός, η δολοφονία ή ακόμα και τα βασανιστήρια—που μπορεί να διαπράττονται, ίσως ακόμα και από ένστολους στρατιώτες, αλλά που δεν χαρακτηρίζονται ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.