Ερώτηση Παραμύθια και ιστορίες για μικρά και μεγάλα παιδιά

11/07/2010 15:33 #31 από Τελάλης
Απαντήθηκε από Τελάλης στο θέμα Φώτης Κόντογλου: Η ανταρσία του «Μπάουντυ» - ΙΙΙ

    Να τι έγραφε τότε στο βιβλίο του ο καπετάν Κάρτρετ: «Στις 2 Ιουλίου, μέρα Πέμπτη, είδαμε μια στεριά κατά τον βοριά. Την άλλη μέρα πήγαμε γιαλό και μας φάνηκε σαν ένας θεόρατος βράχος που βγήκε μεσ’ από το νερό. Δεν θα ‘χε περιφέρεια περισσότερη από πέντε μίλια και φαινότανε έρημη από άνθρωπο. Ήτανε όμως σκεπασμένη από δέντρα κι είδαμε ένα μικρό ποταμάκι να κατεβαίνει από τη μια πλαγιά του. Θελήσαμε να βγούμε όξω μα οι θάλασσες σκάζανε με μανία στα βράχια και σηκώνανε ένα τέτοιο αντιμάμαλο, που δεν θα μπορούσαμε να το περάσουμε. Ρίξαμε το σκαντάλι ένα μίλι ανοιχτά από τη στεριά και βρήκαμε τριανταέξι μέτρα νερό κι ο πάτος ήτανε άμμος και κοράλια. Είδαμε πολλά θαλασσοπούλια κι η θάλασσα φαινότανε πως είχε ψάρια. Το νησί το βγάλαμε Πίτκαιρν από το όνομα που είχε ένας νέος αξιωματικός που το είδε πρώτος.»

    Το «Μπάουντυ» πήγε γιαλό, κοιτάζοντας καλά μην ήτανε εκεί κοντά κανένα άλλο καράβι και φουντάρισε μέσα σ’ ένα μικρό μαντράκι. Σε λίγο βγήκανε στη στεριά ο Κρίστιαν με έξι εφτά. Αφού είδανε καλά καλά την ακροθαλασσιά, προχωρήσανε παραμέσα.

    Το νησί τους άρεσε, γιατί είχε όλα όσα θέλανε να ‘χει, μ’ άλλα λόγια είχε πολλά δέντρα, νερά τρεχούμενα, πλαγιές, για να καλλιεργήσουνε κι έμορφα μέρη, για να κάνουνε σπίτια, που δεν φαινόντανε από την ανοιχτή θάλασσα κι απάνω απ’ όλα δεν είδανε κανένα σημάδι που να φανερώνει άνθρωπο. Κάτι μυτεροί βράχοι στεκόντανε όρθιοι κι οι χαράδρες κατεβαίνανε κατακέφαλα κατά τη θάλασσα και μέσα σ’ αυτές θα μπορούσανε να κρυφτούνε και να χτυπήσουνε τον οχτρό, αν τύχαινε να ξεμπαρκάρουνε τίποτα ναύτες στην ακρογιαλιά. Είδανε και πολλές σπηλιές, που μπορούσανε να κρυφτούνε μέσα σ’ αυτές στην ανάγκη, ώσπου να περάσει ο κίντυνος.

    Λοιπόν αποφασίσανε ν’ απομείνουνε στο Πίτκαιρν. Το καράβι το πήγανε μέσα σ’ έναν κόρφο στα βορινά του νησιού, κατά τον γρεγολεβάντε (ΒΑ), επειδής εκεί πέρα δεν έπιανε πολύ ο αγέρας, και κείνον τον κόρφο τον βαφτίσανε «Κόρφο Μπάουντυ».

    Κουβαλήσανε στη στεριά ό,τι είχε μέσα το καράβι, ζωοθροφίες, εργαλεία, άρματα, δέντρα, ζωντανά, καραβόπανα, σκοινιά, σιδερικά. Ο Κρίστιαν τους είπε να τραβήξουνε όξω το καράβι, για να το ξεπαρταλώσουνε και με τα σανίδια να κάνουνε τα σπίτια τους. Μα οι άλλοι βιαζότανε να το χαλάσουνε μιαν ώρα αρχύτερα, μην τύχει και τους φανερώσει.

    Έτσι κι έγινε. Στις 23 Ιανουαρίου του 1790, ένας ναύτης έβαλε φωτιά στο κακόμοιρο το «Μπάουντυ» και κάγηκε, πριν μάλιστα να το ξεφορτώσουνε ολότελα. Ύστερα κάψανε κι εξαφανίσανε όσα πράγματα δεν μπορέσανε να κουβαλήσουνε παραμέσα, για να μην αφήσουνε κανένα σημάδι. Κάτι στραβόξυλα, το σωτρόπι, την καρίνα και τα ποδοστάματα, που δεν καγήκανε, τα έλιωσε η θάλασσα απάνω στη θαλασσοβραχιά.

    Αφού δεν απόμεινε τίποτα στην ακροθαλασσιά που να φανερώνει πως υπάρχανε άνθρωποι στο νησί, μια που εξαφανίστηκε το καράβι και κουβαλήσανε ό,τι είχανε οι επαναστάτες μακριά, στο παραμέσα μέρος του νησιού, ησυχάσανε κι επιδοθήκανε στη δουλειά τους.

    Στην αρχή κάνανε ένα μικρό χωριό από τσαντίρια, κανωμένα με τα πανιά του καραβιού. Ύστερα χωρίσανε όλο το νησί σε κομμάτια και τα μοιραστήκανε μεταξύ τους. Ο καθένας στο μερίδιό του έκανε ό,τι ήθελε, μάζευε ό,τι καρπό είχανε τα δέντρα, έσπερνε, φύτευε. Η γης ήτανε καρπερή και τ’ άγρια δέντρα είχανε πωρικά νόστιμα. Λογαριάζανε πως με λίγη δουλειά θα μπορούσανε να περάσουνε τη ζωή τους δίχως να στερηθούνε.

    Αλλά τη γης δεν τη μοιράσανε δίκαια. Γιατί πήρανε μερίδιο μοναχά οι εννιά Εγγλέζοι. Οι μαύροι δεν πήρανε τίποτα, μοναχά λογαριαστήκανε για σκλάβοι. Οι άσπροι πήρανε μια γυναίκα ο καθένας κι επειδή περισσέψανε μοναχά τρεις γυναίκες για τους έξι μαύρους, έπεφτε μια γυναίκα στους δυο άντρες.

    Τις πρώτες μέρες οι επαναστάτες τρομοκρατηθήκανε από κάποια σημάδια που είδανε. Απάνω σε μια ψηλή και μυτερή ράχη είδανε έναν άνθρωπο σκαλισμένον στην πέτρα κι εκεί κοντά βρήκανε κόκαλα και κάποια αχνάρια από καλύβες, καθώς κι ένα μοράι σαν εκείνα που υπήρχανε στο Ταϊτί, δηλαδή κάτι μάντρες με πέτρες στημένες όρθιες σαν είδωλα, που είναι οι εκκλησιές τους. Αλλά δεν είδανε τίποτα που να μαρτυρά πως εζούσανε στο νησί άνθρωποι, τον καιρό που πήγανε οι επαναστάτες. Ωστόσο κάμποσο διάστημα ζήσανε με τον φόβο μήπως οι αραπάδες τους είχανε δει να βγαίνουνε από το καράβι κι αποτραβηχτήκανε παραμέσα και κρυφτήκανε. Μα σιγά σιγά ξεφοβηθήκανε, γιατί δεν είδανε πια τίποτα ύποπτο.

    Δυο χρόνια περάσανε ήσυχη ζωή, δουλεύοντας τη γη. Φυτεύανε ταρό κι ιγκνάμια, που είναι κάτι γλυκοπατάτες και στις καλύβες που κάνανε αντίς τα τσαντίρια που είχανε πρώτα, μαζεύανε τις μπανάνες και τις αραποκαρύδες.

    Όλοι οι Πιτκαιρνιανοί ήτανε εννιά Εγγλέζοι και δεκαοχτώ μαύροι. Από τους μαύρους μοναχά οι δυο ήτανε από το Τουμπουάι, οι άλλοι ήτανε από το Ταϊτί. Αρχηγός απάνω σ’ όλους ήτανε ο Φλέτσερ Κρίστιαν, άνθρωπος σπουδασμένος κι από καλό σπίτι. Ο αδερφός του ο Εντουάρτος ήτανε καθηγητής της Νομικής στο Καίμπριτζ.

    Ζούσανε λοιπόν ήσυχα, ώσπου μια μέρα μαλώσανε για μια γυναίκα που γκρεμνίστηκε από τους βράχους και σκοτώθηκε, εκεί που μάζευε αυγά από τ’ αγριοπούλια. Ο ναύτης που την είχε, ένας Ουίλλιαμς, γύρεψε τότε να διαλέξει μιαν άλλη γυναίκα, ει δ’ αλλέως είπε πως θα ‘φευγε με τη βάρκα του καραβιού. Οι άλλοι Εγγλέζοι είπανε στους μαύρους να δώσουνε στον Ουίλιαμς μιαν από τις τρεις γυναίκες που είχανε. Οι αραπάδες θυμώσανε κι ορκιστήκανε κρυφά να σφάξουνε όλους τους Εγγλέζους. Μα προδοθήκανε από μια Ταϊτινή που είχε για άντρα έναν Εγγλέζο κι οι μαύροι τρυπώσανε στο δάσος κι εκεί μαλώσανε και σκοτωθήκανε μεταξύ τους κι απομείνανε τέσσερες από έξι.

    Περάσανε άλλα δυο χρόνια ήσυχα. Όπου άξαφνα ξεσηκωθήκανε οι αραπάδες καταπάνω στους άσπρους, επειδή τους βασανίζανε και σχεδιάσανε να σκοτώσουνε τ’ αφεντικά τους. Οι μαύροι χωθήκανε στα δέντρα αρματωμένοι. Κάποιοι Εγγλέζοι τρέξανε από πίσω τους και για να μην τα πολυλογούμε, οι αραπάδες σκοτώσανε τον Ουίλλιαμς. Κείνη την ώρα ο Κρίστιαν δούλευε στο χωράφι του, όπου μια μπάλα τον χτύπησε και τον σκότωσε. Έτσι πέθανε εκείνος ο άνθρωπος που στάθηκε η αιτία να γίνουνε τόσα κακά.

    Την ίδια μέρα, οι αραπάδες σκοτώσανε τον κανονιέρη Μιλς κι άλλους δυο άσπρους. Ένας άλλος Εγγλέζος, ο Αλέξανδρος Σμιθ, που πήρε πιο ύστερα τ’ όνομα Τζον Άνταμς, εκεί που δούλευε στο χωράφι του δίχως να ξέρει τι γινότανε, είδε να τρέχει τρομαγμένη κατά το μέρος του μια από τις Ταϊτινές και να τον ρωτά πώς δεν είχε πάρει είδηση τον σκοτωμό που γινότανε. Ο Σμιθ έτρεξε για να κρυφτεί στο δάσος. Ύστερ’ από λίγη ώρα, επειδή δεν άκουσε πια τίποτα, αποφάσισε να γυρίσει πίσω στο χωράφι του, για να πάρει λίγες γλυκοπατάτες μαζί του και να γυρίσει στην κρυψώνα του. Μα οι μαύροι τον παραφυλάγανε και του ρίξανε μια τουφεκιά. Η μπάλα μπήκε από την ωμοπλάτη και βγήκε από το λαιμό του. Οι αραπάδες πέσανε απάνω του και τον χτυπούσανε με τα κοντάκια, μα ο Σμιθ μπόρεσε και σηκώθηκε και πήρε δρόμο κατά το δάσος αφήνοντας πίσω τους μαύρους. Οι αραπάδες, σαν είδανε πως θα τους ξέφευγε, του φωνάξανε πως θα του χαρίζανε τη ζωή, αν παραδεχόταν τη συμφωνία που θα του κάνανε. Ο Σμιθ τους έδωσε το λόγο του πως παραδεχότανε και σε λίγο έπεσε χάμω μισοπεθαμένος. Τότες οι αραπάδες τον σηκώσανε και τον πήγανε στην καλύβα του Κρίστιαν κι εκεί τον περιποιηθήκανε και τον γλιτώσανε.

    Ησυχάσανε για μια βδομάδα. Μα ύστερα έπιασε ξανά ο πόλεμος, ανάμεσα στους έξι Εγγλέζους που είχανε απομείνει ζωντανοί και στους μαύρους. Ο καβγάς ήτανε για τις γυναίκες που είχανε αφήσει οι σκοτωμένοι. Στο τέλος ανακατωθήκανε άσπροι και μαύροι και σκοτωθήκανε κι άλλοι δυο Εγγλέζοι. Απομείνανε μοναχά τέσσερες, ο Σμιθ, ο Γιαγκ, ο Μκόυ κι ο Κουίνταλ.

    Οι γυναίκες συνεννοηθήκανε ν’ αντισταθούνε στους άντρες, όποτε θα γινότανε κανένας καινούριος καβγάς. Είχανε κλέψει τουφέκια και σπαθιά, που τα ‘χανε κρυμμένα σε μια κρυψώνα. Κάποιες απ’ αυτές φύγανε από το χωριό και ζούσανε μοναχές σε μια μεριά του νησιού που έπεφτε κατά το βασίλεμα του ήλιου.

    Στα 1795 οι Πιτκαιρνιάνοι σκαρώσανε δυο βάρκες για να ψαρεύουνε. Στις 27 Δεκεμβρίου φάνηκε μακριά ένα καράβι κατά τον σοροκολεβάντε (ΝΑ). Οι κακόμοιροι επαναστάτες, σαν το είδανε, φοβηθήκανε. Μα η θάλασσα ήτανε φουρτουνιασμένη κι έβραζε γύρω στο νησί. Το καράβι χάθηκε ύστερ’ από λίγο κι οι Πιτκαιρνιάνοι ησυχάσανε.

    Στο μεταξύ καταγινόντανε με διάφορες δουλειές, παρεκτός από τη γη, παστώνανε τα ψάρια και το κρέας που παίρνανε από το κυνήγι, κάνανε κι ένα πιοτό από ένα φυτό που το λέγανε τι. Σ’ αυτή τη δουλειά επιδινότανε ο Μκόυ, που ήξερε από λαμπίκο. Μα το περισσότερο κρασί το έπινε ο ίδιος και γινότανε τάπα στο μεθύσι, ώσπου έσκασε και πήγε στον αγύριστο. Βλέποντας οι άλλοι τρεις άσπροι τον Μκόυ πεθαμένον, πήρανε όρκο να μην βάλουνε πια πιοτό στο στόμα τους.

    Στα 1799 πέθανε κι άλλος ένας Εγγλέζος, ο Κουίνταλ, κι αυτός πάλι απ’ αφορμή μιας γυναίκας. Τι άγριο θηρίο είναι ο άνθρωπος, σαν είναι παραδομένος στα πάθη του και δεν έχει τον φόβο του Θεού! Αυτός ο Κουίνταλ επήρε πολλές γυναίκες και καμιά δεν του άρεσε. Ήθελε σώνει και καλά τη γυναίκα ενός Ταϊτινού. Κι επειδής εκείνη δεν τον ήθελε, εκείνος ο μαυρόψυχος άσπρος έβαλε στον νου του να σκοτώνει τον άντρα και τη γυναίκα, για να εκδικηθεί. Ο Σμιθ κι ο Γιαγκ πασκίσανε να τον μποδίσουνε να βάλει σε πράξη σατανική απόφασή του, μα αδιαφόρετα. Τότε, για να προλάβουνε καινούριες συμφορές σπάσανε το κεφάλι του με μια ματσόλα, δηλαδή μ’ ένα ξυλένιο σφυρί του καραβομαραγκού. Έτσι απομείνανε μοναχά δυο Εγγλέζοι, ο Σμιθ κι ο Γιαγκ, οι καλύτεροι από τους άλλους.

    Αυτοί οι δυο μόλο που είχανε διαφορετική ανατροφή, ταιριάζανε στις ιδέες και στα αισθήματα. Καταλαβαίνανε πως από τον λαιμό τους κρεμόντανε όλες εκείνες οι ψυχές που ζούσανε απάνω στο Πίτκαιρν. Στο μεταξύ είχανε γεννηθεί κάμποσα παιδιά κι έπρεπε να τα δασκαλέψουνε χριστιανικά, ώστε να μην κάνουνε ό,τι είχανε κάνει οι πατεράδες τους.

    Ο Γιαγκ ένιωθε αυτό το χρέος που είχε για τη νέα γενεά. Μα πέθανε ο δυστυχής έναν χρόνο ύστερ’ από τον Κουίνταλ. Έτσι λοιπόν απόμεινε μοναχός ο Σμιθ. Στους γέρικους ώμους του φορτώθηκε ολάκερο το βάρος να κυβερνήσει εκείνη την κιβωτό, που τη δέρνανε οι σκληροί άνεμοι μέσα στον ατέλειωτον ωκεανό.
***

    Τώρα ας φύγουμε για λίγο από το Πίτκαιρν κι ας πάμε στη Λόντρα.

    Σαν φτάξανε σε κείνη την πολιτεία οι καραβοτσακισμένοι του «Μπάουντυ» ο κόσμος ταράχτηκε κι αγανάχτησε καταπάνω στον Κρίστιαν και στους άλλους επαναστάτες. Όλοι θαυμάζανε τον καπετάν Μπλάι κι η κυβερνηση, για να τον ανταμείψει για όσα είχε πάθει, τον ανέβασε σε ανώτερον βαθμό, τον διόρισε καπετάνιο σ’ ένα άλλο καράβι και τον έστειλε πάλι να κάνει την ίδια δουλειά με το «Μπάουντυ», δηλαδή να κουβαλήσει ψωμόδεντρα στις Αντίλλες.

    Το Ναυαρχείο έδωσε διαταγή και στη φρεγάδα «Πανδώρα», αρματωμένη με εικοσιτέσσερα κανόνια να πάγει στο Ταϊτί και να ψάξει τ’ αρχιπέλαγο της Κοινωνίας και της Φιλίας, για να ‘βρει τους επαναστάτες. Μα η «Πανδώρα» στάθηκε πιο κακότυχη κι από το «Μπάουντυ».

    Στο Ταϊτί έφταξε στις 23 Μαρτίου 1791. Μόλις άραξε, ανέβηκε στο καράβι ένας από τους επαναστάτες κι ύστερ’ άλλοι πέντε κι ο καπετάνιος πρόσταξε να τους βάλουνε στα σίδερα. Οι άλλοι επαναστάτες που είχανε απομείνει στο Ταϊτί, είχανε σκαρώσει μια σκούνα και φύγανε λίγη ώρα πριν φτάξει η «Πανδώρα». Πέσανε από πίσω τους για να τους πιάσουνε, μα δεν τους προφτάξανε. Ύστερ’ από λίγες μέρες, βρήκανε τη σκούνα παρατημένη σ’ έναν κάβο. Οι ναύτες χωθήκανε μέσα στα βουνά κι εκεί τους πιάσανε, οχτώ νοματαίους. Δυο από τους επαναστάτες είχανε πεθάνει λίγο πρωτύτερα.

    Στην ανάκριση είπανε πως δεν γνωρίζανε πού είχανε πάγει ο Κρίστιαν κι οι άλλοι, μοναχά είπανε πως ο αρχιεπαναστάτης μιλούσε συχνά για ένα έρημο νησί δίχως λιμάνι.

    Η «Πανδώρα» έφυγε από το Ταϊτί στις 8 Μαΐου 1791 κι από πίσω της έκανε πανιά κι η σκούνα. Ψάχνοντας για το «Μπάουντυ», πιάσανε πρώτα στα Νησιά της Κοινωνίας, μα δεν βρήκανε τίποτα. Σ’ ένα νησί από τα λεγόμενα του Πάλμερστον, ένας αξιωματικός της «Πανδώρας» ανακάλυψε μιαν αντένα και κάτι σανίδια με τ’ όνομα «Μπάουντυ». Ψάξανε και σ’ άλλα νησιά, μα άδικα. Στείλανε τη σκούνα να ψάξει στο νησί Ουπολού, μα έπιασε μια φουρτούνα κατακλυσμός κι η σκούνα χάθηκε σούμπιτη.

    Από νησί σε νησί φτάξανε κοντά στη Νέα Γουινέα, ώσπου η «Πανδώρα» έπεσε απάνω σε κάτι ξέρες της Αυστραλίας και βούλιαξε. Οι καραβοτσακισμένοι ύστερ’ από πολλά βάσανα, μπήκανε σε τέσσερες βάρκες κι αρχίσανε γι’ αυτούς τα μαρτύρια που είχανε τραβήξει οι σύντροφοι του καπετάν Μπλάι. Τέλος, φτάξανε στο Τιμόρ στις 13 Σεπτεμβρίου και στις 15 αράξανε στο Κουπάγκο. Οι Ολλαντέζοι τους δώσανε μεγάλη φιλοξενία. Από κει φτάξανε στη Μπατάβια, στις 7 Νοεμβρίου κι εκεί ο καπετάνιος έβαλε τους ναύτες του σε τέσσερα μεγάλα καράβια της γραμμής και τους έστειλε στην Αγγλία. Ο ίδιος μπαρκάρισε σ’ ένα άλλο, μαζί με τους αιχμάλωτους κι έφταξε στην Αγγλία στις 19 Ιουνίου 1792. Οι επαναστάτες περάσανε από το πολεμικό συμβούλιο κι άλλοι καταδικαστήκανε, άλλοι αθωωθήκανε.

    Ύστερ’ απ’ αυτό οι αντάρτες που δεν είχανε βρεθεί σιγά σιγά ξεχαστήκανε. Όπου, στα 1809, το Εγγλέζικο Ναυαρχείο επήρε ένα μήνυμα από το Ρίο Τζανέιρο, που έλεγε πως το αμερικάνικο καράβι «Τόπαζ» από το Μπόστον είχε βρει απάνω σ’ ένα νησί Πίτκαιρν σε 25 μοίρες Ν και 130 μοίρες Δ, έναν Εγγλέζο με τ’ όνομα Αλέξανδρο Σμιθ, που ήτανε ο τελευταίος που ζούσε από τους επαναστάτες του «Μπάουντυ». Μα το Ναυαρχείο είχε κείνον τον καιρό πολλές σκοτούρες και δεν έδωσε πολλή σημασία. Έτσι το Πίτκαιρν λησμονήθηκε πάλι ολότελα.

    Στα 1814, ένας ναύαρχος, ο Θωμάς Στάϊνις, που είχε στις διαταγές του τα καράβια «Μπρίτον» και «Ταγός», έπεσε κοντά στο Πίτκαιρν και μη γνωρίζοντας αν είχε απάνω ανθρώπους ή ήτανε έρημο πήγε γιαλό κι είδε κάποιες καλύβες που ξεχωρίζανε κρυμμένες μέσα στα δέντρα. Σε λίγο οι ναύτες είδανε τους ντόπιους να κατεβαίνουνε στη θάλασσα, σηκώνοντας τα μονόξυλά τους στον ώμο. Ένα απ’ αυτά τα μονόξυλα πέρασε τη φουσκοθαλασσιά που σηκωνότανε σαν τοίχος μπροστά στη στεριά και τράβηξε γλήγορα κατά το «Μπρίτον» Σαν έφταξε κοντά στο καράβι, οι Εγγλέζοι τα χάσανε ακούγοντας τους νησιώτες να τους ζητάνε σε καθαρή εγγλέζικη γλώσσα, σκοινί για να δέσουνε.

    Σαν διπλάρωσε στο καράβι το μονόξυλο, είδανε να πηδά απ’ αυτό ένα σβέλτο παλικαράκι μ’ ένα πανί στη μέση του και φορώντας στο κεφάλι του ένα καπέλο ψάθινο, στολισμένο με πετεινόφτερα.

    Το τριγυρίσανε οι ναύτες και το ρωτούσανε. Είπε πως λεγότανε Πέμπτη-Οχτώβρης Κρίστιαν, γιατί αυτή τη μέρα είχε γεννηθεί και πως ήτανε γιος του ναύτη Φλέτσερ Κρίστιαν και μιας Ταϊτινής και πως στάθηκε ο πρώτος που γεννήθηκε απάνω στο Πίτκαιρν.

    Η φυσιογνωμία του και τα φερσίματά του αρέσανε στον καπετάνιο και στους ναύτες, γιατί φανερώνανε την αθωότητά του και την ειλικρίνειά του. Στα χαρακτηριστικά του έμοιαζε με Εγγλέζο, αλλά το χρώμα του ήτανε μελαχρινό και τα μαλλιά του μαύρα. Ο σύντροφός του λεγότανε Γιώργης Γιαγκ. Απ’ αυτούς έμαθε ο ναύαρχος όλη την ιστορία, από τη μέρα που οι επαναστάτες πήγανε στο Πίτκαιρν.

    Ο ναύαρχος τους προσκάλεσε να φάνε κάτι. Οι Εγγλέζοι απορήσανε σαν είδανε πως εκείνα τα παλικαρόπουλα, πριν βάλουνε τίποτα στο στόμα τους, κάνανε την προσευχή τους.

    Αφού φάγανε, τους σεργιανίσανε να δούνε το καράβι. Τους έκανε μεγάλη εντύπωση το πόσο μεγάλο ήτανε και θαυμάζανε τα κανόνια, τα όπλα, τα εργαλεία. Σαν είδανε μια γελάδα, τα χάσανε και ρωτήσανε μήπως ήτανε καμιά μεγάλη κατσίκα ή κανένα γουρούνι με κέρατα. Παραξενευτήκανε σαν είδανε έναν σκύλο μα ο Γιαγκ είπε πως είχε ακουστά από τους γεροντότερους γι’ αυτό το ζωντανό.

    Οι δυο νέοι είπανε στον ναύαρχο να βγούνε στη στεριά και πως εκεί θα βρίσκανε έναν γέροντα που τον λέγανε Άνταμς και πως εκείνος θα τους έλεγε την ιστορία που είχανε περάσει οι ναύτες του «Μπάουντυ» με όλα τα καθέκαστα.

    Το λοιπόν ο ναύαρχος μαζί με τον καπετάν Πίπον, μπήκανε στο μονόξυλο και βγήκανε στη στεριά εύκολα μ’ όλη τη φουσκοθαλασσιά που έζωνε τη στεριά, επειδής οι νησιώτες ξέρανε να κυβερνήσουνε επιτήδεια. Μοναχά που βραχήκανε. Βγήκανε κι άλλοι αξιωματικοί και ναύτες.

    Στην ακροθαλασσιά είδανε να τους περιμένουνε ένας γέρος μαζί με τη γυναίκα του. Ο άντρας φαινότανε πολύ ηλικιωμένος μ’ όλο που δεν ήτανε παραπάνω από εξήντα χρονών. Ήτανε ο Άνταμς.

    Αφού χαιρετιστήκανε, ανηφορίσανε όλοι μαζί για το χωριό. Ο καθένας μπορεί να φανταστεί τι ένιωθε κείνη την ώρα ο γέρο επαναστάτης, τριγυρισμένος από τους αξιωματικούς με τις στολές τους και μη γνωρίζοντας τι σκοπό είχανε.

    Ο ναύαρχος του μίλησε με καλοσύνη και τον βεβαίωσε πως αποφάσισε να βγει στο νησί, δίχως να γνωρίζει πως βρισκόντανε άνθρωποι πάνω σ’ αυτό.

    Εκεί που περπατούσανε, ο Άνταμς του είπε λίγα καθέκαστα για την επανάσταση και πως αυτός δεν είχε πάρει σπουδαίο μέρος σ’ αυτή, γιατί ήτανε άρρωστος και κειτότανε στην κουκέτα του. Και πως τώρα ήτανε έτοιμος να παραδοθεί στους αξιωματικούς, αν θέλανε να τον πάνε στην Αγγλία.

    Κείνη τη στιγμή φτάξανε σε μια πλατεία τριγυρισμένη από καλύβες. Είχανε μαζευτεί πολλοί νησιώτες, όλο νέοι και γυναίκες. Σαν ακούσανε τα τελευταία λόγια που είπε ο Άνταμς στον ναύαρχο, σηκώθηκε ένας θρήνος από κείνα τα δυστυχισμένα πλάσματα, που κλαίγανε και βογγούσανε μην τους πάρουνε τον πατέρα τους. Μια έμορφη κοπέλα, η κόρη του Άνταμς κρεμάστηκε στον λαιμό του πατέρα της, ξορκίζοντάς τον να μην τους αφήσει έρημους.

    Η καρδιά του ναύαρχου γέμισε θλίψη και βεβαίωσε τους νησιώτες πως ο Άνταμς δεν θα πάθει καμιά ενόχληση από μέρος του. Τότες οι κακόμοιροι Πιτκαιρνιώτες δεν ξέρανε με τι τρόπο να τον ευχαριστήσουνε.

    Στους αξιωματικούς και στους ναύτες έκανε μεγάλη εντύπωση ο ήμερος χαρακτήρας που φανερώνανε οι νησιώτες, η σεμνότητα κι η τάξη που είχανε στα φερσίματά τους κι η μεγάλη αγάπη τους στον αρχηγό και πατέρα τους.

    Η αποικία που κυβερνούσε ο Άνταμς είχε απάνω κάτω σαρανταπέντε ψυχές. Οι περισσότεροι νησιώτες ήτανε στην ηλικία του Πέμπτη-Οχτώβρη Κρίστιαν. Της τρίτης γενεάς, που ήτανε όλο μικρά παιδιά, ήτανε λιγοστές ψυχές. Όλα τα παλικαρόπουλα ήτανε έμορφα, ψηλόκορμα και καλοφτιασμένα. Οι κοπέλες ήτανε και κείνες έμορφες, γερές, με θαυμάσια δόντια και χαρούμενες. Ήτανε ντυμένες μ’ ένα πανί, που τις σκέπαζε από τη μέση ως τα γόνατα και μ’ ένα σάλι που το είχανε ριχμένο με χάρη στις πλάτες τους. Χάρη είχανε σε ό,τι κάνανε. «Θαύμαζε κανένας», γράφει ένας από τους αξιωματικούς «με τι χάρη και με πόση γρηγοράδα φτιάνανε από ένα πλατύ φύλλο ομπρελίτσα ή μια σκούφια για να φυλαχτούνε από τον ήλιο. Θα μπορούσανε να πάρουνε μαθήματα οι μοδίστρες κι οι καπελούδες της Λόντρας από τούτες τις κοπέλες που ζήσανε στη φύση.»

    Η ψυχική εμορφιά τους ήτανε ακόμα πιο μεγάλη κι έκανε τους Εγγλέζους να τη θαυμάζουνε. Εκείνα τα έμορφα κορίτσια ήτανε στολισμένα με τη φρονιμάδα και με τη σεμνότητα. Ο γέρο Άνταμς τους είπε πως ποτέ δεν θυμότανε να είδε κάποιο πράγμα ανήθικο στη διαγωγή τους. Ο γερο πατέρας τους τους συμβούλευε να μη βιάζουνται να παντρευτούνε, για να ‘χουνε να θρέψουνε την οικογένεια που θα κάνανε. Κι όλοι οι νέοι συμμορφωνόντανε, αφού ο Άνταμς είχε πει πως αυτό ήτανε το καλό και το συμφέρο τους.

    Δουλεύανε όλοι, άντρες και γυναίκες, στη γη παρεκτός από τις λεχώνες και τις μωρομάνες. Έτσι εκείνοι οι λιγοστοί άνθρωποι που βρισκόντανε απάνω στο Πίτκαιρν ζούσανε ειρηνικά και χαρούμενα, σαν μια κοινωνία μοναδική στον κόσμο, όπως την δίδαξε ο Χριστός. Ένας από τους αξιωματικούς έγραφε: «Ο Τζον Άνταμς είχε τυπώσει στο πνεύμα του μικρού λαού του την κοσμιότητα και τον πόθο να ευχαριστά τον Κύριο για όσα καλά του χάρισε. Αυτός ο άνθρωπος μπόρεσε και μόρφωσε μια μικρή κοινωνία, ένα πράγμα που δεν μπορέσανε να το κάνουνε κάποιοι σπουδαίοι ηθικολόγοι και σοφοί καθηγητάδες.»

    Ο Τζον Άνταμς ήτανε γιος ενός βαρκάρη και δεν είχε πάγει στο σκολείο. Στο «Μπάουντυ» μπαρκάρισε εικοσιδυό χρονών. Εικοσιτεσσάρων χρονών πήγε στο Πίτκαιρν κι από τότε κρεμαστήκανε στον λαιμό του όλες εκείνες οι ψυχές. Έμαθε να διαβάζει και να γράφει στο Πίτκαιρν. Το μονάχο βιβλίο που είχε ήτανε μια Αγία Γραφή και μια φυλλάδα με προσευχές. Μ’ αυτά τα δυο βιβλία μπόρεσε να μορφώσει και ν’ αναθρέψει μια γενιά, καθώς και να βάλει λίγους αναγκεμένους νόμους σε μια μικρή κοινωνία.
Συνεχίζεται

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

11/07/2010 15:35 #32 από Τελάλης
Απαντήθηκε από Τελάλης στο θέμα Φώτης Κόντογλου: Η ανταρσία του «Μπάουντυ» - ΙV

    Ο ναύαρχος Στάινις να τι έγραφε στην επίσημη έκθεση που έκανε: « Ένας σεβάσμιος πρεσβευτής είναι ο μόνος που επέζησε από εκείνους, οι οποίοι ανεχώρησαν από την Ταϊτήν με το «Μπάουντυ». Η παραδειγματική διαγωγή του και αι φροντίδες του δια την μικράν αποικίαν, δεν είναι δυνατόν ειμή να επιβάλουν τον θαυμασμόν. Το πνεύμα της ευσεβείας με το οποίον ανετράφησαν όλοι όσοι εγεννήθησαν εις την νήσον, η ανεπίληπτος έννοια της θρησκείας, η οποία ενεφυτεύθη εις τας νεανικάς ψυχάς παρά του γέροντος τούτου, τω απέδωσαν την υπεροχήν επί όλων των άλλων και έκαμαν ώστε όλοι οι άποικοι να είναι μία οικογένεια, η οποία τον θεωρεί ως πατέρα της.» Και παρακάτω γράφει: «Δεν δύναμαι ειμή να εκφράσω την γνώμην μου ότι το Πίτκαιρν είναι άξιον πολλής προσοχής εκ μέρους των θρησκευτικών οργανώσεών μας και ιδιαιτέρως της Διαδόσεως του Χριστιανισμού, καθόσον όλοι οι κάτοικοί του ομιλούν την ταϊτινήν γλώσσαν, ως επίσης και την αγγλικήν.»

    Τέλος οι Εγγλέζοι ναυτικοί αποχαιρετήσανε τον Άνταμς, αφού μοιράσανε μερικά εργαλεία που είχανε φέρει από το καράβι. Οι νησιώτες τους δώσανε ένα μεγάλο πανέρι γεμάτο γλυκοπατάτες. Το σήκωνε ένα κορίτσι, που πηδούσε σα ζαρκάδι από βράχο σε βράχο, ενώ τρομάζανε να τους κατεβούνε οι ναυτικοί.
***

    Δώδεκα χρόνια περάσανε, δίχως να γίνει λόγος για το Πίτκαιρν. Όπου στα 1825, άραξε στο νησί ένα καράβι λεγόμενο «Μπλάσουμ» κι ανεβήκανε απάνω καμιά δεκαριά παλικάρια κι ένας γέρος, ο Άνταμς. Είπε στον καπετάνιο όλη την ιστορία του κι όποτε μιλούσε για τον Κρίστιαν έλεγε «ο κύριος Κρίστιαν», όπως θα ‘λεγε ένας Εγγλέζος ναύτης μιλώντας για τον αξιωματικό του. Το μόνο που δεν εξήγησε ποτέ ο Άνταμς, είναι γιατί άλλαξε τ’ όνομά του από Αλέξανδρο Σμιθ σε Τζον Άνταμς.

    Ανάμεσα στ’ άλλα, είπε στους ξένους πως είχανε πάγει στο νησί άλλα τρία καράβια, από τα 1817 ως τα 1823. Από το ένα απ’ αυτά απόμεινε στο νησί κάποιος Μπάφφετ, γιατί του άρεσε κι έγινε ο παπάς κι ο δάσκαλος του νησιού.

    Σαν άραξε λοιπόν το «Μπλάσουμ» στο Πίτκαιρν, ο καπετάνιος βγήκε μαζί με τον Άνταμς στη στεριά. Τους τριγυρίσανε οι νησιώτες και σαν τους είπε ο καπετάνιος να είναι σίγουροι για τον πατέρα τους, φανερώσανε μεγάλη χαρά. Παρακαλέσανε τους μουσαφίρηδες να μείνουνε κάμποσες μέρες στο νησί τους.

    Σαν φτάξανε στο χωριό, όλοι τρέχανε, για να περιποιηθούνε τους ξένους. Είχανε σφαγμένα χοιρινά και τα ψήσανε με ζεματιστές πέτρες κατά τα ταϊτινά συνήθια. Το τραπέζι που θα τρώγανε οι αξιωματικοί κι οι ναύτες το είχανε στρωμένο στο σπίτι του Κρίστιαν, που είχε πιάτα και μαχαιροπήρουνα. Όλοι κάνανε την προσευχή τους, πριν ν’ αρχίσουνε να τρώνε. Μάλιστα ο Άνταμς ξεχάστηκε από την κουβέντα κι έβαλε μια μπουκιά στο στόμα του πριν κάνει τον σταυρό του και σαν το κατάλαβε, την έβγαλε κι έκανε την προσευχή του.

    Για λάμπες είχανε κάτι δαυλούς βουτηγμένους σ’ ένα μυρωδάτο ρετσίνι. Οι γυναίκες δεν καθίσανε στο τραπέζι, μόλο που τις είχανε σε μεγάλη τιμή σε όλα, κι αυτό κατά τα συνήθια που βαστούνε στα νησιά του ωκεανού. Καθότανε πίσω από τους προσκαλεσμένους, λέγανε αστεία μεταξύ τους και διώχνανε με λεπτότητα τις μύγες.

    Αφού αποφάγανε, τους πήγανε να ξαπλώσουνε απάνω σε κάτι στρώματα από φύλλα που μοσκοβολούσανε. Στον ύπνο τους νανουρίζανε μ’ ένα βραδινό τραγούδι, που το τραγουδούσανε γλυκά οι γυναίκες. Το πρωί τους ξυπνήσανε μ’ ένα άλλο τραγούδι της ανατολής του ήλιου.

    Ξυπνώντας είδανε τα γύρω τους στολισμένα με φρούτα και τα καπέλα τους κεντημένα με λουλούδια, που τα είχανε κομμένα την αυγή. Είδανε ακόμα πως αγόρια και κορίτσια είχανε τα κρεβάτια τους το ‘να δίπλα στ’ άλλο, χωρίς κανένα χώρισμα. Ω βλογημένη απλότητα! Καμιά πονηριά μεταξύ τους !

    Το νησί έβγαζε πατάτες, γλυκοπατάτες, μπανάνες, ζαχαροκάλαμα, αραποκαρύδες, έθρεφε και ψωμόδεντρα. Είχανε ακόμα πεπόνια, ταρό και κάποια άλλα. Καπνό φυτέψανε υστερότερα. Από ζωντανά είχανε χοιρινά και πουλερικά. Μα δεν τρώγανε πολύ κρέας αλλά χορταρικά. Πίνανε μοναχά νερό.

    Την Κυριακή κάθε δουλειά σταματούσε. Το πρωί όλοι πηγαίνανε στην εκκλησιά και κάνανε προσευχή με μεγάλη κατάνυξη. Το βράδυ κάνανε προσευχή κατά την ώρα που βασίλευε ο ήλιος.

    Ποτέ δεν πείραξε ο ένας τον άλλον και ποτέ δεν λέγανε ψέματα.
***

    Ύστερα από το «Μπλάσουμ» πήγανε στο Πίτκαιρν κάμποσα καράβια. Οι νησιώτες ζούσανε με τον απλό τρόπο που ξέρανε, μόλο που σιγά σιγά αλλάζανε. Στο μεταξύ ο Άνταμς είχε πεθάνει και τον θρηνήσανε απαρηγόρητα τα παιδιά του.

    Οι δοσοληψίες με τον απ’ όξω κόσμο αρχίσανε να χαλάνε την απλότητα που είχανε σε όλα οι νησιώτες. Μέρα με τη μέρα πονηρεύανε, γιατί οι ξένοι τους μιλούσανε για τις μεγάλες πολιτείες του κόσμου, για πλούτη, για μια ζωή γεμάτη από ηδονές κι αμαρτωλές απόλαψες. Το νησί γέμισε από τυχοδιώχτες, που κουβαλήσανε μαζί τους όλα τα κακά του λεγόμενου πολιτισμού. Στο τέλος χάθηκε ολότελα η ειρήνη κι η ευλογία που βασίλευε απάνω του τα πρώτα χρόνια και κατάντησε όπως τα άλλα μέρη της σφαίρας. Το παραμυθένιο Πίτκαιρν έσβησε σαν ένα έμορφο και μακάριο όνειρο.

    Αλίμονο! Τα έμορφα πράγματα δεν βαστάνε πολύ σε τούτον τον ψεύτη τον κόσμο.
***

    Ο καπετάν Μπλάι πήρε πολλά αξιώματα και πολέμησε με παλικάρια καταπάνω στους Φραντσέζους και στους Ολλαντέζους. Στα 1805 διορίστηκε διοικητής στη Νέα Γαλλικία απάνω στην Αυστραλία, που τη λέγανε κείνον τον καιρό Νέα Ολλάντα. Σ’ αυτή τη χώρα στέλνανε από την Αγγλία τους βαρυποινίτες. Όπως φαίνεται, το είχε το ριζικό του καπετάν Μπλάι ν’ ανακατεύεται ολοένα με επαναστάτες και με κατάδικους. Αλλά στη θέση που τον βάλανε δεν είχε μεγάλη επιτυχία. Έσφιξε τόσο πολύ τα λουριά στους κατάδικους, που ξεσηκωθήκανε καταπάνω του. Απαγόρεψε ολότελα τα πιοτά κι έκανε οχτρούς του τους αξιωματικούς και τους έμπορους που προμηθεύανε τα σπιρτόζα πιοτά στους φυλακισμένους. Τον κατηγορήσανε πως είχε γίνει ένα με τους κοντραμπατζήδες και πως μοιραζότανε τα τυχερά με δαύτους.

    Παρεκτός απ’ αυτά έφερε μεγάλη αναστάτωση στην αποικία με κάτι δίκες που σήκωσε καταπάνω σε οχτώ Ιρλαντέζους που ήτανε πολιτικοί κατάδικοι. Στο τέλος οι κατάδικοι αθωωθήκανε και πήρε τη διοίκηση από τον Μπλάι ένας τίμιος αξιωματικός Τζόνσον. Ο καπετάνιος ρεζιλεύτηκε και πήρε διαταγή από την κυβέρνηση να μπαρκάρει σ’ ένα καράβι βασιλικό και να γυρίσει στην Αγγλία. Μα αυτός πήγε σ’ ένα άλλο μέρος της Αυστραλίας που το βαστούσανε οι Εγγλέζοι και θέλησε να τραβήξει τον φρούραρχο με το μέρος του, για να τον βοηθήσει να ξαναπάρει τη θέση του. Αλλά δεν έκανε τίποτα και πήγε στην Τασμάνια κι ύστερ’ από καιρό γύρισε στην πατρίδα του.

    Εκεί τα κατάφερε κι ο Τζόνσον πέρασε από δίκη και καταδικάστηκε να χάσει τον βαθμό του. Γύρισε στην Αυστραλία κι εκεί έζησε αποτραβηγμένος, ενώ ο καπετάν Μπλάι γίνηκε αντιναύαρχος της Γαλάζιας Φλότας στα 1810 κι αντιναύαρχος της Άσπρης Φλότας στα 1812. Ωστόσο η υγεία του τον βίασε ν’ αποτραβηχτεί στο σπίτι του κι εκεί πέθανε στις 7 Δεκεμβρίου 1817. Γιο δεν άφησε παρά μοναχά κάμποσες θυγατέρες, που τον κλάψανε πολύ, γιατί, όσο σκληρός ήτανε στην υπηρεσία του, άλλο τόσο καλός ήτανε στους δικούς του. Οι κόρες διατηρήσανε για θύμηση του πατέρα της, κάμποσα κειμήλια από τα ταξίδια του κι από τις ναυμαχίες που έκανε, ολλαντέζικες σημαίες, μπάλες, ρόπαλα από αγριανθρώπους, καθώς και τη ζυγαριά που μοιράζανε τη θροφή τους μέσα στη βάρκα οι ναύτες, τον καιρό που τους διώξανε από το «Μπάουντυ», κι ένα ποτήρι από κέρατο, που είχε γραμμένα απάνω: «Η μερίδα του νερού, τρεις φορές τη μέρα.»

    Στο μνήμα του χαράξανε τα παρακάτω λόγια: «Εις μνήμην του Γουλιέλμου Μπλάι, αντιναυάρχου του Κυανού Στόλου, διασήμου θαλασσοπόρου, όστις πρώτος μετεφύτευσε το αρτόδεντρον εκ Ταϊτής εις τας Δυτικάς Ινδίας. Επολέμησε γενναίως υπέρ της χώρας του και απέθανεν αγαπώμενος, πενθούμενος και θρηνούμενος την 7 Δεκεμβρίου 1817, εις ηλικίαν 64 ετών.»


Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

11/07/2010 20:43 #33 από a Guest
Φιλε σε ευχαριστούμε για το ευχάριστο ταξίδι που μας έκανες  :give_rose:  [ :heart: :heart:/size]

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

12/07/2010 18:24 #34 από Αντωνης Χατζηθεοδωρου
Η διαταγή ήτανε ξεκάθαρη: Απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε απόσταση λιγότερο από διακόσια μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Όποιος την παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο.

Τους τη διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και τους διάβασε. Διαταγή της Μεραρχίας! Δεν ήτανε παίξε γέλασε.

Είχανε κάπου τρεις βδομάδες που είχαν αράξει δώθε από το ποτάμι.

Κείθε από το ποτάμι ήταν ο εχθρός, οι Άλλοι όπως τους λέγανε πολλοί.

ρεις βδομάδες απραξία. Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, για την ώρα όμως επικρατούσε ησυχία.

Και στις δυο όχθες του ποταμού, σε μεγάλο βάθος, ήτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μες στο δάσος είχανε στρατοπεδεύσει και οι μεν και οι δε.

Οι πληροφορίες τους ήτανε πως οι Άλλοι είχανε δυο τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιος ξέρει τι λογαριάζανε να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και από τις δυο μεριές, ήταν εδώ κι εκεί κρυμμένα στο δάσος, έτοιμα για παν ενδεχόμενο.

Τρεις βδομάδες! Πώς είχανε περάσει τρεις βδομάδες! Δε θυμόντουσαν σ' αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει εδώ και δυόμισι χρόνια περίπου, άλλο τέτοιο διάλειμμα σαν και τούτο.

Όταν φτάσανε στο ποτάμι, έκανε ακόμα κρύο. Εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός είχε στρώσει. Άνοιξη πια!

Ο πρώτος που γλίστρησε κατά το ποτάμι ήτανε λοχίας. Γλίστρησε ένα πρωινό και βούτηξε. Λίγο αργότερα, σύρθηκε ως τους δικούς του, με δυο σφαίρες στο πλευρό. Δεν έζησε πολλές ώρες.

Την άλλη μέρα, δυο φαντάροι τραβήξανε για κει. Δεν τους ξαναείδε πια κανένας. Ακούσανε μονάχα πολυβολισμούς, και ύστερα σιωπή.

Τότε βγήκε η διαταγή της Μεραρχίας.

Ήτανε ωστόσο μεγάλος πειρασμός το ποτάμι. Τ' ακούγανε που κυλούσε τα νερά του και το λαχταρούσανε. Αυτά τα δυόμισι χρόνια, τους είχε φάει η βρώμα. Είχανε ξεσυνηθίσει ένα σωρό χαρές. Και να, τώρα, που είχε βρεθεί στο δρόμο τους αυτό το ποτάμι. Αλλά η διαταγή της Μεραρχίας...

- Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας! είπε μέσ' από τα δόντια του κείνη τη νύχτα.

Γύριζε και ξαναγύριζε και ησυχία δεν είχε. Το ποτάμι ακουγότανε πέρα και δεν τον άφηνε να ησυχάσει.

Θα πήγαινε την άλλη μέρα, θα πήγαινε οπωσδήποτε. Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας!

Οι άλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος. Είδε ένα όνειρο, έναν εφιάλτη. Στην αρχή, το είδε όπως ήτανε: ποτάμι. Ήτανε μπροστά του αυτό το ποτάμι και τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός στην όχθη, δεν έπεφτε μέσα. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι (...)

Ξύπνησε βαλαντωμένος δεν είχε ακόμα φέξει...

Φτάνοντας στην όχθη, στάθηκε και το κοίταζε. Το ποτάμι! Ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες ώρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ' αλήθεια. Μήπως ήτανε μια φαντασία τους, μια ομαδική ψευδαίσθηση.

Είχε βρει μια ευκαιρία και τράβηξε κατά το ποτάμι. Το πρωινό ήτανε θαύμα! Αν ήτανε τυχερός και δεν τον παίρνανε μυρουδιά... Να πρόφταινε μονάχα να βουτήξει στο ποτάμι, να μπει στα νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε.

Σ' ένα δέντρο, στην όχθη, άφησε τα ρούχα του, και όρθιο πάνω στον κορμό, το τουφέκι του. Έριξε δυο τελευταίες ματιές, μια πίσω του, μην ήτανε κανένας από τους δικούς του, και μια στην αντίπερα όχθη, μην ήτανε κανένας από τους Άλλους. Και μπήκε στο νερό.

Από τη στιγμή που το σώμα του, ολόγυμνο, μπήκε στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμισι χρόνια βασανιζότανε, που δυο τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδέψει, από τη στιγμή αυτή ένιωσε άλλος άνθρωπος. Σα να πέρασε ένα χέρι μ' ένα σφουγγάρι μέσα του και να τα 'σβησε αυτά τα δυόμισι χρόνια.

Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα, πότε ανάσκελα. Αφηνότανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Έκανε και μακροβούτια...

Ήταν ένα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν ήταν παρά εικοσιτριώ χρονώ κι όμως τα δυόμισι τελευταία χρόνια είχαν αφήσει βαθιά ίχνη μέσα του.

Δεξιά κι αριστερά, και στις δυο όχθες, φτερουγίζανε πουλιά, τον χαιρετούσανε περνώντας πότε πότε από πάνω του.

Μπροστά του, πήγαινε τώρα ένα κλαδί που το έσερνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το φτάσει μ' ένα μονάχα μακροβούτι. Και το κατάφερε. Βγήκε από το νερό ακριβώς δίπλα στο κλαδί. Ένιωσε μια χαρά! Αλλά την ίδια στιγμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακριά.

Σταμάτησε και προσπάθησε να δει καλύτερα.

Και κείνος που κολυμπούσε εκεί τον είχε δει, είχε σταματήσει κι αυτός. Κοιτάζονταν.

Ξανάγινε αμέσως αυτός που ήτανε και πρωτύτερα: ένας φαντάρος που είχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, που είχε έναν πολεμικό σταυρό, που είχε αφήσει το τουφέκι του στο δέντρο.

Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός αντίκρυ του ήτανε από τους δικούς του ή από τους Άλλους. Πώς να το καταλάβει; Ένα κεφάλι έβλεπε μονάχα. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους δικούς του. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους Άλλους.

Για μερικά λεπτά, και οι δυο τους στέκονταν ακίνητοι στα νερά. Τη σιωπή διέκοψε ένα φτάρνισμα. Ήταν αυτός που φταρνίστηκε, και κατά τη συνήθειά του βλαστήμησε δυνατά. Τότε εκείνος αντίκρυ του άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς την αντίπερα όχθη. Κι αυτός όμως δεν έχασε καιρό. Κολύμπησε προς την όχθη του μ' όλη του τη δύναμη. Βγήκε πρώτος. Έτρεξε στο δέντρο που είχε αφήσει το τουφέκι του, το άρπαξε. Ο Άλλος, ό,τι έβγαινε από το νερό. Έτρεχε τώρα κι εκείνος να πάρει το τουφέκι του.

Σήκωσε το τουφέκι του αυτός, σημάδεψε. Του ήτανε πάρα πολύ εύκολο να του φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο Άλλος ήτανε σπουδαίος στόχος έτσι καθώς έτρεχε ολόγυμνος, κάπου είκοσι μέτρα μονάχα μακριά.

Όχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο.

Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους.

Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε.

Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.

Χαμήλωσε το τουφέκι του. Χαμήλωσε το κεφάλι του. Και δεν είδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δει μονάχα κάτι πουλιά που φτερoυγίσανε  τρομαγμένα σαν έπεσε από την αντικρινή όχθη η τουφεκιά, κι αυτός, γονάτισε πρώτα, ύστερα έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα.

"Ουδείς ασφαλέστερος εχθρός παρά του ευεργετηθέντος αχαρίστου"

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

18/09/2010 11:11 #35 από Χρήστος Κονταξάκης (chrispic)
Απαντήθηκε από Χρήστος Κονταξάκης (chrispic) στο θέμα Απ: Παραμύθια και ιστορίες για μικρά και μεγάλα παιδιά
Αυτό από τον παιδικό φίλο μου, τον Βαγγέλη τον Κογκάκη, συνταξιούχο δάσκαλο από το Ηράκλειο της Κρήτης.


Η πανσέληνος του Αυγούστου

Του Βαγγέλη Κογκάκη

  ‘‘Νύχτα ντυμένη με πανσέληνο και θάλασσα…’’ τραγουδά με την απαλή - μελωδική φωνή της η Δήμητρα Γαλάνη.
  Το χιλιοτραγουδισμένο αυγουστιάτικο φεγγάρι, η συντροφιά των ρομαντικών και των ερωτευμένων, αλλά και το λυχνάρι της νύχτας σε δύσκολους καιρούς, μας έκανε κι εφέτος την τιμή να εμφανιστεί αργά το βράδυ της Τρίτης 24 Αυγούστου, ολόγιομο, με ποιητική - λυρική διάθεση, για να διαφεντέψει τον ξάστερο καλοκαιρινό ουρανό και να μας χαρίσει εικόνες μοναδικής ομορφιάς, σε στιγμές ψυχικής ανάπαυσης και ανάτασης, επειδή ‘‘Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος αλλ’ επί παντί δημιουργήματι εκπορευομένω δια χειρός του Θεού’’ σκέφτηκα παραφράζοντας τον Ευαγγελιστή Ματθαίο. 
  Το χαρήκαμε ολοστρόγγυλο, από το ‘μπαλκόνι’ του Ηρακλείου, το χωριό Ροδιά, όπως και το δρόμο του -έναν αείροο χείμαρρο από χρυσαφένιο φως- στη γαλήνια θάλασσα του κόλπου του Ηρακλείου. Για μια ακόμη βραδιά έκαμε τη βόλτα του στον ουράνιο θόλο και φαντάζει περισσότερο κοντά μας, πιστό στην αιώνια πορεία του, για να μας δει και να κοσμήσει την άχρωμη καθημερινότητά μας με χρώματα μαγικά. Όλα ομορφαίνουν, τα πάντα εξιδανικεύονται.
  Χαλαρώσαμε και απολαύσαμε όλοι μας -μια μικρή συντροφιά- τη μαγική βραδιά μακριά από τους προβολείς και τους θορύβους της πόλης. Η πανσέληνος του Αυγούστου -η μεγαλύτερη του έτους- είναι μια από τις πιο κατάλληλες ευκαιρίες για ονειροπόληση και ρομαντισμό. Ένα μυστηριακό πέπλο καλύπτει τα πάντα. Για λίγες ώρες αφεθήκαμε στη μαγεία αυτής της μοναδικής νύχτας… γιατί όπως λέει και το λαϊκό δίστιχο, ‘‘όποιος δεν επορπάτηξε τη νύχτα με φεγγάρι και την αυγή με τη δροσιά, τον κόσμο δεν εχάρη’’ κι αναθέσαμε στους αστρολόγους και στους προληπτικούς να προβλέψουν επιτυχίες, εντάσεις ή καταστροφές.
  Η πανσέληνος βρίσκεται χαμηλότερα στον ορίζοντα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, στο βόρειο ημισφαίριο. Αυτό την κάνει να ξεχωρίζει και να είναι συνήθως, κάπως ‘έγχρωμη’. Μάλιστα, μετά την ανατολή αλλά και κατά τη δύση, αρχίζει να παίρνει λίγο από το χρώμα της πορφύρας. Κοινωνικοί λόγοι, -θεατρικές παραστάσεις, πολλές συναυλίες και άλλες καλλιτεχνικές, πολιτιστικές εκδηλώσεις σε αρχαιολογικούς χώρους- έχουν δώσει μεγάλη φήμη στην πανσέληνο του Αυγούστου.
  Από την αρχαιότητα το φεγγάρι έχει εμπνεύσει τη μυθολογία, τη λαογραφία και την ποίηση. Παλαιότερα σκόρπιζε και το φόβο, διατηρώντας στη συνείδηση των απλών ανθρώπων απόκρυφα μυστικά, επηρεάζοντας τη ζωή των. Πάντοτε όμως είχε το προνόμιο να σαγηνεύει τη ματιά και να ελκύει την προσοχή των νέων, και των δύο φύλων, ιδιαιτέρα στο νησί μας, την Κρήτη. Ας αναλογιστούμε τις αμέτρητες μαντινάδες και τα ποιήματα του λαού μας γι’ αυτό. Ο Βιτσέντζος Κορνάρος στο αθάνατο έργο του ‘ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ’, το επιστρατεύει για να εκφράσει τον έρωτα της Αρετούσας: ‘‘ Όλοι τση φαίνοντ’ άσκημοι, δίχως αντρειά και χάρη - κι όλοι σα νύκτα σκοτεινή κι ο Ρώκριτος Φεγγάρι’’.
  Το φως αυτό, εκτός του ότι πολλές φορές, κυρίως στο παρελθόν, συντρόφευε και ανθρώπινες δραστηριότητες, έχει και θα έχει στους αιώνες μια σημαντική θετική ψυχολογική επίδραση στον άνθρωπο. Κανείς δεν αμφισβητεί πως όταν πέφτει η νύχτα κι έρχεται η ώρα του φεγγαριού -κατά την Πανσέληνο- το φως της δίδει μια μοναδική ατμόσφαιρα κατάνυξης και επομένως επιδρά θετικά και εποικοδομητικά στη διάθεσή μας. Εμπνέει τους ποιητές και όλους μας προσκαλεί για μια βεγκέρα ή για έναν περίπατο στη φεγγαρόλουστη βραδιά. Τι άλλο μπορεί να κάνει πιο όμορφο το φυσικό μας κόσμο τη νύχτα από το ολόγιομο φεγγάρι, την αιώνια αυτή νότα χαράς και αισιοδοξίας; ‘‘Να ’χα τη χάρη σου φεγγάρι – ν’ ανέβαινα τόσο ψηλά – ίσως αντίκριζα το θρόνο – Εκείνου που όλους αγαπά’’.
  Ιδιαίτερα το εκτιμά η μαντινάδα της Κρήτης: ‘‘ Ήλιε κι αν είσαι λαμπερός δεν έχεις τέτοια χάρη – γιατί ο σεβντάς λογαριασμό έχει με το φεγγάρι’’, κι ακόμη, ‘‘Εσύ φεγγάρι απού μπορείς τ’ αστέρια απόψε δώσ’ μου – για να στολίσω τα μαλλιά μιας διαλεχτής του κόσμου’’, αλλά και ‘‘Μη κοιμηθείς φεγγάρι μου απόψε που ’χω πόνο – κι αλλού δεν έχω να τον πω παρά σε σένα μόνο’’, τραγουδά το χωρίς ανταπόκριση ερωτευμένο παλικάρι! Όμως ο αείμνηστος Χατζηδάκης το παρηγορεί με μια υπέροχη μελωδία και την απαλή φωνή της Ν. Μούσκουρη  ‘‘…διώξε τη λύπη παλικάρι πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι…’’

Με εκτίμηση και αγάπη  Βαγγέλης 
                                                                                                        Και του χρόνου !

Τα λεφτά είναι χρήσιμα, αλλά δυστυχώς από μόνα τους δεν φέρνουν την ευτυχία

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

Συντονιστές: Δημήτρηs ΚουζούπηsΠαπακωστας Δημητρης (tselikas)Γιαννης (STAY_ALIVE)Φώτης Σαρρηγεωργίου
Χρόνος δημιουργίας σελίδας: 0.191 δευτερόλεπτα

© 2004 - 2026 All Rights Reserved. | Φιλοξενία & Κατασκευή HostPlus LTD

hostplus 35

No Internet Connection