Να τι έγραφε τότε στο βιβλίο του ο καπετάν Κάρτρετ: «Στις 2 Ιουλίου, μέρα Πέμπτη, είδαμε μια στεριά κατά τον βοριά. Την άλλη μέρα πήγαμε γιαλό και μας φάνηκε σαν ένας θεόρατος βράχος που βγήκε μεσ’ από το νερό. Δεν θα ‘χε περιφέρεια περισσότερη από πέντε μίλια και φαινότανε έρημη από άνθρωπο. Ήτανε όμως σκεπασμένη από δέντρα κι είδαμε ένα μικρό ποταμάκι να κατεβαίνει από τη μια πλαγιά του. Θελήσαμε να βγούμε όξω μα οι θάλασσες σκάζανε με μανία στα βράχια και σηκώνανε ένα τέτοιο αντιμάμαλο, που δεν θα μπορούσαμε να το περάσουμε. Ρίξαμε το σκαντάλι ένα μίλι ανοιχτά από τη στεριά και βρήκαμε τριανταέξι μέτρα νερό κι ο πάτος ήτανε άμμος και κοράλια. Είδαμε πολλά θαλασσοπούλια κι η θάλασσα φαινότανε πως είχε ψάρια. Το νησί το βγάλαμε Πίτκαιρν από το όνομα που είχε ένας νέος αξιωματικός που το είδε πρώτος.»
Το «Μπάουντυ» πήγε γιαλό, κοιτάζοντας καλά μην ήτανε εκεί κοντά κανένα άλλο καράβι και φουντάρισε μέσα σ’ ένα μικρό μαντράκι. Σε λίγο βγήκανε στη στεριά ο Κρίστιαν με έξι εφτά. Αφού είδανε καλά καλά την ακροθαλασσιά, προχωρήσανε παραμέσα.
Το νησί τους άρεσε, γιατί είχε όλα όσα θέλανε να ‘χει, μ’ άλλα λόγια είχε πολλά δέντρα, νερά τρεχούμενα, πλαγιές, για να καλλιεργήσουνε κι έμορφα μέρη, για να κάνουνε σπίτια, που δεν φαινόντανε από την ανοιχτή θάλασσα κι απάνω απ’ όλα δεν είδανε κανένα σημάδι που να φανερώνει άνθρωπο. Κάτι μυτεροί βράχοι στεκόντανε όρθιοι κι οι χαράδρες κατεβαίνανε κατακέφαλα κατά τη θάλασσα και μέσα σ’ αυτές θα μπορούσανε να κρυφτούνε και να χτυπήσουνε τον οχτρό, αν τύχαινε να ξεμπαρκάρουνε τίποτα ναύτες στην ακρογιαλιά. Είδανε και πολλές σπηλιές, που μπορούσανε να κρυφτούνε μέσα σ’ αυτές στην ανάγκη, ώσπου να περάσει ο κίντυνος.
Λοιπόν αποφασίσανε ν’ απομείνουνε στο Πίτκαιρν. Το καράβι το πήγανε μέσα σ’ έναν κόρφο στα βορινά του νησιού, κατά τον γρεγολεβάντε (ΒΑ), επειδής εκεί πέρα δεν έπιανε πολύ ο αγέρας, και κείνον τον κόρφο τον βαφτίσανε «Κόρφο Μπάουντυ».
Κουβαλήσανε στη στεριά ό,τι είχε μέσα το καράβι, ζωοθροφίες, εργαλεία, άρματα, δέντρα, ζωντανά, καραβόπανα, σκοινιά, σιδερικά. Ο Κρίστιαν τους είπε να τραβήξουνε όξω το καράβι, για να το ξεπαρταλώσουνε και με τα σανίδια να κάνουνε τα σπίτια τους. Μα οι άλλοι βιαζότανε να το χαλάσουνε μιαν ώρα αρχύτερα, μην τύχει και τους φανερώσει.
Έτσι κι έγινε. Στις 23 Ιανουαρίου του 1790, ένας ναύτης έβαλε φωτιά στο κακόμοιρο το «Μπάουντυ» και κάγηκε, πριν μάλιστα να το ξεφορτώσουνε ολότελα. Ύστερα κάψανε κι εξαφανίσανε όσα πράγματα δεν μπορέσανε να κουβαλήσουνε παραμέσα, για να μην αφήσουνε κανένα σημάδι. Κάτι στραβόξυλα, το σωτρόπι, την καρίνα και τα ποδοστάματα, που δεν καγήκανε, τα έλιωσε η θάλασσα απάνω στη θαλασσοβραχιά.
Αφού δεν απόμεινε τίποτα στην ακροθαλασσιά που να φανερώνει πως υπάρχανε άνθρωποι στο νησί, μια που εξαφανίστηκε το καράβι και κουβαλήσανε ό,τι είχανε οι επαναστάτες μακριά, στο παραμέσα μέρος του νησιού, ησυχάσανε κι επιδοθήκανε στη δουλειά τους.
Στην αρχή κάνανε ένα μικρό χωριό από τσαντίρια, κανωμένα με τα πανιά του καραβιού. Ύστερα χωρίσανε όλο το νησί σε κομμάτια και τα μοιραστήκανε μεταξύ τους. Ο καθένας στο μερίδιό του έκανε ό,τι ήθελε, μάζευε ό,τι καρπό είχανε τα δέντρα, έσπερνε, φύτευε. Η γης ήτανε καρπερή και τ’ άγρια δέντρα είχανε πωρικά νόστιμα. Λογαριάζανε πως με λίγη δουλειά θα μπορούσανε να περάσουνε τη ζωή τους δίχως να στερηθούνε.
Αλλά τη γης δεν τη μοιράσανε δίκαια. Γιατί πήρανε μερίδιο μοναχά οι εννιά Εγγλέζοι. Οι μαύροι δεν πήρανε τίποτα, μοναχά λογαριαστήκανε για σκλάβοι. Οι άσπροι πήρανε μια γυναίκα ο καθένας κι επειδή περισσέψανε μοναχά τρεις γυναίκες για τους έξι μαύρους, έπεφτε μια γυναίκα στους δυο άντρες.
Τις πρώτες μέρες οι επαναστάτες τρομοκρατηθήκανε από κάποια σημάδια που είδανε. Απάνω σε μια ψηλή και μυτερή ράχη είδανε έναν άνθρωπο σκαλισμένον στην πέτρα κι εκεί κοντά βρήκανε κόκαλα και κάποια αχνάρια από καλύβες, καθώς κι ένα μοράι σαν εκείνα που υπήρχανε στο Ταϊτί, δηλαδή κάτι μάντρες με πέτρες στημένες όρθιες σαν είδωλα, που είναι οι εκκλησιές τους. Αλλά δεν είδανε τίποτα που να μαρτυρά πως εζούσανε στο νησί άνθρωποι, τον καιρό που πήγανε οι επαναστάτες. Ωστόσο κάμποσο διάστημα ζήσανε με τον φόβο μήπως οι αραπάδες τους είχανε δει να βγαίνουνε από το καράβι κι αποτραβηχτήκανε παραμέσα και κρυφτήκανε. Μα σιγά σιγά ξεφοβηθήκανε, γιατί δεν είδανε πια τίποτα ύποπτο.
Δυο χρόνια περάσανε ήσυχη ζωή, δουλεύοντας τη γη. Φυτεύανε ταρό κι ιγκνάμια, που είναι κάτι γλυκοπατάτες και στις καλύβες που κάνανε αντίς τα τσαντίρια που είχανε πρώτα, μαζεύανε τις μπανάνες και τις αραποκαρύδες.
Όλοι οι Πιτκαιρνιανοί ήτανε εννιά Εγγλέζοι και δεκαοχτώ μαύροι. Από τους μαύρους μοναχά οι δυο ήτανε από το Τουμπουάι, οι άλλοι ήτανε από το Ταϊτί. Αρχηγός απάνω σ’ όλους ήτανε ο Φλέτσερ Κρίστιαν, άνθρωπος σπουδασμένος κι από καλό σπίτι. Ο αδερφός του ο Εντουάρτος ήτανε καθηγητής της Νομικής στο Καίμπριτζ.
Ζούσανε λοιπόν ήσυχα, ώσπου μια μέρα μαλώσανε για μια γυναίκα που γκρεμνίστηκε από τους βράχους και σκοτώθηκε, εκεί που μάζευε αυγά από τ’ αγριοπούλια. Ο ναύτης που την είχε, ένας Ουίλλιαμς, γύρεψε τότε να διαλέξει μιαν άλλη γυναίκα, ει δ’ αλλέως είπε πως θα ‘φευγε με τη βάρκα του καραβιού. Οι άλλοι Εγγλέζοι είπανε στους μαύρους να δώσουνε στον Ουίλιαμς μιαν από τις τρεις γυναίκες που είχανε. Οι αραπάδες θυμώσανε κι ορκιστήκανε κρυφά να σφάξουνε όλους τους Εγγλέζους. Μα προδοθήκανε από μια Ταϊτινή που είχε για άντρα έναν Εγγλέζο κι οι μαύροι τρυπώσανε στο δάσος κι εκεί μαλώσανε και σκοτωθήκανε μεταξύ τους κι απομείνανε τέσσερες από έξι.
Περάσανε άλλα δυο χρόνια ήσυχα. Όπου άξαφνα ξεσηκωθήκανε οι αραπάδες καταπάνω στους άσπρους, επειδή τους βασανίζανε και σχεδιάσανε να σκοτώσουνε τ’ αφεντικά τους. Οι μαύροι χωθήκανε στα δέντρα αρματωμένοι. Κάποιοι Εγγλέζοι τρέξανε από πίσω τους και για να μην τα πολυλογούμε, οι αραπάδες σκοτώσανε τον Ουίλλιαμς. Κείνη την ώρα ο Κρίστιαν δούλευε στο χωράφι του, όπου μια μπάλα τον χτύπησε και τον σκότωσε. Έτσι πέθανε εκείνος ο άνθρωπος που στάθηκε η αιτία να γίνουνε τόσα κακά.
Την ίδια μέρα, οι αραπάδες σκοτώσανε τον κανονιέρη Μιλς κι άλλους δυο άσπρους. Ένας άλλος Εγγλέζος, ο Αλέξανδρος Σμιθ, που πήρε πιο ύστερα τ’ όνομα Τζον Άνταμς, εκεί που δούλευε στο χωράφι του δίχως να ξέρει τι γινότανε, είδε να τρέχει τρομαγμένη κατά το μέρος του μια από τις Ταϊτινές και να τον ρωτά πώς δεν είχε πάρει είδηση τον σκοτωμό που γινότανε. Ο Σμιθ έτρεξε για να κρυφτεί στο δάσος. Ύστερ’ από λίγη ώρα, επειδή δεν άκουσε πια τίποτα, αποφάσισε να γυρίσει πίσω στο χωράφι του, για να πάρει λίγες γλυκοπατάτες μαζί του και να γυρίσει στην κρυψώνα του. Μα οι μαύροι τον παραφυλάγανε και του ρίξανε μια τουφεκιά. Η μπάλα μπήκε από την ωμοπλάτη και βγήκε από το λαιμό του. Οι αραπάδες πέσανε απάνω του και τον χτυπούσανε με τα κοντάκια, μα ο Σμιθ μπόρεσε και σηκώθηκε και πήρε δρόμο κατά το δάσος αφήνοντας πίσω τους μαύρους. Οι αραπάδες, σαν είδανε πως θα τους ξέφευγε, του φωνάξανε πως θα του χαρίζανε τη ζωή, αν παραδεχόταν τη συμφωνία που θα του κάνανε. Ο Σμιθ τους έδωσε το λόγο του πως παραδεχότανε και σε λίγο έπεσε χάμω μισοπεθαμένος. Τότες οι αραπάδες τον σηκώσανε και τον πήγανε στην καλύβα του Κρίστιαν κι εκεί τον περιποιηθήκανε και τον γλιτώσανε.
Ησυχάσανε για μια βδομάδα. Μα ύστερα έπιασε ξανά ο πόλεμος, ανάμεσα στους έξι Εγγλέζους που είχανε απομείνει ζωντανοί και στους μαύρους. Ο καβγάς ήτανε για τις γυναίκες που είχανε αφήσει οι σκοτωμένοι. Στο τέλος ανακατωθήκανε άσπροι και μαύροι και σκοτωθήκανε κι άλλοι δυο Εγγλέζοι. Απομείνανε μοναχά τέσσερες, ο Σμιθ, ο Γιαγκ, ο Μκόυ κι ο Κουίνταλ.
Οι γυναίκες συνεννοηθήκανε ν’ αντισταθούνε στους άντρες, όποτε θα γινότανε κανένας καινούριος καβγάς. Είχανε κλέψει τουφέκια και σπαθιά, που τα ‘χανε κρυμμένα σε μια κρυψώνα. Κάποιες απ’ αυτές φύγανε από το χωριό και ζούσανε μοναχές σε μια μεριά του νησιού που έπεφτε κατά το βασίλεμα του ήλιου.
Στα 1795 οι Πιτκαιρνιάνοι σκαρώσανε δυο βάρκες για να ψαρεύουνε. Στις 27 Δεκεμβρίου φάνηκε μακριά ένα καράβι κατά τον σοροκολεβάντε (ΝΑ). Οι κακόμοιροι επαναστάτες, σαν το είδανε, φοβηθήκανε. Μα η θάλασσα ήτανε φουρτουνιασμένη κι έβραζε γύρω στο νησί. Το καράβι χάθηκε ύστερ’ από λίγο κι οι Πιτκαιρνιάνοι ησυχάσανε.
Στο μεταξύ καταγινόντανε με διάφορες δουλειές, παρεκτός από τη γη, παστώνανε τα ψάρια και το κρέας που παίρνανε από το κυνήγι, κάνανε κι ένα πιοτό από ένα φυτό που το λέγανε τι. Σ’ αυτή τη δουλειά επιδινότανε ο Μκόυ, που ήξερε από λαμπίκο. Μα το περισσότερο κρασί το έπινε ο ίδιος και γινότανε τάπα στο μεθύσι, ώσπου έσκασε και πήγε στον αγύριστο. Βλέποντας οι άλλοι τρεις άσπροι τον Μκόυ πεθαμένον, πήρανε όρκο να μην βάλουνε πια πιοτό στο στόμα τους.
Στα 1799 πέθανε κι άλλος ένας Εγγλέζος, ο Κουίνταλ, κι αυτός πάλι απ’ αφορμή μιας γυναίκας. Τι άγριο θηρίο είναι ο άνθρωπος, σαν είναι παραδομένος στα πάθη του και δεν έχει τον φόβο του Θεού! Αυτός ο Κουίνταλ επήρε πολλές γυναίκες και καμιά δεν του άρεσε. Ήθελε σώνει και καλά τη γυναίκα ενός Ταϊτινού. Κι επειδής εκείνη δεν τον ήθελε, εκείνος ο μαυρόψυχος άσπρος έβαλε στον νου του να σκοτώνει τον άντρα και τη γυναίκα, για να εκδικηθεί. Ο Σμιθ κι ο Γιαγκ πασκίσανε να τον μποδίσουνε να βάλει σε πράξη σατανική απόφασή του, μα αδιαφόρετα. Τότε, για να προλάβουνε καινούριες συμφορές σπάσανε το κεφάλι του με μια ματσόλα, δηλαδή μ’ ένα ξυλένιο σφυρί του καραβομαραγκού. Έτσι απομείνανε μοναχά δυο Εγγλέζοι, ο Σμιθ κι ο Γιαγκ, οι καλύτεροι από τους άλλους.
Αυτοί οι δυο μόλο που είχανε διαφορετική ανατροφή, ταιριάζανε στις ιδέες και στα αισθήματα. Καταλαβαίνανε πως από τον λαιμό τους κρεμόντανε όλες εκείνες οι ψυχές που ζούσανε απάνω στο Πίτκαιρν. Στο μεταξύ είχανε γεννηθεί κάμποσα παιδιά κι έπρεπε να τα δασκαλέψουνε χριστιανικά, ώστε να μην κάνουνε ό,τι είχανε κάνει οι πατεράδες τους.
Ο Γιαγκ ένιωθε αυτό το χρέος που είχε για τη νέα γενεά. Μα πέθανε ο δυστυχής έναν χρόνο ύστερ’ από τον Κουίνταλ. Έτσι λοιπόν απόμεινε μοναχός ο Σμιθ. Στους γέρικους ώμους του φορτώθηκε ολάκερο το βάρος να κυβερνήσει εκείνη την κιβωτό, που τη δέρνανε οι σκληροί άνεμοι μέσα στον ατέλειωτον ωκεανό.
***
Τώρα ας φύγουμε για λίγο από το Πίτκαιρν κι ας πάμε στη Λόντρα.
Σαν φτάξανε σε κείνη την πολιτεία οι καραβοτσακισμένοι του «Μπάουντυ» ο κόσμος ταράχτηκε κι αγανάχτησε καταπάνω στον Κρίστιαν και στους άλλους επαναστάτες. Όλοι θαυμάζανε τον καπετάν Μπλάι κι η κυβερνηση, για να τον ανταμείψει για όσα είχε πάθει, τον ανέβασε σε ανώτερον βαθμό, τον διόρισε καπετάνιο σ’ ένα άλλο καράβι και τον έστειλε πάλι να κάνει την ίδια δουλειά με το «Μπάουντυ», δηλαδή να κουβαλήσει ψωμόδεντρα στις Αντίλλες.
Το Ναυαρχείο έδωσε διαταγή και στη φρεγάδα «Πανδώρα», αρματωμένη με εικοσιτέσσερα κανόνια να πάγει στο Ταϊτί και να ψάξει τ’ αρχιπέλαγο της Κοινωνίας και της Φιλίας, για να ‘βρει τους επαναστάτες. Μα η «Πανδώρα» στάθηκε πιο κακότυχη κι από το «Μπάουντυ».
Στο Ταϊτί έφταξε στις 23 Μαρτίου 1791. Μόλις άραξε, ανέβηκε στο καράβι ένας από τους επαναστάτες κι ύστερ’ άλλοι πέντε κι ο καπετάνιος πρόσταξε να τους βάλουνε στα σίδερα. Οι άλλοι επαναστάτες που είχανε απομείνει στο Ταϊτί, είχανε σκαρώσει μια σκούνα και φύγανε λίγη ώρα πριν φτάξει η «Πανδώρα». Πέσανε από πίσω τους για να τους πιάσουνε, μα δεν τους προφτάξανε. Ύστερ’ από λίγες μέρες, βρήκανε τη σκούνα παρατημένη σ’ έναν κάβο. Οι ναύτες χωθήκανε μέσα στα βουνά κι εκεί τους πιάσανε, οχτώ νοματαίους. Δυο από τους επαναστάτες είχανε πεθάνει λίγο πρωτύτερα.
Στην ανάκριση είπανε πως δεν γνωρίζανε πού είχανε πάγει ο Κρίστιαν κι οι άλλοι, μοναχά είπανε πως ο αρχιεπαναστάτης μιλούσε συχνά για ένα έρημο νησί δίχως λιμάνι.
Η «Πανδώρα» έφυγε από το Ταϊτί στις 8 Μαΐου 1791 κι από πίσω της έκανε πανιά κι η σκούνα. Ψάχνοντας για το «Μπάουντυ», πιάσανε πρώτα στα Νησιά της Κοινωνίας, μα δεν βρήκανε τίποτα. Σ’ ένα νησί από τα λεγόμενα του Πάλμερστον, ένας αξιωματικός της «Πανδώρας» ανακάλυψε μιαν αντένα και κάτι σανίδια με τ’ όνομα «Μπάουντυ». Ψάξανε και σ’ άλλα νησιά, μα άδικα. Στείλανε τη σκούνα να ψάξει στο νησί Ουπολού, μα έπιασε μια φουρτούνα κατακλυσμός κι η σκούνα χάθηκε σούμπιτη.
Από νησί σε νησί φτάξανε κοντά στη Νέα Γουινέα, ώσπου η «Πανδώρα» έπεσε απάνω σε κάτι ξέρες της Αυστραλίας και βούλιαξε. Οι καραβοτσακισμένοι ύστερ’ από πολλά βάσανα, μπήκανε σε τέσσερες βάρκες κι αρχίσανε γι’ αυτούς τα μαρτύρια που είχανε τραβήξει οι σύντροφοι του καπετάν Μπλάι. Τέλος, φτάξανε στο Τιμόρ στις 13 Σεπτεμβρίου και στις 15 αράξανε στο Κουπάγκο. Οι Ολλαντέζοι τους δώσανε μεγάλη φιλοξενία. Από κει φτάξανε στη Μπατάβια, στις 7 Νοεμβρίου κι εκεί ο καπετάνιος έβαλε τους ναύτες του σε τέσσερα μεγάλα καράβια της γραμμής και τους έστειλε στην Αγγλία. Ο ίδιος μπαρκάρισε σ’ ένα άλλο, μαζί με τους αιχμάλωτους κι έφταξε στην Αγγλία στις 19 Ιουνίου 1792. Οι επαναστάτες περάσανε από το πολεμικό συμβούλιο κι άλλοι καταδικαστήκανε, άλλοι αθωωθήκανε.
Ύστερ’ απ’ αυτό οι αντάρτες που δεν είχανε βρεθεί σιγά σιγά ξεχαστήκανε. Όπου, στα 1809, το Εγγλέζικο Ναυαρχείο επήρε ένα μήνυμα από το Ρίο Τζανέιρο, που έλεγε πως το αμερικάνικο καράβι «Τόπαζ» από το Μπόστον είχε βρει απάνω σ’ ένα νησί Πίτκαιρν σε 25 μοίρες Ν και 130 μοίρες Δ, έναν Εγγλέζο με τ’ όνομα Αλέξανδρο Σμιθ, που ήτανε ο τελευταίος που ζούσε από τους επαναστάτες του «Μπάουντυ». Μα το Ναυαρχείο είχε κείνον τον καιρό πολλές σκοτούρες και δεν έδωσε πολλή σημασία. Έτσι το Πίτκαιρν λησμονήθηκε πάλι ολότελα.
Στα 1814, ένας ναύαρχος, ο Θωμάς Στάϊνις, που είχε στις διαταγές του τα καράβια «Μπρίτον» και «Ταγός», έπεσε κοντά στο Πίτκαιρν και μη γνωρίζοντας αν είχε απάνω ανθρώπους ή ήτανε έρημο πήγε γιαλό κι είδε κάποιες καλύβες που ξεχωρίζανε κρυμμένες μέσα στα δέντρα. Σε λίγο οι ναύτες είδανε τους ντόπιους να κατεβαίνουνε στη θάλασσα, σηκώνοντας τα μονόξυλά τους στον ώμο. Ένα απ’ αυτά τα μονόξυλα πέρασε τη φουσκοθαλασσιά που σηκωνότανε σαν τοίχος μπροστά στη στεριά και τράβηξε γλήγορα κατά το «Μπρίτον» Σαν έφταξε κοντά στο καράβι, οι Εγγλέζοι τα χάσανε ακούγοντας τους νησιώτες να τους ζητάνε σε καθαρή εγγλέζικη γλώσσα, σκοινί για να δέσουνε.
Σαν διπλάρωσε στο καράβι το μονόξυλο, είδανε να πηδά απ’ αυτό ένα σβέλτο παλικαράκι μ’ ένα πανί στη μέση του και φορώντας στο κεφάλι του ένα καπέλο ψάθινο, στολισμένο με πετεινόφτερα.
Το τριγυρίσανε οι ναύτες και το ρωτούσανε. Είπε πως λεγότανε Πέμπτη-Οχτώβρης Κρίστιαν, γιατί αυτή τη μέρα είχε γεννηθεί και πως ήτανε γιος του ναύτη Φλέτσερ Κρίστιαν και μιας Ταϊτινής και πως στάθηκε ο πρώτος που γεννήθηκε απάνω στο Πίτκαιρν.
Η φυσιογνωμία του και τα φερσίματά του αρέσανε στον καπετάνιο και στους ναύτες, γιατί φανερώνανε την αθωότητά του και την ειλικρίνειά του. Στα χαρακτηριστικά του έμοιαζε με Εγγλέζο, αλλά το χρώμα του ήτανε μελαχρινό και τα μαλλιά του μαύρα. Ο σύντροφός του λεγότανε Γιώργης Γιαγκ. Απ’ αυτούς έμαθε ο ναύαρχος όλη την ιστορία, από τη μέρα που οι επαναστάτες πήγανε στο Πίτκαιρν.
Ο ναύαρχος τους προσκάλεσε να φάνε κάτι. Οι Εγγλέζοι απορήσανε σαν είδανε πως εκείνα τα παλικαρόπουλα, πριν βάλουνε τίποτα στο στόμα τους, κάνανε την προσευχή τους.
Αφού φάγανε, τους σεργιανίσανε να δούνε το καράβι. Τους έκανε μεγάλη εντύπωση το πόσο μεγάλο ήτανε και θαυμάζανε τα κανόνια, τα όπλα, τα εργαλεία. Σαν είδανε μια γελάδα, τα χάσανε και ρωτήσανε μήπως ήτανε καμιά μεγάλη κατσίκα ή κανένα γουρούνι με κέρατα. Παραξενευτήκανε σαν είδανε έναν σκύλο μα ο Γιαγκ είπε πως είχε ακουστά από τους γεροντότερους γι’ αυτό το ζωντανό.
Οι δυο νέοι είπανε στον ναύαρχο να βγούνε στη στεριά και πως εκεί θα βρίσκανε έναν γέροντα που τον λέγανε Άνταμς και πως εκείνος θα τους έλεγε την ιστορία που είχανε περάσει οι ναύτες του «Μπάουντυ» με όλα τα καθέκαστα.
Το λοιπόν ο ναύαρχος μαζί με τον καπετάν Πίπον, μπήκανε στο μονόξυλο και βγήκανε στη στεριά εύκολα μ’ όλη τη φουσκοθαλασσιά που έζωνε τη στεριά, επειδής οι νησιώτες ξέρανε να κυβερνήσουνε επιτήδεια. Μοναχά που βραχήκανε. Βγήκανε κι άλλοι αξιωματικοί και ναύτες.
Στην ακροθαλασσιά είδανε να τους περιμένουνε ένας γέρος μαζί με τη γυναίκα του. Ο άντρας φαινότανε πολύ ηλικιωμένος μ’ όλο που δεν ήτανε παραπάνω από εξήντα χρονών. Ήτανε ο Άνταμς.
Αφού χαιρετιστήκανε, ανηφορίσανε όλοι μαζί για το χωριό. Ο καθένας μπορεί να φανταστεί τι ένιωθε κείνη την ώρα ο γέρο επαναστάτης, τριγυρισμένος από τους αξιωματικούς με τις στολές τους και μη γνωρίζοντας τι σκοπό είχανε.
Ο ναύαρχος του μίλησε με καλοσύνη και τον βεβαίωσε πως αποφάσισε να βγει στο νησί, δίχως να γνωρίζει πως βρισκόντανε άνθρωποι πάνω σ’ αυτό.
Εκεί που περπατούσανε, ο Άνταμς του είπε λίγα καθέκαστα για την επανάσταση και πως αυτός δεν είχε πάρει σπουδαίο μέρος σ’ αυτή, γιατί ήτανε άρρωστος και κειτότανε στην κουκέτα του. Και πως τώρα ήτανε έτοιμος να παραδοθεί στους αξιωματικούς, αν θέλανε να τον πάνε στην Αγγλία.
Κείνη τη στιγμή φτάξανε σε μια πλατεία τριγυρισμένη από καλύβες. Είχανε μαζευτεί πολλοί νησιώτες, όλο νέοι και γυναίκες. Σαν ακούσανε τα τελευταία λόγια που είπε ο Άνταμς στον ναύαρχο, σηκώθηκε ένας θρήνος από κείνα τα δυστυχισμένα πλάσματα, που κλαίγανε και βογγούσανε μην τους πάρουνε τον πατέρα τους. Μια έμορφη κοπέλα, η κόρη του Άνταμς κρεμάστηκε στον λαιμό του πατέρα της, ξορκίζοντάς τον να μην τους αφήσει έρημους.
Η καρδιά του ναύαρχου γέμισε θλίψη και βεβαίωσε τους νησιώτες πως ο Άνταμς δεν θα πάθει καμιά ενόχληση από μέρος του. Τότες οι κακόμοιροι Πιτκαιρνιώτες δεν ξέρανε με τι τρόπο να τον ευχαριστήσουνε.
Στους αξιωματικούς και στους ναύτες έκανε μεγάλη εντύπωση ο ήμερος χαρακτήρας που φανερώνανε οι νησιώτες, η σεμνότητα κι η τάξη που είχανε στα φερσίματά τους κι η μεγάλη αγάπη τους στον αρχηγό και πατέρα τους.
Η αποικία που κυβερνούσε ο Άνταμς είχε απάνω κάτω σαρανταπέντε ψυχές. Οι περισσότεροι νησιώτες ήτανε στην ηλικία του Πέμπτη-Οχτώβρη Κρίστιαν. Της τρίτης γενεάς, που ήτανε όλο μικρά παιδιά, ήτανε λιγοστές ψυχές. Όλα τα παλικαρόπουλα ήτανε έμορφα, ψηλόκορμα και καλοφτιασμένα. Οι κοπέλες ήτανε και κείνες έμορφες, γερές, με θαυμάσια δόντια και χαρούμενες. Ήτανε ντυμένες μ’ ένα πανί, που τις σκέπαζε από τη μέση ως τα γόνατα και μ’ ένα σάλι που το είχανε ριχμένο με χάρη στις πλάτες τους. Χάρη είχανε σε ό,τι κάνανε. «Θαύμαζε κανένας», γράφει ένας από τους αξιωματικούς «με τι χάρη και με πόση γρηγοράδα φτιάνανε από ένα πλατύ φύλλο ομπρελίτσα ή μια σκούφια για να φυλαχτούνε από τον ήλιο. Θα μπορούσανε να πάρουνε μαθήματα οι μοδίστρες κι οι καπελούδες της Λόντρας από τούτες τις κοπέλες που ζήσανε στη φύση.»
Η ψυχική εμορφιά τους ήτανε ακόμα πιο μεγάλη κι έκανε τους Εγγλέζους να τη θαυμάζουνε. Εκείνα τα έμορφα κορίτσια ήτανε στολισμένα με τη φρονιμάδα και με τη σεμνότητα. Ο γέρο Άνταμς τους είπε πως ποτέ δεν θυμότανε να είδε κάποιο πράγμα ανήθικο στη διαγωγή τους. Ο γερο πατέρας τους τους συμβούλευε να μη βιάζουνται να παντρευτούνε, για να ‘χουνε να θρέψουνε την οικογένεια που θα κάνανε. Κι όλοι οι νέοι συμμορφωνόντανε, αφού ο Άνταμς είχε πει πως αυτό ήτανε το καλό και το συμφέρο τους.
Δουλεύανε όλοι, άντρες και γυναίκες, στη γη παρεκτός από τις λεχώνες και τις μωρομάνες. Έτσι εκείνοι οι λιγοστοί άνθρωποι που βρισκόντανε απάνω στο Πίτκαιρν ζούσανε ειρηνικά και χαρούμενα, σαν μια κοινωνία μοναδική στον κόσμο, όπως την δίδαξε ο Χριστός. Ένας από τους αξιωματικούς έγραφε: «Ο Τζον Άνταμς είχε τυπώσει στο πνεύμα του μικρού λαού του την κοσμιότητα και τον πόθο να ευχαριστά τον Κύριο για όσα καλά του χάρισε. Αυτός ο άνθρωπος μπόρεσε και μόρφωσε μια μικρή κοινωνία, ένα πράγμα που δεν μπορέσανε να το κάνουνε κάποιοι σπουδαίοι ηθικολόγοι και σοφοί καθηγητάδες.»
Ο Τζον Άνταμς ήτανε γιος ενός βαρκάρη και δεν είχε πάγει στο σκολείο. Στο «Μπάουντυ» μπαρκάρισε εικοσιδυό χρονών. Εικοσιτεσσάρων χρονών πήγε στο Πίτκαιρν κι από τότε κρεμαστήκανε στον λαιμό του όλες εκείνες οι ψυχές. Έμαθε να διαβάζει και να γράφει στο Πίτκαιρν. Το μονάχο βιβλίο που είχε ήτανε μια Αγία Γραφή και μια φυλλάδα με προσευχές. Μ’ αυτά τα δυο βιβλία μπόρεσε να μορφώσει και ν’ αναθρέψει μια γενιά, καθώς και να βάλει λίγους αναγκεμένους νόμους σε μια μικρή κοινωνία.
Συνεχίζεται