Ερώτηση Παραμύθια και ιστορίες για μικρά και μεγάλα παιδιά

31/03/2010 12:46 #21 από Τελάλης

Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γριὰ Κομνιανάκαινα, ἂν (καί) δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις.

Τὰ δυὸ ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποῦ ἐστενοχώρουν κ᾿ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις.

Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον:
Βαρύτερ᾿ ἀπ᾿ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,
Γιατί τὰ φόρεσα κ᾿ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ῾χα.


Ἡ γραῖα ἔκειτο ἐπὶ τῆς κλίνης καθ᾿ ὅλην τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Ἐβεβαίου ὅτι «ἀγγελιάστηκε» καὶ ἠτοιμάζετο ν᾿ ἀποθάνῃ. Ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Μόρφω, τὴν μικρὰν ἐγγονήν της, ἐργασίες ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας τοῦ πτωχοῦ κορασίου. Αἴφνης, ἐν μέσω δυὸ γογγυσμῶν, ἔβαλε μίαν φωνήν, κ᾿ ἔκραζεν ἀπὸ τῆς κλίνης πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ ἰσογείου θαλάμου πηγαινο- ἐρχομένην καὶ ὑπηρετοῦσαν παιδίσκην.

- Μὴ χύνῃς στὴν αὐλὴ τὰ νερά, χίλιες φορὲς σ᾿ τὸ εἶπα, στὸ νεροχύτη!

Κ᾿ ἐπανελάμβανε τοὺς ἀφορήτους στεναγμούς, ἐπιτείνουσα μάλιστα αὐτοὺς ὁσάκις τυχὸν πτωχὴ γειτόνισσα, μὴ τολμῶσα νὰ εἰσέλθῃ, ἤρχετο δειλῶς μέχρι τῆς θύρας καὶ ἠρώτα πῶς ἦτο ἡ ἀσθενής. Βεβαίως ἡ γριὰ - Κομνιανάκαινα ἔπασχεν, ἀλλ᾿ ἴσως ἐμεγαλοποίει τὸ πράγμα. Ἔκλαιε «τὰ νιάτα της», ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προφθάση νὰ κάμῃ ἐφέτος Πάσχα. Ἡ γειτόνισσα ἡ Μηλιὰ ἐβεβαίου ὅτι ἡ γραῖα εἶχε καὶ «κομπόδεμα», ἀλλὰ ποὺ νὰ ἐμβάσῃ μέσα καμμίαν ἐκ τῶν γειτονισσῶν της! Ἐλλείψει ἄλλης ἀσθενείας ἦτον ἱκανὴ ν᾿ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν της. Δὲν ἐβάστα ἡ ψυχή της νὰ δώση κάτι τι εἷς μίαν πτωχὴν γυναίκα διὰ νὰ τὴν «κυττάξη» κ᾿ ἐπέβαλλε βαρείαν ἀγγαρείαν εἰς τὴν Μόρφω, ὀκταετῆ παιδίσκην. Ἐνίοτε παρελήρει ἀληθῶς. Εἶτα ἔβαλλε ἀγρίαν κραυγήν. Ἔκραζε τὴν παιδίσκην νὰ τὴν σκεπάσῃ μὲ τὸ σινδόνιον, ἀλλὰ χωρὶς αὔτη νὰ τὴν ἐγγίση κἄν, ἢ γερόντισσα ἔβαλλε τοιαύτην ὠρυγήν, ὥστε ἡ μικρὰ κατετρόμαζε.

Ὁ καπεταν-Κομνιανὸς ἔλειπε μὲ τὸ γολετί, κ᾿ ἐπεριμένετο νὰ ἔλθῃ. Εἶχε μαζί του, μὲ τὸ γολετί, καὶ τὸν πρωτότοκον υἱόν του, τὸν Γεώργην, δωδεκαετῆ παῖδα. Τοῦτο ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς καημοὺς τῆς γραίας, ὅτι ἔμελλε ν᾿ ἀποθάνη, ὡς ἔλεγε, χωρὶς νὰ ἐπανίδῃ τὸν υἱόν της, καὶ τὸν ἐγγονόν της τὸν μεγάλον, ὅστις ὠμοίαζε τόσον μὲ τὸν μακαρίτην τὸν πάππον του. Καὶ ποῖος νὰ τῆς σφαλήσῃ τὰ μάτια; Αἱ ἀνεψιαί της, ὑπανδρυμέναι καὶ αἱ δύο, τῆς ἐβαστοῦσαν κακίαν διὰ κάτι κληρονομικὰς διαφοράς, καὶ δὲν ἔσπασαν τὸ πόδι «οἱ λαχταρισμένες, οἱ ἀχρόνιαστες!» νὰ ἔλθουν νὰ τὴν ἰδοῦν. Οὕτω τῆς ἤρχετο καὶ αὐτῆς ν᾿ ἀποθάνῃ εἰς τὸ πεῖσμα των, ν᾿ ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ τῆς φιλήσωσι τὴν χεῖρα.

Ἰατρός, ποῦ νὰ εὑρεθῇ; Εἶχεν αὐτὴ νὰ πληρώνῃ; Αὐτὴ ὤφειλε νὰ κάμνῃ οἰκονομίαν διὰ τὰ ὀρφανά, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φθείρῃ τὸ βιὸ τοῦ υἱοῦ τῆς εἷς γιατρικὰ καὶ δὲν ξέρω τί. Ψευτογιάτρισσες! Κάμε τὴ δουλειά σου! Ἔχουν ἐμπιστοσύνην τώρα αὑταὶ αἱ γυναῖκες; Ὁ κόσμος ἐχάλασε, τί τὰ θέλεις! Ἔμβαζε αὐτὴ μὲς στὸ βιό της, μὲς στὰ καλά της, ξένην γυναῖκα; Τῆς ἤρχετο νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὰς γειτονίσσας τὴν ἰδίαν κραυγήν, δι᾿ ἧς ἀπεδίωκε τὸ πάλαι παρίσακτον ὄρνιθα ἀπὸ τὸν ὀρνιθῶνα της. Ξού, ξένη!...

Ὡς τόσον ἐπεθύμει νὰ ἤρχετο ὁ υἱός της διὰ νὰ τὸν νυμφεύσῃ νὰ τοῦ δώσῃ καὶ τὴν εὐχήν της. Σαράντα χρόνων ἄνθρωπος, κι ὁ κόσμος εἶναι πελάγος σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἀρμένιζε τώρα. Πῶς νὰ περάση τὴ ζωήν του χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον; Καὶ τὰ ὀρφανά, καὶ αὐτὰ θὰ εὕρισκαν μητέρα, μίαν καλὴν οἰκοκυρά, ἥτις ἀπὸ τώρα ἐπροσφέρετο μάλιστα νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀσθενειάν της. Ἀλλ᾿ ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα, μὴ θέλουσα νὰ παραβῆ τὴν ἀρχήν της, δὲν ἐδέχθη τὴν ἐκδούλευσιν.

Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν δυὸ ὀρφανῶν ἡ Μόρφω, ἥτις εἶχεν ἤδη αἴσθησιν, ἂν δὲν ἐπεθύμει ν᾿ ἀποκτήση μητέρα, ἐνθυμεῖτο κ᾿ ἐλυπεῖτο τὴν μητέρα της. Ὁ Εὐαγγελινός, νήπιον τριετίζον ἐν καιρῶ τῆς συμφορᾶς, οὔτε ἤξευρε τίποτε, οὔτε ἐνθυμεῖτο. Ἔκλαιε μόνον ὅταν ἡ μάμμη τὸν ἐβίαζε νὰ φορέσῃ τὸν κατάμαυρον σάκκον του. Ἡ Μόρφω, λευκὴ καὶ ὠχρὰ μὲ τὰ μαῦρα φουστανάκια της, καὶ μὲ τὸν μαῦρον μανδήλιον τὸ σκεπάζον τὰ ξανθά της μαλλιά, ἦτο κατηφής, κ᾿ ἐνθυμεῖτο τὸ περυσινὸν Πάσχα, ὅταν ἔζη ἡ μήτηρ της. Ἡ ἀτυχὴς γυνὴ εἶχεν ἀποθάνει ἀπὸ τὴν γένναν της, τὸ παρελθὸν θέρος, καὶ τὸ βρέφος μετ᾿ αὐτῆς. Τώρα ἡ κορασὶς εἶχεν ἀντὶ τῆς καλῆς καὶ πονετικῆς μητρός, τὴν μάμμην μὲ τὴν ἀφόρητον παρεξενιά της, ἥτις ἐνῶ ἐβεβαίου ὅτι ὅλα τῆς ἐπόνουν, κεφαλή, λαιμός, χεῖρες, πόδες, πλαῖται, κοιλία, μέση καὶ τὰ λοιπά, πνιγομένη δὲ ἀπὸ τὸν βήχα καὶ γογγύζουσα δυνατὰ καὶ βάλλουσα κραυγὰς ἀγρίας, ἐφείδετο νὰ δώσῃ εἰς ἰατροὺς καὶ φάρμακα, αἴφνης ἠγείρετο, ὑποβαστάζουσα τὴν κοιλίαν της, ἠξήρχετο μέχρι τῆς θύρας, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὸν ἐκτὸς κόσμον κ᾿ ἔλεγεν:

- Ἄχ! Τί γλυκιὰ πού ῾ν᾿ ἡ ζωή!

Πέρυσι ὤ! πέρυσι τὴν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν ὅπου εἶχον μεταλάβει ὅλοι, ἡ καλὴ καὶ προκομμένη μήτηρ, καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδομον μήνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάφῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά, μὲ ῥιζάρι, κιννάβαρι καὶ ὄξος. Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἷς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης, μὲ τὸν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρὸν στεφανωμένον μὲ ρόδα εὐώδη καὶ μὲ μήκωνας κατακοκκίνους, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα, μὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾿ Ὀχτωήχι χάρτινον Ἐσταυρωμένον εἰς τὸ μέσον τοῦ σταυροῦ, καὶ μὲ ἐρυθρὸν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τὸ ἄσμα:

Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστὸ τὸν πάντων βασιλέα.
................................................................
Σύρε μητέρα μ᾿ στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα,
Κ᾿ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῆς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ
Ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες,
Τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, να᾿ χῆς χαρὲς μεγάλες.


Καὶ τί χαρὲς μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρὲς δ᾿ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἢ καλῆ ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνὰ δυὸ ἀρτιβαφὴ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία δυὸ αὐγὰ κόκκινα, καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν, καὶ ἀρκατὰ ἐτραγούδησαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ.

Μετὰ ταῦτα ἡ μήτηρ ἤρχισε νὰ ζυμώνῃ καὶ ἔπλασεν ἀρκετὲς κουλοῦρες μετ᾿ αὐγῶν διὰ τὸν σύζυγον, ἐπιδημοῦντα τότε, διὰ τὴν πενθεράν της, δι᾿ ἐαυτήν, διὰ τὲς κουμπάρες, ὡς καὶ μικρὲς «κοκῶνες» διὰ τὴν Μόρφω, διὰ τὸν Εὐαγγελινόν, διὰ τ᾿ ἀνεδεξίμια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.

Κ᾿ ἐπειδὴ ὁ μικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔκλαιε, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κοκώνα του, ἡ μήτηρ τοῦ ἔδιδεν ἄλλην νὰ ἐκλέξῃ ἀλλὰ αὐτὸς δὲν ἡμέρωνεν οὔτε ἤθελε νὰ ταιριασθῆ.

Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰς ἤθελεν ὅλας διὰ τὸν ἐαυτόν του.

Καὶ τότε ἡ μήτηρ τὸν ἐπαρηγόρει λέγουσα ὅτι «τὸ Σάββατο τὸ βράδυ θὰ ῾ρθῆ ἡ κουρούνα (κρά, κρά!) νὰ φέρη τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας (τσί, τσί!) καὶ τότε νὰ ἰδῆς τὸ παραμύθι. Πάρε Βαγγελινὲ τὸ τυρί, πάρε καὶ τὸ τσὶ-τσί, νὰ φᾶτε!»

Καὶ ὁ μικρὸς ἐψέλλιζε καὶ αὐτός, «θὰ᾿ θῆ ἡ κουούνα νὰ φέη τοῦ τσί-τσί», καὶ συνάπτων τὰς χεῖρας, δακτύλους μεταξὺ δακτύλων κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς μητρὸς τῆς γειτόνισσας τῆς Μηλιᾶς ἑξαετές, ἄνιπτον, ρακένδυτον, ὀκλάζον εἷς μίαν γωνίας, κρατοῦν τὴν κοκώνα του, τὴν ὁποίαν ἐκσέπτετο ἂν δὲν ἦτο καλὸν νὰ τὴ φάγῃ τώρα ποὺ εἶναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον καὶ λέγον: «Ναί! Θα᾿ ρθῆ ἡ κουρούνα! ἄμ᾿ δὲ θὰ᾿ ρθῆ!» Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἡ μήτηρ ὠδήγησε τὰ δυὸ παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου, ἀφοῦ ἔκαμαν τρεῖς γονυκλισίας πρὸ τοῦ ἀνθοστεφοὺς κουβουκλίου, ἠσπάσθησαν τὸν μυόπνοουν Ἐπιτάφιον, τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον μὲ τ᾿ ἀγγελούδια, καὶ τὸν Σταυρὸν μὲ τ᾿ ἀνθρωπάκια καὶ τὶς Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), καὶ εἶτα ἐπέρασαν τρὶς ὑπὸ τὸν ὑψηλόν, μεγαλοπρεπῆ Ἐπιτάφιον, ὁ δ᾿ Εὐαγγελινὸς (ὅλα τὰ ἐνθυμεῖτο ἡ μικρὰ Μόρφω) ἀνέτρεψεν ἐξ ἀπροσεξίας πήλινον ἀμφορέα μὲ ὕδωρ, ἐξ ἐκείνων οὖς θέτουσιν ὑπὸ τὸν Ἐπιτάφιον πρὸς ἁγιασμόν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸ καματηρό, ἤτοι τοὺς μεταξοσκώληκας, καὶ εἰς ἄλλας χρείας, αἱ νεώτεραι μυροφόροι, γυναῖκες διακαῶς ποθοῦσαι «νὰ ξενυχτίσουν τὸν Χριστόν» μένουσαι ἄγρυπνοι ἐν τῷ ναῷ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλεται ἐκεῖ τὸ Μέγα Σάββατον, περὶ ὄρθρον βαθύν. Ὁ ἀμφορεὺς πεσὼν ἐθραύσθη, ἡ δὲ γυνὴ ἧς ἦτο κτῆμα ὠργίσθη, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει «σὲ κακό της». Τότε ἡ μήτηρ τοῦ Εὐαγγελινοῦ, ἀφοῦ ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸ παιδίον, πειραχθεῖσα εἶπεν ὅτι «ἂν εἶναι κακό, ἂς εἶναι γιὰ μένα!» Καὶ τὴν πτωχὴν δὲν τὴν ηὖρε ὁ χρόνος.

Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾿ ἐνῷ σήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ἄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἷς τὸ ὕπαιθρο, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῶ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρᾶς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ καὶ ἢ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ ταφέντα, ὡς τὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἶμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!».

Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε Ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!

Καὶ ὕστερον, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τὴν ἀπαραίτητον ὁμίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, (ἥτις καθιστᾶ μελαψὴν μιγάδα τὴν ἡμέραν καὶ παμμέλαιναν ἀράβισσαν τὴν νύκτα) ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τὸ ὁποῖον ἠτοιμάζετο νὰ σφάξῃ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ καπετὰν Κομνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας, ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς.

Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο τὸ ἀρνί! Καὶ πὼς ἐβέλαζε (μπέ! μπέ!) τὸ καημένο. Ἐν τούτοις δὲν ἐφαίνετο πολὺ δυσαρεστημένον, διότι ἔμελλε νὰ σφαγῇ. Καὶ ἄλλος Ἀμνὸς ἄμωμος, Ἀμνὸς αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλος ἀτίμητος Ἀμνὸς ἐσφάγη...

Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τᾶς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! Τί θρίαμβος! Φαντασθῆτε ὡραίας μικρᾶς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾿ ὃ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῆ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν.

Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.

Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεία ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸ πρόναον, καὶ τίνες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας, αἵτινες, μεθ᾿ ὅλον τὸν διωγμὸν ὃν ἐκίνουν κατ᾿ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατ᾿ ἔτος οἱ ἐπίτροποι, ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην, οὐχ ἧττον ἐπέμενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἀριστερά, εἰς τὴν μίαν κόγχην.

Εἷς δ᾿ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίας, εἷς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾶ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾿ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾿ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.

Εἶτα τὰ μικρὰ παιδία καὶ τίνες παιδίσκαι τετραετεῖς, μὲ τᾶς κομψὰς ποικιλτὰς λαμπάδας, ἐτάχθησαν ἀνὰ τὸν χορόν, περὶ τὰ δυὸ ἀναλόγια, καὶ παρὰ τὸ εἰκονοστάσιον, καὶ ἤρχισαν νὰ θορυβῶσι, νὰ παίζωσι, νὰ στάζωσιν εἰς τοὺς λαιμοὺς ἀλλήλων, καὶ νὰ τσουγκρίζωσι τὰ αὐγά των. Καὶ ἓν παιδίον ἑξαετές, πονηρότερον τῶν ἄλλων (ἦτο ὁ υἱὸς τῆς Μηλιᾶς τῆς γειτόνισσας) εἶχε πλαστὸν αὐγὸν εἰς τὸν κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφὴ καὶ δι᾿
αὐτοῦ ἔσπαζε τὰ αὐγὰ ὅλων τῶν παιδιῶν, καὶ τὰ ἔπαιρνε, κατὰ τὴν συμφωνίαν, καὶ τὰ ἔτρωγε.

Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς, πενταετής, ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαμπάδα ἦτο εὐμορφότερα.

- Ὄχι, ἡ δική μου ἡ λαμπάδα εἶναι καλύτερη.

- Ὄχι, ἡ δική μου.

- Ἐμένα ὁ πατέρας μ᾿ τὴν ἐδιάλεξε, κ᾿ εἶναι πλιὸ καλή.

- Ἐμένα ἡ μάννα μ᾿ τὴν ἐστόλισε μονάχη της.

- Καὶ ξέρει νὰ κάμῃ λαμπάδες ἡ μάννα σ᾿;

- Ὄχι, δὲ ξέρει; Σὰν τὴ δική σ᾿!

- Τέτοια παλιολαμπάδα!

- Ναί, παλιολαμπάδα;... νά!...

- Νὰ κ᾿ ἐσύ!

- Νὰ κι ἄλλη μιά!

Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ οἱ δύο.

Τὸ ἀπόγευμα πάλιν, ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Β´ Ἀνάστασις κ᾿ ἔγινεν ἢ Ἀγάπη, ἐξῆλθαν ὅλοι εἰς τὴν πλατείαν κ᾿ ἐθεῶντο τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ἑβραίου. Τί ἄσχημος καὶ τί εὐμορφοκαμωμένος ποὺ ἦτον ὁ Ἑβραῖος! Εἶχε μίαν χύτραν ὡς κεφαλήν, εἶχε καὶ λινάρι ὡς γένειον. Ἔφερε καὶ ζεῦγος γυαλιὰ (ἡ Μόρφω τὰ ἐνθυμεῖτο ὅλα), ὅμοια μ᾿ ἐκεῖνα ποὺ φορεῖ ἡ γραῖα μάμμη ὅταν ράπτῃ ἢ ἐμβαλώνῃ τὰ παλαιὰ ροῦχα της. Εἶχε κ᾿ ἕνα σακκούλι ἢ πουγγὶ κρεμασμένον εἰς τὸ ἀριστερὸν πλευρόν του. Ἐφόρει μακριά, μακριὰ φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκρέμασαν ὑψηλὰ ὑψηλά, ἕως ἑπτὰ ὀργυιᾶς ἐπάνω, ἤρχισαν οἱ ἄνδρες νὰ τὸν μαστίζουν, νὰ τὸν τουφεκίζουν ὅλοι, ἕως ὅτου τὸν ἔκαυσαν.

Καὶ ὕστερον ἢ μήτηρ ἔστρωσε τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ παρέθεσε τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα, τὸ τυρί, ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα, καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψημένο, καὶ τὰ παιδία ἐκάθισαν εἷς τὴν τράπεζαν καὶ ἤρχισαν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των. Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις!

Ἐφέτος, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς δυστυχίας διὰ τὰ δυὸ ὀρφανὰ δὲν ἦτο πλέον ἐκεῖ οὔτε ὁ πατήρ των, ὅστις ἔλειπεν, οὔτε ἡ μήτηρ των, ἥτις ἐπῆγε μακρύτερα ἀκόμη. Ἀντὶ τῶν δύο ἦτο ἡ γηραιὰ μάμμη, ρογχάζουσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ γογγύζουσα. Ἀντὶ τῶν ἐπιχρύσων λαμπάδων, ἦσαν οἱ δυὸ τρεμοσβήνοντες καὶ βλοσυροὶ ὀφθαλμοί της. Ἀντὶ τῆς ἀθώας χαρᾶς, ἀντὶ τῆς ἀφάτου εὐτυχίας τοῦ παιδικοῦ Πάσχα, ἦτο ἡ λύπη ἡ βαρεῖα, ἡ ἀνεπανόρθωτος συμφορά.

Εὐτυχῶς ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα δὲν ἀπέθανε, καὶ ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα μὲ τὸ γολεττί, καὶ ἤρχισε νὰ καλλωπίζηται καὶ νὰ στρίβῃ τὸν μύστακα ἀποβλέπων εἰς δεύτερον γάμον. Ἀλλά, διὰ τὰ δυὸ παιδία, τάχα θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη, θ᾿ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδικὴ Πασχαλιά; Διὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως, διὰ τὴν Μόρφω ὅμως ποτέ. Αὕτη Ἠσθάνετο τὴν ἀπουσίαν τῆς μητρός της καὶ ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ τὴν ἐπανίδη πλέον ἐπὶ τῆς γῆς.

Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεία μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!

Ἀλλ᾿ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός Του, καὶ οἱ ὑμνωδοὶ ἔψαλλον: «Ὢ Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ! δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς Βασιλείας Σου!».

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

31/03/2010 16:39 #22 από Τελάλης
Απαντήθηκε από Τελάλης στο θέμα Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Πάσχα ρωμέικο

Ὁ μπάρμπα-Πίπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἥ ὀκτὼ καπέλλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργια, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου του κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δυὸ ἥ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκον του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἥ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, συνήθιζε νὰ κάθηται ἐπὶ τίνας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως, μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στομύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κι ἐμειδία πρὸς αὐτούς.

Ὅταν ἐμειδία ὁ μπάρμπα - Πίπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ᾿ ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκος του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κι ἐπικλινὴς πρὸς τὸ οὖς, ὅλα παρ᾿ αὐτῷ ἐμειδίων. Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ, ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῆ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἣν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν «ἡ ἑφτάκρατορισσα τῆς Ἀούστριας». Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδην, μὰ δόττο, δοττίσιμο κὲ ταλέντο! Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο! τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον, μὰ μπράβο! τὸν Σιερπιέρρο, κὲ γκρὰν φιλόζοφο! Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράιλαν, διὰ τὸν τίτλον ὃν τοῦ εἶχαν ἀπονείμει, φαίνεται, οἱ Ἀγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).

Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν «Σολωμὸ» κὲ ποέτα, τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα:

Ὡσὰν τὴ σπίθᾳ κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;
Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι ἀνάφτει
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.


Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσι ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κι ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλε ποτε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον «Ἔκτεση», διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴν τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.
«Ἲλ τραδιτόρε νὸν ά κομπασιόν» - ὁ ἀπατεῶνας δὲν ἔχει λύπηση. Ἐνίοτε πάλιν ἐμαλάττετο κι ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνους ἀτελείας. «Οὐδ᾿ ἡ γῆς ἀναμάρτητος - ἄγκε λὰ τέρρα νὸν έ ἰμπεκκάμπιλε». Καὶ ὕστερον, ἀφοῦ οὐδ᾿ ἡ γῆ εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τὶς ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκκάμπιλε, ἀλλὰ ἰνφαλλίμπιλε, δὲν ἤθελε ν᾿ ἀναγνωρίση τὴν διαφοράν.

Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δυὸ ἥ τρεῖς προσευχάς, ἂς ἤξευρε, τὰς ἤξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του ἤξευρε ρωμέικα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ... ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!». Ὅταν μὲ ἠρώτησε δὶς ἥ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο ὡς ἐνάντιος, προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ μετὰ δυὸ ἥ τρεῖς ἡμέρες ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος... ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις».
Ἓν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν᾿ ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἥ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἀγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν Δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν᾿ ἀκούση τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου...

Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188... περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιον τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τις εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ᾿ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιὰ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀκόμη ἀνατείλει ἡ σελίνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν᾿ ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦταν ἴσως πτωχός, δὲ θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώση τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου ἥ θὰ τὰ εἶχε κι ἔκαμνεν οἰκονομίαν.

Ἀλλ᾿ ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβής, καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνῃ κατ᾿ ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, ν᾿ ἀκούῃ τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ν᾿ ἀναβαίνη πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.

Ἦτο ὁ μπάρμπα-Πίπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ διὰ ν᾿ ἀκούση τὸ Χριστὸς Ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμῃ Πάσχα ρωμέικο κι εὐφρανθῆ ἡ ψυχή του.

Καὶ ὅμως ἦτο... δυτικός!

Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἦτο Ἰταλοκερκυραῖος, ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός, Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἑλληνικῆς. Ἐκαυχάτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α´, «εἶχε μεταλάβει ρωμέικα» ὅταν ἐκινδύνευε ν᾿ ἀποθάνη ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διὰ τινῶν συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς τοῦ ἔλεγε τις: «Διατὶ δὲ βαπτίζεσαι, μπάρμπα-Πίπη;» ἡ ἀπάντησίς του ἦτο, ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη, καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.

Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης, μὲ τὴ συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπομενομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήσῃ τις τὴν ἐμβάδα τοῦ Ποντίφηκος, τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.

Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον Ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτε νὰ ἱδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ, (il Santo Spiridion ha fatto cquesto aso), ὅτε ὁ Ἅγιος ἐπιφανεὶς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον, ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε. Ἀφοῦ εὑρίσκετο μακρὰν τῆς Κερκύρας, ὁ μπάρμπα-Πίπης ποτὲ δὲ θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάση τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.

Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὅτε κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ πεζός, κρατῶν εἰς τὴ χεῖρα τὴ λαμπάδα του, ἣν ἔμελλε ν᾿ ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάση εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ, ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίση ἐπ᾿ ὀλίγον ν᾿ ἀναπαυθῆ. Εὖρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν τῆς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴ μεσημβρινὴν γωνίαν, κι ἐκεῖ ἐκάθισεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ὑπέστρωσε τὸ εἰς πολλὰς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Ἐβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σπιρτοθήκην του, ἤναψε σιγαρέττον κι ἐκάπνιζεν ἠδονικῶς.

Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης καί, πρὶν προφθάση νὰ στραφῆ νὰ ἴδῃ, ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὖτος κρότος τοῦ κάστηκε, ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.

Ἐκείνην τὴ στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ᾿ ἀνέτελλε μετ᾿ ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὅπου ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδε ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην καὶ τείνουσα ἐγκαρσίως μακρόν τι ὡς ρόπαλον ἥ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.

Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῆ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴ χεῖρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κι ἔκραξεν ἐναγωνίως.

- Φίλος! καλός! μὴ ρίχνῃς...

Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερε τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν, οὐδὲ κατεβίβασε τὴ σκανδάλην.

- Φίλος καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.

- Τί θέλω; ἐπανέλαβεν ὁ μπάρμπα-Πίπης. Κάθουμαι καὶ φουμάρω τὸ τσιγάρο μου.

- Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρῃς, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὖρες τὸν τόπον, ρέ, γιὰ νὰ φουμάρῃς τὸ τσιγάρο σου!

- Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπάρμπα-Πίπης. Τί σᾶς ἔβλαψα;

- Δὲν ξέρω ἐγὼ ἀπ᾿ αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης, ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι ἄλλα πράματα μέσα. Μόνον κότες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ. Ἐγελάστηκες.

Ἦτο πρόδηλον, ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸ γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῷ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὠπλίση μὲ τὴν καραβίναν του.

Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.

- Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν, ἐγὼ κότες δὲν κλέφτω, οὔτε λωποδύτης εἶμαι, ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιὰ ν᾿ ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.

Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.

- Στὸν Περαία; στὸν Ἅϊ - Σπυρίδωνα; κι ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;

- Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα.

- Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα; καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίες ν᾿ ἀκούσης Ἀνάσταση;

- Ἔχει ἐκκλησίες, μὰ ἐγὼ τὸ ἔχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπάρμπα-Σπύρος.

Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν, εἶτα ἐπανέλαβε.

- Νὰ φχαριστᾷς καημένε...

Καὶ τότε μόνον κατεβίβασεν τὴ σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμον του.

- Νὰ φχαριστᾷς, καημένε, τὴν ἡμέραν ποὺ ξημερώνει αὔριον, εἰ δὲ μή, δὲν τό ῾χα γιὰ τίποτες νὰ σὲ ξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!

Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἡτοιμάζετο ν᾿ ἀπέλθῃ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώσῃ τελευταίαν ἀπάντησιν.

- Κάνεις ἄδικα καὶ συγχωρεμένος νά ῾σαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ᾿ εὐχαριστῶ ὡς τόσο ποὺ δὲ μὲ ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε... δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνῃς γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης, κι ἐπήγαινα, σοῦ λέω, στὸν Πειραιᾶ.

- Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ...

Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβολίου, κι ἔγινεν ἄφαντος.

Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.

Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἐμπόδισε τὸν μπάρμπα-Πίπην νὰ ἐξακολουθῆ κατ᾿ ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνη πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμη Πάσχα ρωμέικο.

Ἐφέτος τὸ μισοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα νὰ τὸν συνοδεύσω ἐφέτος εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴ συνήθεια νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ Ἅγιον Πάσχα.

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

01/04/2010 10:50 #23 από Τελάλης
Απαντήθηκε από Τελάλης στο θέμα Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Ἐξοχικὴ Λαμπρή
Καλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ μπάρμπα-Μηλιός, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νὰ μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί, οἱ ξωμερίτες, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἀλειτούργητοι. Καὶ οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγὺς νὰ πληρωθεῖ, ὅσον αὐτή· διότι δὶς ἐκινδύνευσε νὰ ἐπαληθεύσῃ ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ὁ Θεὸς ἔδωκε καλὴν φώτισιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ οἱ πτωχοὶ χωρικοί, οἱ γεωργοποιμένες τοῦ μέρους ἐκείνου, ἠξιώθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκούσωσι τὸν καλὸν λόγον, καὶ νὰ φάγωσι καὶ αὐτοὶ τὸ κόκκινο αὐγό.

Ὅλα αὐτά, διότι τὸ μὲν ταχύπλουν, αὐτὸ τὸ προκομμένον πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖ δῆθεν τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν ἀτυχῶν νήσων καὶ τῆς ἀπέναντι ἀξένου ἀκτῆς, σχεδὸν τακτικῶς δὶς τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ τὶς δυὸ ἀλλαξοκαιριές, τὸ φθινόπωρον καὶ τὸ ἔαρ, βυθίζεται, καὶ συνήθως χάνεται αὔτανδρον· εἶτα γίνεται νέα δημοπρασία, καὶ εὑρίσκεται τολμητίας τις πτωχὸς κυβερνήτης, ὅστις δὲν σωφρονίζεται ἀπὸ τὸ πάθημα τοῦ προκατόχου του, ἀναλαμβάνων ἑκάστοτε τὸ κινδυνωδέστατον ἔργον· καὶ τὴν φορὰν ταύτην, τὸ ταχύπλουν, λήγοντος τοῦ Μαρτίου, τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ χειμῶνος γενομένου, εἶχε βυθισθεῖ· ὁ δὲ παπᾶ-Βαγγέλης, ὁ ἐφημέριος ἅμα καὶ ἡγούμενος καὶ μόνος ἀδελφὸς τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἔχων κατ᾿ εὔνοιαν τοῦ ἐπισκόπου καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐξάρχου καὶ πνευματικοῦ τῶν ἀπέναντι χωρίων, καίτοι γέρων ἤδη, ἔπλεε τετράκις τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ πᾶσαν τεσσαρακοστήν, εἰς τὰς ἀντίκρυ ἐκτεινομένας ἀκτὰς ὅπως ἐξομολογήσῃ καὶ καταρτίσῃ πνευματικῶς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους δουλοπάροικους, τοὺς «κουκουβίνους ἢ κουκοσκιάχτες», ὅπως τοὺς ὀνόμαζον, σπεύδων, κατὰ τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, νὰ ἐπιστρέψῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν μονήν του, ὅπως ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα. Ἀλλὰ κατ᾿ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, τὸ ταχύπλουν εἶχε βυθισθεῖ, ὡς εἴπομεν, ἡ συγκοινωνία ἐκόπη ἐπὶ τίνας ἡμέρας, καὶ οὕτως ὁ παπᾶ-Βαγγέλης ἔμεινεν ἀκουσίως, ἠναγκασμένος νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα πέραν τῆς πολυκυμάντου καὶ βορεοπλήκτου θαλάσσης, τὸ δὲ μικρὸν ποίμνιόν του, οἱ γείτονες τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, οἱ χωρικοὶ τῶν Καλυβιῶν ἐκινδύνευον νὰ μείνωσιν ἀλειτούργητοι.

Τινὲς διετύπωσαν γνώμην νὰ παραλάβωσι τὰς γυναίκας καὶ τὰ τέκνα των καὶ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν πολίχνην, ὅπως ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν καὶ λειτουργηθῶσιν ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Μηλιός, ὅστις ἔκαμνε τὸν προεστὸν εἰς τὰ Καλύβια, καὶ ἤθελε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα ὅπως αὐτὸς ἐνόει, ὁ Φταμηνίτης, ὅστις δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ τὴν γυναίκα του εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πλήθους, καὶ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης, χωρικός, ὅστις «τὰ ἤξευρεν ἀπέξω ὅλα τὰ γράμματα τῆς Λαμπρῆς», ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ τίποτε «ἀπὸ μέσα» καὶ ἐπεθύμει νὰ ψάλλῃ τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε» - οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπέμειναν, καὶ πολλοὶ ἠσπάσθησαν τὴν γνώμην των, ὅτι ἔπρεπε ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφημερίων ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια, νὰ τοὺς λειτουργήσῃ.

Ὁ καταλληλότερος δέ, κατὰ τὴν γνώμην πάντων, ἱερεὺς τῆς πόλεως ἦτον ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ὅστις δὲν ἦτον «ἀπὸ μεγάλο τζάκι», εἶχε μάλιστα καὶ συγγένειαν μὲ τινὰς τῶν ἐξωμεριτῶν καὶ τοὺς κατεδέχετο. Ἦτον ὀλίγον τσάμης, καθὼς ἔλεγαν. Δὲν ἔτρεφε προλήψεις. Ἠκούετο μάλιστα, ἐδῶ κι ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἱερεὺς οὗτος εἶχε καὶ τὴν συνήθειαν «ν᾿ ἀποσώνῃ τὰ παιδιά» εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, τῶν ἐνοριτισσῶν του. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἔλεγον οἱ ἀστεῖοι ἢ οἱ φθονεροί, καὶ μόνον οἱ
ἀνόητοι τὸ ἐπίστευον. Ὁ ἐφημέριος οὖτος ὡς οἱ πλεῖστοι του γνησίου ἑλληνικοῦ κλήρου, πλὴν μικροῦ ἐλευθεριασμοῦ, ἦτο κατὰ τὰ ἄλλα ἄμεμπτος.

Τοῦτο ναί, ἀληθεύει· ἀλλ᾿ οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς, πενόμενοι καὶ δυσπραγοῦντες, ἐπιτακτικὴν ἔχοντες ἀνάγκην νὰ θρέψωσι τὰ τέκνα των, φαίνονται ὡς πλεονέκται, καὶ καταντῶσι νὰ μὴ τρέφωσι πλέον ἐμπιστοσύνην οὐδ᾿ εἰς αὐτοὺς τοὺς συλλειτουργοὺς των. Τοῦτο ἔπασχε καὶ ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ὅστις ἐπεθύμει μὲν νὰ ὑπάγῃ νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν εἰς τοὺς χωρικούς, διότι ἦτο ἀνοιχτόκαρδος, καὶ ἤθελε νὰ χαρῇ καὶ αὐτὸς ὀλίγην Ἀνάστασιν καὶ ὀλίγην ἄνοιξιν, ἀλλ᾿ ἐδυσπίστει εἰς τὸν συνεφημέριόν του, καὶ ἔπειτα δὲν ἤθελε ν᾿ ἀφήσῃ τὴν ἐνορίαν μὲ ἕνα μόνον ἱερέα τοιαύτην ἡμέραν. Ἀλλ᾿ αὐτὸς ὁ παπᾶ-Θοδωρῆς ὁ Σφοντύλας, ὁ συνεφημέριός του, τὸν παρεκίνησε νὰ ὑπάγῃ εἰπῶν, ὅτι καλὸν ἦτο νὰ μὴ χάσωσι καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν Καλυβιῶν, αἰνιττόμενος ὅτι τά τε ἐκ τοῦ ἐνοριακοῦ ἔσοδα καὶ τὰ τῆς ἐξοχικῆς παροικίας, ἀμφότερα ἐξίσου θὰ τὰ ἐμοιράζοντο.

Τοῦτο δὲν ἔπεισε τὸν παπᾶ-Κυριάκον, τῷ ἐνέπνευσε μάλιστα πλείονας ὑποψίας ἀλλ᾿ ὅτε ἠρώτησε τὴν γνώμην τοῦ συλλειτουργοῦ του, ἦτο ἤδη κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα ἀποφασισμένος νὰ ὑπάγει· ἔπειτα ὑπεχρέωσε τὸν υἱόν του Ζάχον, μορφάζοντα καὶ μεμψιμοιροῦντα, νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῶ κατάσκοπος εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα, νὰ παραλάβῃ τὸ μερίδιον τῶν προσφορῶν καὶ συλλειτουργικῶν, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὅτε θὰ ἀνέτελλεν ἤδη ἡ ἡμέρα, ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια παρ᾿ αὐτῷ.

Ἡ πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά, «τέσσαρες ὦρες νὰ φέξει», καὶ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξύπνησε τὸν ἱερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καὶ πλῆκτρον, περιήρχετο τὰ Καλύβια θορυβωδῶς, κρούων, ὅπως ἐξεγείρῃ τοὺς χωρικούς.

Εἰσῆλθον εἰς τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Εἷς μετὰ τὸν ἄλλον προσήρχοντο οἱ χωρικοὶ μὲ τὰς χωρικάς των καὶ μὲ τὰ καλά των ἐνδύματα.

Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν Εὐλογητόν.

Ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ τὰ λέγῃ ὅλα ἀπ᾿ ἔξω, τὴν προκαταρκτικὴν προσευχὴν καὶ τὸν Κανόνα, τὸ «Κύματι θαλάσσης».

Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προέκυψεν εἰς τὰ βημόθυρα, ψάλλων τὸ «Δεῦτε λάβετε φῶς».

Ἤναψαν τὰς λαμπάδας κι ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ ὕπαιθρον ν᾿ ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν. Γλυκείαν καὶ κατανυκτικὴν Ἀνάστασιν ἐν μέσῳ τῶν ἀνθούντων δένδρων, ὑπὸ ἐλαφρᾶς αὔρας σειομένων εὐωδῶν θάμνων καὶ τῶν λευκῶν ἀνθέων τῆς ἀγραμπελιᾶς, «neige odorante du printemps».

Ψαλέντος τοῦ Χριστὸς Ἀνέστη, εἰσῆλθον πάντες εἰς τὸν ναόν. Θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδομήκοντα ἄνθρωποι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παῖδες.

Ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸν Κανόνα τοῦ Πάσχα, ὁ δὲ ἱερεὺς ἅμα ἀντιψάλλων αὐτῷ ἐξ ἀνάγκης, ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ἠτοιμάζετο νὰ πάρῃ καιρὸ καί, ἀφοῦ τελέσῃ τὸν ἀσπασμόν, νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν λειτουργίαν.

Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰσῆλθεν ἢ μᾶλλον εἰσόρμησεν εἰς τὸ ναΐδριον, ἀκολουθούμενος ὑπὸ δυὸ ἄλλων ὁμηλίκων του, δωδεκαετὴς περίπου παῖς, ὑψηλὸς ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν του, ἀσθμαίνων καὶ ἐν ἐξάψει. Ἦτο ὁ Ζάχος, ὁ υἱὸς τοῦ παπᾶ-Κυριάκου.

Εἰσέβαλε πνευστιῶν εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὸν ἱερέα. Ἡ φωνή του ἠκούετο ἀπὸ τοῦ χοροῦ, ἀλλ᾿ αἱ λέξεις δὲν διεκρίνοντο.

Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐντούτοις:

«Παπᾶ, παπᾶ!...»

(Τὰ παπαδοπούλα ἀπεκάλουν συνήθως παπὰ τὸν πατέρα των).

«Παπᾶ, παπᾶ!... Ὁ παπᾶ-Σφοντύλας ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα... τὶς λειτουργίες... ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ-Βῆμα ἡ πεθερά του... κι ἡ παπαδιά... κουβαλοῦν... ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα... τὶς λειτουργίες... ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ-Βῆμα... κι ἡ πεθερά του... κι ἡ παπαδιά...»

Μόνον ὁ παπᾶ-Κυριάκος ἦτο ἱκανὸς νὰ βγάλῃ νόημα ἀπὸ τὰ ἀσυνάρτητα ταῦτα καὶ ἀσθματικὰ λόγια τοῦ υἱοῦ του. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐξήγησε τὰ λεγόμενα: «Ὁ παπᾶ-Θοδωρὴς ὁ Σφοντύλας, ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν, ἔκλεπτε τὰς προσφοράς, μεταβιβάζων αὐτᾶς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ Βήματος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του».

Ἴσως τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο τόσον ἀληθές, ὅσον ὁ Ζάχος ἤθελε νὰ τὸ παραστήσῃ. Διότι οὖτος ἀγαπῶν, ὡς ὅλοι οἱ νέοι, τὴν ἐξοχὴν καὶ τὴν διασκέδασιν, μετὰ δυσκολίας εἶχεν ὑπακούσει εἰς τὸ πατρικὸν κέλευσμα ὅπως μείνῃ εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀφορμὴν θὰ ἐζήτει διὰ νὰ τὸ στρίψῃ καὶ μεταβῇ εἰς νυκτερινὴν ἐκδρομὴν εἰς τὰ Καλύβια, ἀφοῦ μάλιστα εὐκόλως εὕρισκε συνοδοιπόρους ὀμήλικας.

Ἀλλ᾿ ὁ παπᾶ-Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε. Ἐξήφθη ἀμέσως, ἠγανάκτησε, δὲν ἐκρατήθη. Ἤμαρτεν. Ἀντὶ δὲ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισμα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του... ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον, ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιον, καὶ διασχίσας τὸν ναὸν ἐξῆλθεν, ἀποφεύγων τὸ βλέμμα τῆς πρεσβυτέρας του, ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντρομος.

Ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς κάτι ὑπόπτευεν ἐκ τῶν κινήσεων τούτων καὶ ἐξῆλθε κατόπιν του.

Εἰς πεντήκοντα δὲ βημάτων ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ ναοῦ, μεταξὺ τριῶν δένδρων καὶ δυὸ φρακτῶν, ὁ ἑπόμενος διάλογος συνήφθη:

«Παπᾶ, παπᾶ, ποῦ πᾶς;»

«Θὰ ῾ρθῶ, βλογημένε, τώρα ἀμέσως πίσω».

Δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν νὰ καταβῇ εἰς τὴν πόλιν, νὰ ζητήσῃ λόγον διὰ τὴν κλοπὴν ἀπὸ τὸν συνεφημέριόν του! Εἰς τὸ βάθος δὲ τῆς συνειδήσεως τοῦ ἔλεγεν, ὅτι εἶχε καιρὸν νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου καὶ τελέσῃ τὴν λειτουργίαν.

«Ποῦ πᾶς;» ἐπέμενεν ὁ μπάρμπα-Μηλιός.

«Ἂς διαβάζῃ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων κι ἔφθασα».

Ἐλησμόνει, ὅτι ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ ἄλλα, ἢ ὅσα ἀπὸ στήθους ἐγνώριζεν.

«Ἀφήνω καὶ τὴν παπαδιά μου ἐδῶ, βλογημένε», ἐπανέλαβε ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ἀμηχανῶν τί νὰ εἴπῃ. «Σᾶς ἀφήνω τὴν παπαδιά μου!»

Καὶ λέγων ἔτρεχεν.

Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς ἐπανῆλθε κατηφὴς ἐντὸς τοῦ ναοῦ.

«Καλὰ τὸ ἔλεγα ἐγώ», ἐψιθύρισε.

Μεγίστη ἀπορία ἐπεκράτει ἐν τῷ παρεκκλησίῳ. Οἱ χωρικοὶ ἐκοίταζον ἐρωτηματικῶς ἀλλήλους. Ψιθυρισμοὶ ἠκούοντο.

Αἱ γυναῖκες ἠρώτων τὴν παπαδιὰν νὰ εἴπῃ αὐταῖς τί τρέχει· ἀλλ᾿ αὕτη ἦτο ἡ ὀλιγότερον πάντων τῶν ἄλλων γνωρίζουσα.

Ἐντούτοις ὁ ἱερεὺς ἔτρεχεν, ἔτρεχεν. Ὁ ψυχρὸς ἀὴρ ἐδρόσισεν ὀλίγον τὸ μέτωπόν του.

«Καὶ πῶς νὰ θρέψω ἐγὼ τόσα παιδιά», ἔλεγεν, «ὀκτώ, μὲ τὸ συμπάθιο, κι ἡ παπαδιὰ ἐννιά, κι ἐγὼ δέκα! Ὁ ἕνας νὰ σὲ κλέφτῃ ἀπ᾿ ἐδῶ, κι ὁ ἄλλος ἀπ᾿ ἐκεῖ!»

Πεντακόσια βήματα ἀπὸ τοῦ ναοῦ ὁ δρόμος ἐκατηφόριζε, καὶ κατήρχετο τὶς εἰς ὡραίαν κοιλάδα. Εἷς νερόμυλος εὐρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, παρὰ τὴν ὁδόν.

Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν ἠδὺν μορμυρισμὸν τοῦ ρύακος, αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον, ἐλησμόνησεν, ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ (πῶς καὶ ποῦ νὰ λειτουργήσῃ;) καὶ ἔκυψε νὰ πίῃ ὕδωρ. Ἀλλὰ τὸ χεῖλος του δὲν εἶχε βραχεῖ ἀκόμη, καὶ αἴφνης ἐνθυμηθείς, ἀνένηψεν.

«Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω», εἶπε, «καὶ πίνω νερό;»

Καὶ δὲν ἔπιε.

Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν.

«Τί κάμνω ἐγώ», εἶπε, «ποῦ πάω;»

Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ εἶπεν:

«Ἥμαρτον, Κύριε! Ἥμαρτον! Μὴ μὲ συνερισθῇς».

Ἐπανέλαβε δέ:

«Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεὸς ἅς τὸν... συγχωρήσῃ κι ἐκεῖνον κι ἐμέ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάμω τὸ χρέος μου...»

Ἠσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του.

«Ὤ, Κύριε», εἶπεν ὁλοψύχως, «ἥμαρτον, ἥμαρτον! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁμαρτίας μας καὶ ἡμεῖς σὲ σταυρώνομεν κάθε μέρα».

Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον, σπεύδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ.

«Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερό», εἶπε. «Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμω; Δὲν πρέπει νὰ μεταλάβω. Θὰ λειτουργήσω χωρὶς μετάληψιν, δὲν εἶμαι ἄξιος!... Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος!... Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶμαι!»

Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν, ὅπου μετ᾿ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοὶ τὸν εἶδον.

Ἐτέλεσε τὴν ἱερὰν μυσταγωγίαν καὶ μετέδωκεν εἰς τοὺς πιστούς, φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον. Αὐτὸς δὲν ἐκοινώνησεν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν πνευματικὸν καὶ πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὸν κανόνα.

Περὶ τὴν μεσημβρίαν, μετὰ τὴν Δευτέραν Ἀνάστασιν, οἱ χωρικοὶ τὸ ἔστρωσαν ὑπὸ τὰς πλατάνους παρὰ τὴν δροσερὰν πηγήν.

Ὡς τάπητας εἶχον τὴν χλόην καὶ τὰ χαμολούλουδα, ὡς τράπεζαν πτέριδας καὶ κλάδους σχοίνων.

Ἡ δροσερὰ αὔρα ἐκίνει μετὰ θροῦ τοὺς κλώνας τῶν δένδρων καὶ ὁ Φταμηνίτης μὲ τὴν λύραν του ἀντέδιδε φθόγγους λιγυρούς.

Ἡ ὡραία Ξανθή, ἡ σύζυγος τοῦ Φταμηνίτου, ἐκάθητο μεταξὺ τῆς μητρός της Μελάχρως καὶ τῆς θεία-Κρατήρως, τῆς πενθερᾶς της, φροντίζουσα νὰ ἔχῃ ἐν μέρει τὰς παρειὰς κεκαλυμμένας μὲ τὴν μανδήλαν, καὶ νὰ βλέπῃ μᾶλλον πρὸς τὸν κορμὸν τῆς γιγαντιαίας πλατάνου, ὅπως μὴ τὴν κοιτάζωσιν οἱ ἄνδρες καὶ ζηλεύει ὁ σύζυγός της.

Ἡ ἀδελφή της, τὸ Ἀθῶ, δεκαπεντούτις κόρη, ἄγαμος, ἄφροντις, ὡραία καὶ αὐτή, ποσάκις δὲν τὴν ἐπείραζε, λέγουσα:

«Ἀρή, τί τὸν ἤθελες, ἀρή; Δὲν τὸν ἔπαιρνα, νὰ μοῦ χαρίζανε τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα... Καλύτερα νὰ γινόμουν καλόγρια!»

Τὸ βέβαιον ἦτο, ὅτι ὁ Φταμηνίτης δὲν διέπρεπεν οὔτ᾿ ἐπὶ κάλλει, οὔτ᾿ ἐπὶ μεγέθει σώματος, ἀλλ᾿ ἀνεπλήρου τὰς ἐλλείψεις ταύτας δι᾿ εὐστροφίας σώματος καὶ πνεύματος, καὶ διὰ φαιδρότητος καὶ εὐθυμίας.

Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προήδρευε τοῦ συμποσίου, ἔχων ἀπέναντί του τὴν παπαδιάν, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαχρινήν, ἀγαθοτάτην, ἥτις ἐν ἀθωότητι ἐξεκόλαπτε σχεδὸν κατ᾿ ἔτος ἓν παπαδόπουλον, χωρὶς νὰ τὴν μέλει οὔτε διὰ παλληκαροβότανα, οὔτε διὰ στερφοβότανα, περὶ ἃ τυρβάζουσιν ἄλλαι γυναῖκες.

Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπάρμπα-Μηλιός, προεστὼς ἅμα καὶ πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νὰ ψήνει, ὡς οὐδεὶς ἄλλος, τὸ ἀρνί, λιανίζων μεθοδικότατα δι᾿ ὅλους, καὶ τρώγων ἅμα καὶ προπίνων.

Εἰς τὰς προπόσεις μάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετὰ τὴν σύντομον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθεὶς ὁ μπάρμπα-Μηλιός, κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἐπταόκαδον, ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς:

«Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰώνας!»

Εἶτα μετὰ τὸ προοίμιον εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν:

«Γειά σας! Καλὴ γειά! Διάφορο! Καλὴ καρδιά! Παπᾶ μ᾿, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾿! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπᾶ σ᾿ καὶ τὰ παιδάκια σ᾿! Ξάδελφε Θοδωρῆ, νὰ ζήσεις νὰ τὰ χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτ᾿, ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾿, νὰ τρέξεις καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Σ᾿μπεθέρα Κρατήρα, νὰ χαίρεσαι, μ᾿ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνεψιὲ Γιώργη, τίμια στέφανα! Στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε! Κουμπάρα Κυπαρίσσου, μὲ μιὰ καλὴ νύφη νὰ ζήσεις νὰ χαρεῖς! Ἐβίβα ὅλοι! Τέ-πέρ-τέ. Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Συμπεθέρα Ξανθή, καλὴ λευτεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα με τὸ καλό!».

Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξε ἡ πόσις.

Ἀλλὰ καὶ ὁ Φταμηνίτης ἠθέλησε νὰ προπίῃ κατ᾿ ἄλλον ὅμως στενότερον τρόπον· ἠθέλησε νὰ βρῇ τὴν γυναίκα του, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν ν᾿ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόποσιν.

«Μπρόμ!»

«Πιὲ κι δώ᾿ μ᾿!»

«Μὲ κρασί!»

«Καλῶς τ᾿ν ἀγάπη μ᾿ τὴ χρυσή!»

Καὶ πιὼν αὐτὸς μετεβίβασε τὴν τσότραν εἰς τὴν ὡραίαν Ξανθή, ἥτις ἔβρεξε τὰ χείλη.

Εἶτα ἤρχισαν τὰ ἄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο.

Ἀλλ᾿ ὁ πλέον ἰδιόρρυθμος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπάρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς τακτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἅν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῶα· πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτώνα μὲ ἀνοικτὰς θυρίδας, βραχείαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε, φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμει Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτόκαρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπάρμπα-Κίτσου, ἅς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιές» ἢ «χαλκοδέρες». Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτον ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπάρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε - νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα!

Ὁ μπάρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, κατ᾿ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς:
Κ᾿στὸ - μπρὲ – Κ᾿ στὸς Ἀνέστη
ἐκ νεκρῶν θανάτων θάνατον μπατήσας
κι ἔντοις ἔντοις μνήμασι ζωήν,
παμμακάριστε!

Καὶ ὅμως, μεθ᾿ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδεὶς ποτὲ ἔψαλλεν ἱερὸν ἄσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἑξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν...» μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην: «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθείσαν ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ...»

Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!

Περὶ τὴν δείλην εἶχεν ἀρχίσει ὁ χορός, χορὸς κλέφτικος (διότι αἱ γυναῖκες ἐπεφυλάττοντο διὰ τὴν Δευτέραν καὶ τὴν Τρίτην, ὅπως χορεύσωσι τὸν συρτὸν καὶ τὴν καμάρα), καὶ ὁ παπᾶ-Κυριάκος, μετὰ τῆς παπαδιᾶς καὶ τοῦ Ζάχου, ὅστις ἐγλύτωσε τὸ ξύλο χάριν τῆς ἡμέρας (διότι ὁ πατήρ του εἶχε θυμώσει εἶτα κατ᾿ αὐτοῦ, ὡς γενομένου αἰτίου τῆς χασμωδίας ἐκείνης), ἀποχαιρετήσαντες τὴν συντροφίαν, κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην.

Ὁ παπᾶ-Κυριάκος ἔδωκε πλῆρες εἰς τὸν συνεφημέριόν του τὸ ἀπὸ τῆς ἐξοχῆς μερίδιον, καὶ οὔτε κατεδέχθη νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῆς ὑποτιθεμένης κλοπῆς.

Ἐντούτοις ὁ παπᾶ-Θοδωρῆς οἴκοθεν τῷ εἶπεν, ὅτι τὸ ἐκ τῆς ἐνορίας μερίδιον του εὐρίσκετο ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, τοῦ παπᾶ-Θοδωρῆ. Ἔκρινε καλόν, εἶπε, νὰ μετακομίσῃ διὰ τῆς ἐξώθυρας τοῦ ἁγίου Βήματος οἴκαδε καὶ τὰ δυὸ μερίδια, διὰ νὰ μὴ βλέπουν τινὲς τῶν ἄγαν ἐπιπολαίων καὶ γλωσσαλγῶσιν, ὅτι οἱ ἱερεῖς ἔχουν δῆθεν πολλὰ εἰσοδήματα. «Ὁ κόσμος ξιππάζεται», εἶπεν, «ἅμα μᾶς ἰδῇ μίαν καλὴ μέρα νὰ πάρουμε τίποτε λειτουργίες, καὶ δὲν συλλογίζεται πόσες ἑβδομάδες καὶ μῆνες παρέρχονται ἄγονοι!»

Ἐντεῦθεν ἡ παρανόησις τοῦ Ζάχου.

(1890)

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

24/05/2010 20:49 #24 από Τελάλης

την ακόλουθη ιστορία μου την έστειλε ο Δημήτρης Παπακώστας κ με παρακάλεσε να την ανεβάσω στο φόρουμ:



Βρέθηκα σε ένα κατάστημα, στο διάδρομο με τα παιχνίδια.

Με την άκρη του ματιού μου, παρατήρησα ένα αγοράκι γύρω στα πέντε, το οποίο κρατούσε μια κούκλα.
Δε σταματούσε να της χαϊδεύει τα μαλλιά και να τη σφίγγει προσεκτικά πάνω του.

Αναρωτήθηκα για ποιον προοριζόταν αυτή η κούκλα.

Το αγοράκι γύρισε κάποια στιγμή προς την κυρία που βρισκόταν πλάι του:
«Θεία μου, είσαι σίγουρη ότι δε μου φτάνουν τα λεφτά;»

Η γυναίκα του απάντησε χάνοντας κάπως την υπομονή της:
«Είπαμε ότι δεν έχεις αρκετά λεφτά για να την αγοράσεις.»

Έπειτα, η θεία του του ζήτησε να μείνει εκεί και να τον περιμένει για λίγο, κι εκείνη έφυγε βιαστικά. Το αγοράκι κρατούσε ακόμη στα χέρια του την κούκλα.

Τελικά, κατευθύνθηκα προς το παιδί και το ρώτησα σε ποιον ήθελε να δώσει την κούκλα.
«Αυτή την κούκλα την ήθελε η αδερφή μου περισσότερο από καθετί για τα Χριστούγεννα. Ήταν σίγουρη ότι θα της την έφερνε ο Άι-Βασίλης.»
Του είπα τότε ότι μπορεί και να της την έφερνε, κι εκείνο μου είπε θλιμμένο:
«Όχι, ο Άι-Βασίλης δεν μπορεί να πάει εκεί που είναι τώρα η αδερφή μου... Πρέπει να δώσω την κούκλα στη μαμά μου να της την πάει.»

Τα μάτια του ήταν πολύ θλιμμένα ενώ έλεγε αυτά τα λόγια.

«Πήγε να συναντήσει τον Χριστούλη. Ο μπαμπάς λέει ότι και η μαμά θα πάει να συναντήσει το Χριστούλη σε λιγάκι. Έτσι, σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να πάρει την κούκλα μαζί της και να την πάει στην αδερφούλα μου.»
Η καρδιά μου πήγε να σταματήσει.

Το αγοράκι σήκωσε το βλέμμα προς εμένα και μου είπε:
«Είπα στον μπαμπά να πει στη μαμά να μη φύγει αμέσως. Ζήτησα να περιμένει μέχρι να γυρίσω από το μαγαζί.»
Μετά, μου έδειξε μία φωτογραφία που απεικόνιζε το ίδιο το αγοράκι μέσα στο κατάστημα να κρατάει την κούκλα, και μου είπε:
«Θέλω η μαμά να πάρει κι αυτή τη φωτογραφία μαζί της, για να μη με ξεχάσει. Την αγαπάω τη μαμά και δε θέλω να μ'αφήσει, αλλά ο μπαμπάς λέει ότι πρέπει να πάει μαζί με την αδερφούλα μου.»

Ύστερα, χαμήλωσε το κεφάλι του κι έμεινε σιωπηλό.
Έψαξα στην τσάντα μου κι έβγαλα από μέσα ένα μάτσο χαρτονομίσματα και ρώτησα το αγοράκι:
«Τι λες να μετρήσουμε τα λεφτά σου μια τελευταία φορά για να σιγουρευτούμε;»

Εκείνο απάντησε:
«Εντάξει, όμως πρέπει να βγουν αρκετά.»
Έριξα κρυφά κάποια χρήματα μαζί με τα δικά του και αρχίσαμε το μέτρημα. Έφταναν με το παραπάνω για την κούκλα. Περίσσευαν κιόλας αρκετά.
Το αγοράκι ψιθύρισε:
«Ευχαριστώ Χριστούλη που μου έδωσες αρκετά λεφτά.»

Έπειτα με κοίταξε και είπε:
«Είχα ζητήσει από το Χριστούλη να κάνει να έχω αρκετά λεφτά για ν'αγοράσω την κούκλα και η μαμά μου να μπορεί να την πάει στην αδερφούλα μου.
Εκείνος άκουσε την προσευχή μου.
Ήθελα να έχω αρκετά λεφτά για ν'αγοράσω και ένα λευκό τριαντάφυλλο για τη μαμά, όμως δεν τόλμησα να του το ζητήσω.
Εκείνος μου έδωσε αρκετά λεφτά για ν'αγοράσω την κούκλα και το λευκό τριαντάφυλλο.
Ξέρετε, αρέσουν πολύ τα λευκά τριαντάφυλλα στη μαμά...»
Λίγα λεπτά αργότερα, η θεία του ξαναγύρισε, κι εγώ απομακρύνθηκα σπρώχνοντας το καροτσάκι μου.

Τέλειωνα τα ψώνια μου με ένα συναίσθημα εντελώς διαφορετικό από ότι όταν τα άρχιζα.

Δεν μπορούσα να βγάλω απ'το μυαλό μου το αγοράκι.

Μετά θυμήθηκα ένα άρθρο στην εφημερίδα, λίγες μέρες πριν, που μιλούσε για έναν οδηγό σε κατάσταση μέθης που είχε χτυπήσει ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε μια νεαρή γυναίκα με την κόρη της.
Το κοριτσάκι είχε πεθάνει ακαριαία και η μητέρα ήταν σοβαρά τραυματισμένη. Η οικογένεια έπρεπε να αποφασίσει εάν θα της διέκοπταν την αναπνευστική στήριξη...

Να ήταν άραγε η οικογένεια του μικρού αγοριού;

Δυο μέρες μετά, διάβασα στην εφημερίδα ότι η νεαρή γυναίκα ήταν νεκρή.
Δεν μπόρεσα να μην πάω ν'αγοράσω ένα μπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα και να βρεθώ στην αίθουσα όπου εκθέταν τη σωρό της.
Ήταν εκεί και κρατούσε ένα όμορφο λευκό τριαντάφυλλο στο χέρι της, μαζί με μία κούκλα και τη φωτογραφία του μικρού αγοριού από στο κατάστημα.

Έφυγα από την αίθουσα κλαίγοντας και με την αίσθηση ότι η ζωή μου θα άλλαζε για πάντα.
Η αγάπη που είχε αυτό το αγοράκι για τη μαμά του και την αδερφή του ήταν τόσο μεγάλη, και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου ένας μεθυσμένος οδηγός του τα πήρε όλα μακριά....


Τώρα έχεις δύο επιλογές:

1) Να στείλεις το μήνυμα αυτό στους φίλους σου.
2) Να προσποιηθείς ότι δεν το διάβασες και ότι δε σε άγγιξε.

Αν το στείλεις, ίσως εμποδίσεις κάποιον από το να οδηγεί ύστερα από κατανάλωση αλκοόλ, και ίσως να επαναπροσδιορίσεις μέσα του την αντίληψή του περί ζωής.

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

24/05/2010 21:09 #25 από Παπακωστας Δημητρης (tselikas)
Απαντήθηκε από Παπακωστας Δημητρης (tselikas) στο θέμα Απ: Παραμύθια και ιστορίες για μικρά και μεγάλα παιδιά
Τακη σε ευχαριστω πολλη
:heart: :heart: :heart: :heart: :heart: :heart: :heart: :heart:
:give_heart: :give_heart: :give_heart: :give_heart: :give_heart: :give_heart:

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

23/06/2010 21:28 #26 από Τελάλης
Απαντήθηκε από Τελάλης στο θέμα Ανδρέας Καρκαβίτσας: Διαβόλοι στο γιαλό

Ο καπετάν Γεράσιμος ο Φαρακλάτος ήτανε Κεφαλλονίτης. Κεφαλλονίτης και ναυτικός, φαντάσου τι βλάστημος! Σκύλιαζε με τις βλαστήμιες του όχι μοναχά τους άγιους μα και τους διαβόλους ακόμα. Κι οι διαβόλοι αποφασίσανε να τον τιμωρήσουν.

Μια φορά ο καπετάν Γεράσιμος άραξε με το μπάρκο του στο Μπουγιούκδερε. Με το άραγμα ξεμπαρκάρισε όλο του το τσούρμα. Έτσι το ’κανε πάντα· σε κάθε πόρτο τσουρμάριζε και ξετσουρμάριζε. Δυο ταξίδια δεν τα ’κανε ποτέ με τους ίδιους ναύτες. Μονάχα το γραμματικό κρατούσε γιατί τον έβρισκε βολικό και του είχε τα πιστά. Τον ήξερε που διάβαζε ιερά βιβλία κι είχε στο γιατάκι του ακέριο εικονοστάσι και δε θύμωνε ποτέ. Τούτα όλα έκαναν τον καπετάν Γεράσιμο να περιφρονεί και να αγαπά το γραμματικό του.

Σαν ήρθε ο καιρός να πρυμάρει για τη Μαύρη θάλασσα, βγήκε στο Γαλατά να τσουρμάρει. Μπήκε - βγήκε στις ταβέρνες του Κεμέρ - αλτί· να σου μπροστά του ένας γεροδιάβολος.

-          Γεια σου, καπετάνιε.

-          Γεια σου.

-          Αν θέλεις τίποτα τσούρμα.

-          Ναι, θέλω. Μα ξέρεις, είμαι λιγάκι δύσκολος εγώ.

-          Δεν πειράζει· έχω συντρόφους βολικούς.

-          Δε θέλω τρίτσα-κάτσα· ο λόγος μου προσταγή.

-          Ο λόγος σου προσταγή· έννοια σου.

-          Πόσο;

-          Τόσο.

Συμφωνήσανε. Πήρε ο γεροδιάβολος δεκαπέντε συντρόφους του και πάνε στο μπάρκο. Τη νύκτα που κοιμότανε ο καπετάνιος, σοφίζεται να δοκιμάσει τους ναύτες του. Ξυπνάει, κράζει το λοστρόμο.

-          Εγώ, του λέει, θα πάω στη Στένη ν’ ανταμώσω ένα Γαλαξειδιώτη καπετάνιο· είναι παλιός μου φίλος και θέλω να μιλήσουμε. Εσύ να βάλεις το τσούρμα να μπογιατίσει το μπάρκο.

-          Έγινε, του απαντάει ο γεροδιάβολος. Τη νύχτα είχε φεγγάρι κι έβαλα και το χρωματίσανε.

-          Μα πώς; λέει ο καπετάνιος· εγώ δε σού είπα τίποτα.

-          Δε μού είπες· μα το κατάλαβα.

Ο καπετάν Γεράσιμος φουρκίστηκε.

-          Γιά να σού ειπώ, του λέει· αν είναι να κάνεις του κεφαλιού σου, πάρε τους συντρόφους σου και όξω. Εγώ δε θέλω άλλο νοικοκύρη εδώ μέσα.

-          Μα δεν έκαμα του κεφαλιού μου, καπετάνιε· του απάντησε ο λοστρόμος γλυκομίλητα. Εσύ το ηθέλησες και εγώ το ’καμα.

-          Δε σ’ το ‘πα, μωρέ γιαμά· εγώ δε σ’ το ’πα!…

-          Δε μού το ‘πες· μα το μάντεψα.

-          Όρσε στη μαντεψιά σου! είπε ο καπετάνιος πηδώντας ορθός απ’ το γιατάκι του. Και τι μπογιά τού ’βαλες, μωρέ, τι μπογιά; Εγώ το ’θελα κόκκινο, σα λαμπριάτικο αυγό.

-          Κόκκινο είναι.

Ω διάολε! Ο καπετάν Γεράσιμος σάστισε. Κανένα καράβι δε βάφτηκε ως τώρα κόκκινο. Έτσι τόειπε για να δοκιμάσει το λοστρόμο του. Μα κι ακόμα δεν πίστευε. Πετιέται όξω, κοιτάζει: το καράβι του έλαμπε κόκκινο σα λαμπριάτικο αυγό.

-          Μωρέ, λέει μέσα του ευχαριστημένος· καλό τσούρμα διάλεξα, το λοιπός!

Ήρθε ως τόσο καιρός να πρυμάρουν.

-          Σάλπα την άγκουρα! προστάζει ο καπετάνιος.

Ως που να το προστάξει η άγκυρα ήταν απάνου, δεμένη μάλιστα στο κατάστρωμα.

-          Φόρα πανιά! ξαναπροστάζει.

Όλα τα πανιά βρέθηκαν ανοιχτά και γιομάτα. Δέκα μίλια έπαιρνε το καράβι στην ώρα. Οι όχθες τού Βόσπορου πισώφευγαν αστραπή ζερβόδεξα. Με το σούρουπο βγήκε το μπάρκο στα νερά της Μαύρης Θάλασσας.

Ο καπετάν Γεράσιμος ήταν μαγεμένος με τους ναύτες και το ταξίδι του. Μα ο γραμματικός μπήκε από την πρώτη μέρα σε συλλογή. Αυτό το άψε - σβήσε τού γάνωσε το μυαλό. Μπρε, σου λέει· ανθρώποι είναι τούτοι ή διαβόλοι! Άρχισε να τους προσέχει. Και μια ημέρα εκεί που πήγαινε ν’ αλλάξει τη βάρδια, κάνει έτσι και βλέπει ενός το ποδάρι. Μπομπώ! Θε μου, φύλαξε! το ποδάρι ήταν γαϊδουρινό. Κοιτάζει άλλον, κι άλλον· κοιτάζει και τον λοστρόμο : Όλοι ποδάρια γαϊδουρινά! Τρέχει γραμμή στην κάμαρα του καπετάνιου· εκείνος κοιμότανε. Πώς να τον ξυπνήσει; Ο καπετάν Γεράσιμος, άμα τον ξύπναγαν, γινότανε σκυλί. Το παιδί του να ’βρισκε μπροστά, θα το πετούσε στη θάλασσα. Σκέφτηκε ο γραμματικός, ξύστηκε, ξαναξύστηκε· δεν έβρισκε τρόπο. Άξαφνα βλέπει απάνου από το κεφάλι του καπετάνιου το καντήλι του Αϊνικόλα. Κόντευε να σωθεί το λάδι του και το λουμίνι τσιτσίριζε. Λίγο ακόμη και θα ’σβηνε. Τού ήλθε φώτιση. Βούτηξε το δάχτυλό του στο καντήλι και καθώς ήταν το λάδι ζεστό έσταξε μια στάλα στο πρόσωπο του καπετάνιου. Το ‘σταξε και κρύφτηκε αμέσως.

Ξύπνησε ο καπετάνιος, είδε το καντήλι, άρχισε τις αγριοβλαστήμιες. Κατέβηκε τότε ο γραμματικός και τού είπε τώς και τώς!

-          Μωρέ, τι λες! αλήθεια;

Ο καπετάνιος έπεσε στη συλλογή. Άξαφνα ρίχτηκε στα σταυροκοπήματα και τις μετάνοιες κοιτάζοντας τον Αϊνικόλα.

-          Για τούτο με ξύπνησε το λοιπός... προσκυνώ τη χάρη του! είπε. Σήκω, σού λέει, και χάνεσαι...

Σύγκαιρα πετάχτηκε από το γιατάκι, βγήκε όξω· τι να ιδεί; Άλλη ρότα είχε το καράβι κι αλλού πήγαινε· στεριά πουθενά.

-          Σώπα, τού λέει τού γραμματικού. Σώπα και κάνε το χαζό, γιατί χαθήκαμε...

Έπειτα κράζει το λοστρόμο.

-          Να! πάρτε άλειμμα, τού λέει, ν’ αλείψετε τη γούμενα τση άγκουρας.

-          Μα... κάνει να μιλήσει ο λοστρόμος.

-          Σουτ! διατάζει άγρια ο καπετάνιος· δε συφωνήσαμε να μη μ’ αντιμιλάς; Πάρε τ’ άλειμμα και γλήγορα.

Πήρε τ’ άλειμμα ο λοστρόμος, το ‘δωκε στους ναύτες κι άλειψαν τη γούμενα. Τότε, βλέπεις, οι άγκυρες δεν κρεμόνταν, όπως τώρα, μ’ αλυσίδες. Άλειψε τη γούμενα ο γεροδιάβολος, μα μέσα του λογάριαζε το χαμό του καραβιού. Ήθελε να το βουλιάξει σύψυχο.

-          Φούντο, άγκουρα! φωνάζει άξαφνα ο καπετάν Γεράσιμος.

Αμολούν οι ναύτες την άγκυρα, γλιστρά η γούμενα σαν αστραπή. Πήγε δεν πήγε στη μέση, ματαφωνάζει αγριότερα ο καπετάνιος :

-          Βάλε βόλτα!...

Πού βόλτα! το άλειμμα έκανε τη γούμενα κι έφευγε σα χέλι από τα χέρια του ναύτη. Κι όσο έσφιγγαν τις χούφτες τους, τόσο γλιστρούσε το σχοινί. Πήγε στον πάτο η άγκυρα...

-          Στη θάλασσα! προστάζει ο καπετάνιος· μέσα να την βγάλτε!

Πλουμ! μέσα οι διαβολοναύτες.

-          Κι εσύ, τού λέει του λοστρόμου· μέσα κι εσύ· τι κάθεσαι;

-          Μα... κάνει ο γεροδιάβολος.

-          Τι μα και ξεμά, μωρέ, τα θεούνια σου! τι μα και ξεμά!... Μέσα, τρισκατάρατε και σε ξορκίζω...

Μπλουμ! πάει κι ο γεροδιάβολος στον πάτο.

-          Οι δυό μας τώρα! φωνάζει ο καπετάνιος στο γραμματικό του· μόλα γούμενα!

Φόρα το μπαλντά, πάει η γούμενα στον πάτο. Έπειτα πήδησε ο γραμματικός στο κατάρτι, άρπαξε ο καπετάνιος το δοιάκι και το καράβι ηύρε πάλι τη γραμμή του. Στο ηλιοβασίλεμα ήτανε μέσα στη Σινώπη.

Μα οι διαβόλοι ακόμα πολεμάνε με την άγκυρά του.



Αθήναι, Ιούνιος του 1908

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

23/06/2010 23:49 #27 από Δημήτρης Καλομοίρης(J.K.)
Απαντήθηκε από Δημήτρης Καλομοίρης(J.K.) στο θέμα Απ: Παραμύθια και ιστορίες για μικρά και μεγάλα παιδιά
Το παραμύθι της κοκκινοσκουφίτσας απο τη μεριά του λύκου...χαχαχαχα  :rofl:


"Το δάσος ήταν το σπιτικό μου. Ζούσα εκεί και νοιαζόμουν γι' αυτό.

Προσπαθούσα να το διατηρώ τακτικό και καθαρό.

Κάποτε, μια ηλιόλουστη μέρα, ενώ προσπαθούσα να συμμαζέψω κάτι σκουπίδια που είχε παρατήσει ένας κατασκηνωτής, άκουσα βήματα. Πήδηξα πίσω από ένα δέντρο και είδα ένα μικρό κορίτσι να έρχεται από ένα μονοπάτι, κρατώντας ένα καλάθι. Μου φάνηκε ύποπτη από την αρχή γιατί φορούσε αστεία ρούχα ολοκόκκινα, και το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με μια κουκούλα σαν να μην ήθελε να την αναγνωρίσουν.

Φυσικά, την σταμάτησα για να ερευνήσω το ζήτημα. Την ρώτησα ποια ήταν, πού πήγαινε, από πού ερχόταν κλπ. Μου είπε μια ιστορία για κάποια γιαγιά, που πήγαινε να την επισκεφθεί και να της πάει φαγητό.

Έδειχνε βασικά έντιμο άτομο, αλλά βρισκόταν στο δάσος μου και έδειχνε ύποπτη μ' αυτά τα ρούχα. ΄Έτσι αποφάσισα να της δείξω πόσο σοβαρό ήταν να εισβάλλει έτσι, χωρίς ειδοποίηση, ντυμένη αστεία.

Την άφησα να συνεχίσει αλλά έτρεξα πριν από αυτήν στο σπίτι τής γιαγιάς της. Όταν συνάντησα την συμπαθητική γριούλα, της εξήγησα το πρόβλημά μου και συμφώνησε ότι η εγγονή της χρειαζόταν ένα μάθημα. Η γριούλα συμφώνησε να κρυφτεί ώσπου να την φωνάξω. Έτσι, κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι. Όταν έφτασε το κορίτσι, την κάλεσα να μπει στην κρεβατοκάμαρα όπου βρισκόμουν στο κρεβάτι ντυμένος σαν τη γιαγιά. Το κορίτσι ήλθε, με τα κόκκινα μαγουλά της, και είπε κάτι άσχημο για τα μεγάλα μου αυτιά. Με είχαν προσβάλει κι άλλοτε και έτσι προσπάθησα να πω κάτι θετικό. Είπα ότι, ίσως, τα μεγάλα μου αυτιά, μου επέτρεπαν να την ακούω καλύτερα. Δηλαδή έδειχνα ότι την συμπαθούσα και ήθελα να προσέχω αυτά που λέει. Αλλά έκανε άλλο ένα καλαμπούρι για τα γουρλωτά μου μάτια. Τώρα καταλαβαίνετε πώς άρχισα να αισθάνομαι γι' αυτό το κορίτσι, που έβαζε ένα ευγενικό προσωπείο, αλλά ήταν τόσο κακοήθης. Παρ' όλα αυτά, έχω την τακτική να γυρίζω και το άλλο μάγουλο, και της είπα ότι τα γουρλωτά μου μάτια με βοηθούν να την βλέπω καλύτερα. Η επόμενη προσβολή στ' αλήθεια με νευρίασε. Έχω κάποιο σύμπλεγμα για τα μεγάλα μου δόντια κι αυτό το κορίτσι έκανε μία προσβλητική παρατήρηση. Ξέρω ότι θα έπρεπε να μην χάσω την ψυχραιμία μου, αλλά πήδηξα από το κρεβάτι και της φώναξα πως τα μεγάλα μου δόντια ήταν χρήσιμα για να την φάω καλύτερα.

Τώρα ας είμαστε ειλικρινείς, κανείς λύκος δεν θα έτρωγε ποτέ ένα κορίτσι, όλοι το ξέρουν αυτό, αλλά αυτό το τρελοκόριτσο άρχισε να τρέχει γύρω-γύρω ουρλιάζοντας κι εγώ προσπαθούσα να την φτάσω για να την ηρεμήσω. Έβγαλα και τα ρούχα της γιαγιάς, αλλά αυτό φάνηκε να χειροτερεύει τα πράγματα. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε με δυνατό κρότο και ένας μεγαλόσωμος τύπος στεκόταν εκεί με το τσεκούρι του. Τον κοίταξα και κατάλαβα ότι είχα βρει τον μπελά μου. Υπήρχε ένα ανοιχτό παράθυρο πίσω μου και την κοπάνησα.

Θα ήθελα να μπορούσα να πω πως εδώ τελειώνει η ιστορία. Όμως, αυτή η γριούλα γιαγιά ποτέ δεν είπε την δική μου πλευρά της κατάστασης. Σύντομα κυκλοφόρησε η φήμη ότι ήμουν κακός και μοχθηρός. ΄Όλοι άρχισαν να με αποφεύγουν. Δεν ξέρω τι έγινε το κοριτσάκι με τα αστεία κόκκινα ρούχα, όμως, εγώ δεν έζησα από τότε καλά. Έτσι αποφάσισα να σας γράψω την ιστορία μου.

Με εκτίμηση

Ο λύκος"

"Αν σκεφτόμασταν δύο φορές πριν μιλήσουμε,θα μιλούσαμε δύο φορές καλύτερα."

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

24/06/2010 07:29 #28 από Κώστας Κωνσταντόπουλος {dady}
Απαντήθηκε από Κώστας Κωνσταντόπουλος {dady} στο θέμα Απ: Παραμύθια και ιστορίες για μικρά και μεγάλα παιδιά
Συγνωμη που επεμβαινω αλα οι φωτογραφιες αλλα λενε

για τον  λυκο!

ΑΝ ΤΑ ΛΑΘΗ ΔΙΔΑΣΚΟΥΝ,
ΤΟΤΕ ΕΧΩ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ ΜΟΡΦΩΣΗ.

(Γραμμενο σε τοιχο στη Μπενακη-Αθηνα)
Συνημμένα:

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

11/07/2010 15:27 #29 από Τελάλης
Απαντήθηκε από Τελάλης στο θέμα Φώτης Κόντογλου: Η ανταρσία του «Μπάουντυ» - Ι
Η ανταρσία του «Μπάουντυ»

Φώτης Κόντογλου


    Το «Μπάουντυ» τ’ αρμάτωσε η εγγλέζικη κυβέρνηση στα 1787, για να κουβαλήσει κάμποσα δέντρα από κείνα που τα λένε ψωμόδεντρα από το νησί του Ταϊτί στις Αντίλλες, για να θρέφουνται οι σκλάβοι αραπάδες που δουλεύανε στους άσπρους. Ο καπετάνιος λεγότανε Μπλάι, θαλασσινός άξιος, που ‘χε ταξιδέψει με τον ξακουσμένον καπετάν Κουκ.

    Σαν κάνανε πανιά, σηκωθήκανε ανάποδοι καιροί, που μποδίσανε το «Μπάουντυ» να βγει στην ανοιχτή θάλασσα. Τέλος, στις 23 Δεκεμβρίου βγήκανε στο πέλαγο. Μα τα σημάδια για το ταξίδι ήτανε άσκημα. Κατά πρώτο, τη μέρα που ανεβάσανε την άγκουρα, έπεσε από το μεγάλο άλμπουρο ένας ναύτης, και γλίτωσε παρά τρίχα, γιατί άρπαξε ένα σκοινί κι έπεσε στα μαλακά. Την ίδια νύχτα η θάλασσα φουρτούνιασε κι η φουρτούνα βάσταξε πολλές μέρες. Από τη μεγάλη μανία που είχε, έσπασε τις βάρκες κι άρπαξε κάμποσα τσουβάλια γαλέτα. Τέλος ο καιρός καλοσύνεψε λίγο και πιάσανε στην Τενερίφα κι εκεί ξεκουραστήκανε και βολέψανε τις αβαρίες, που είχανε πάθει. Ύστερ’ από πέντε μέρες κάνανε πανιά, μα τους πιάσανε οι μπουνάτσες και τους καρφώσανε στον τόπο.

    Κατά το τέλος Φεβρουαρίου ετοιμαστήκανε, για να περάσουνε τον Κάβο Χορν, στη νοτινή άκρη της Αμερικής, που ήτανε, κι είναι ακόμα, ο φόβος των θαλασσινών. Βάλανε στις αντένες καινούρια πανιά κι οι ναύτες ντυθήκανε με ζεστά ρούχα.

    Στις 23 Μαρτίου είδανε την παγωμένη Στεριά της Φωτιάς. Ο καπετάν Μπλάι ήξερε καλά με τι είχε να παλέψει. Ο Κάβο Χορν δεν αφήνει κανέναν να περάσει δίχως να κιντυνέψει, λες και φυλάγει το πέρασμα από τον έναν ωκεανό στον άλλον, από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό. Ένας δαιμονισμένος άνεμος φυσούσε κάμποσες μέρες από γαρμπή (ΝΔ). Στις 2 Απριλίου η φουρτούνα ήτανε τόσο άγρια, που ο καπετάν Μπλάι έγραψε στο ημερολόγιό του πως δεν είχε ξαναδεί τέτοια θαλασσοταραχή. Ο καιρός πηδούσε από τη μια μεριά στην άλλη και σήκωνε κάτι κύματα που φτάνανε ίσαμε τις αντένες του καραβιού. Ωστόσο, το «Μπάουντυ» αρμένιζε καλά, έχοντας ισαρισμένη μοναχά τη μαΐστρα και τον τρίγκο.

    Έτσι παλεύανε μερόνυχτα ολάκερα. Με το κούνημα είχανε ανοίξει οι αρμοί του καραβιού. Ένας ναύτης σφεντονίστηκε κι έβγαλε την πλάτη του κι ο μάγερας έσπασε το ‘να το πλευρό του. Τον κανονιέρη τον πιάσανε ρευματισμοί και κειτότανε στην κουκέτα του. Η βάρδια βαστούσε αναμμένη τη φωτιά μέρα νύχτα.

    Στις 20 Απριλίου έπεσε ο αγέρας κι ησυχάσανε για λίγο. Σφάξανε ένα γουρούνι και ξεφαντώσανε. Μα δεν προφτάξανε ν’ αποφάγουνε και πήρε ένας διαβολόκαιρος με χιόνι και με χαλάζι. Πίσσα ο ουρανός. Η θάλασσα είχε τέτοια όψη, που τρόμαζε το μάτι που την έβλεπε. Σήκωνε κάτι νερόβουνα μελανά και το καράβι χανότανε ανάμεσά τους. Τριάντα μέρες παλεύανε άδικα, δίχως να μπορέσουνε να πάνε μπροστά. Μάλιστα είχανε ξουριάσει κατά πίσω. Σκαμπανεβάζανε μέρα νύχτα και πότε τους ξεγελούσε η ελπίδα πότε τους παράλυνε η απελπισία.

    Σαν είδε ο καπετάνιος πως δεν θα κατάφερνε να καβατζάρει τον καταραμένον Κάβο Χορν, το πήρε απόφαση και γύρισε την πλώρη κατά το μέρος απ’ όπου είχε έρθει. Οι ναύτες κάνανε μεγάλη χαρά, γιατί πολλοί απ’ αυτούς ήτανε άρρωστοι κι οι άλλοι ήτανε ξεθεωμένοι από τις μανούβρες.

    Τώρα είχανε πρίμο τον αγέρα που τους μπόδιζε πρωτύτερα να περάσουνε στον Ειρηνικόν Ωκεανό και που τους έσπρωχνε κατά τον Κάβο της Καλής Ελπίδας, στη νοτινή άκρη της Αφρικής. Στις 22 Μαΐου είδανε τη λεγόμενη Τράπεζα από πάνω απ’ αυτόν τον κάβο, και σε λίγο πήγανε και ρίξανε άγκουρα κοντά στην πολιτεία του Καπ (Πόλη του Ακρωτηρίου).

    Εκεί πέρα καθίσανε τριανταοχτώ μέρες, για να καλαφατίσουνε το καράβι και για να κάνουνε την κουμπάνια τους, επειδής οι ζωοθροφίες τους είχανε πολύ λιγοστέψει. Ύστερα σηκωθήκανε στα πανιά και βάλανε πλώρη στο νησί τ’ Άγιου Παύλου και φτάξανε κει στις 28 Ιουλίου, γιατί παλέψανε με κακοκαιριά. Η κακοκαιριά βάσταξε ώσπου φτάξανε στην Τασμάνια, κοντά στην Αυστράλια. Ο καπετάν Μπλάι γνώρισε το μπουγάζι το λεγόμενο «του Περιστατικού» από τον καιρό που ταξίδευε με τον καπετάν Κουκ, στα 1777.

    Καθίσανε λίγες μέρες σ’ αυτό το μέρος και κάνανε ξύλα και νερό. Θελήσανε να πιάσουνε δοσοληψίες με τους αγριανθρώπους αλλά τ’ αντιμάμαλο της ακροθαλασσιάς ήτανε τόσο δυνατό, που δεν μπορέσανε να το περάσουνε οι βάρκες. Κάνανε πανιά και βάλανε πλώρη νοτινά από τη Νέα Ζελάντα, με την ελπίδα πως θα βρίσκανε καλόν αγέρα. Μα η κακοκαιριά βάσταξε και κόντεψε να τους ρίξει απάνω σε κάτι βραχόνησα. Ύστερα ο καιρός καλυτέρεψε και τραβήξανε κατά τον μαΐστρο-τραμουντάνα (ΒΔ), για να φτάξουνε στα Νησιά της Κοινωνίας και να πάρουνε τα ψωμόδεντρα. Περάσανε ανάμεσα σε κάτι νησιά που τα λένε Νησιά τους Μπας και σ’ ένα άλλο με τ’ όνομα Πίτκαιρν.

    Στις 25 Οκτωβρίου φτάξανε στο Ταϊτί. Καβατζάροντας τον Κάβο της Αφροδίτης, την άλλη μέρα το ξημέρωμα, είδανε τριγυρισμένο το καράβι από ένα μελίσσι από μονόξυλα κι οι Ταϊτινοί φωνάζανε: «Είσαστε τίο;», δηλαδή, είσαστε φίλοι μας; Ακόμα ρωτούσανε αν το καράβι ερχότανε από την Αγγλία, «από την Πιριτάνια», όπως λέγανε, ή από τη Λίμα. Σαν ακούσανε πως ερχότανε από την Αγγλία, σκαρφαλώσανε στα ξάρτια κι ανεβήκανε στην κουβέρτα και τη γεμίσανε. Οι ναύτες, με τις μανούβρες που είχανε να κάνουνε, δεν μπορέσανε να τους διώξουνε. Στις εννιά η ώρα το πρωί, το «Μπάουντυ» έριξε άγκουρα στο μπουγάζι του Ματαβάι. Το ταξίδι του είχε βαστάξει δέκα μήνες, όλο φουρτούνες, κρύο κι αρρώστιες.

    Στο Ταϊτί βρήκανε καλόκαρδη φιλοξενία, μόλο που γινήκανε κάποιες παρεξηγήσεις με κάτι μικροπράγματα που κλέψανε οι αραπάδες. Ωστόσο, οι Εγγλέζοι περάσανε καλά. Ο καπετάνιος μοίρασε στους Ταϊτινούς κάτι μικρά δώρα και βγήκε στη στεριά, για να κάνει επίσκεψη στους αρχηγούς τους, στον Οταΐι, στον Οτόν, στον Ορίπια και στον Ποΐνο, που είχανε πάγει στο καράβι.

    Οι Ταϊτινές ντύσανε τον καπετάν Μπλάι μ’ ένα έμορφο ρούχο, από κείνα που υφαίνανε στον αργαλειό και τον πήγανε με τιμή ως την ακροθαλασσιά. Απάνω στο καράβι ένας Ταϊτινός έδειξε στον καπετάνιο μια ζωγραφιά που παρίστανε τον καπετάν Κουκ, τον καπετάν «Τουτ», όπως τον λέγανε και τον παρακάλεσε να διορθώσει την κορνίζα που είχε σπάσει. Αυτή τη ζωγραφιά την είχανε καλά φυλαγμένη οι Ταϊτινοί, για να θυμούνται τον Κουκ και γιατί τους είχανε πει οι Εγγλέζοι πως έφτανε να τη δείχνανε, αν τύχαινε ν’ αράξει κανένα εγγλέζικο καράβι στο νησί τους, για να είναι σίγουροι για τη φιλία τους. Πολλές κοπέλες κοιμόντανε μέσα στο «Μπάουντυ», γιατί όλοι οι ναύτες είχανε από μια φιληνάδα, μια «τίο».

    Όσον καιρό χρειαστήκανε για να μαζέψουνε τα ψωμόδεντρα και να τα βάλουνε στο καράβι, μπαινοβγαίνανε στο «Μπάουντυ» οι ντόπιοι κι οι Εγγλέζοι και περνούσανε ζωή χαρούμενη. Η μονάχη θλίψη που τους βρήκε, ήτανε ο θάνατος του γιατρού του καραβιού μα κι αυτόν δεν τον πολυλυπηθήκανε, γιατί ήτανε ένας μπεκρής που από την τεμπελιά του δεν περπάτηξε μήτε δέκα φορές απάνω στην κουβέρτα, όπως έγραψε ο καπετάνιος στο ημερολόγιό του.

    Αλλά κι ο καπετάν Μπλάι, μόλο που ήτανε σπουδαίος ναυτικός, σταθερός σ’ ό,τι αποφάσιζε και γενναίος, ωστόσο ήτανε σκληρός κι ανυπόφορος, γεμάτος θυμό κι υποψία. Από τη μέρα που πιάσανε ν’ αρματώσουνε το καράβι, ολοένα επεισόδια έκανε. Ύστερα κατά το ταξίδι, πότε γινότανε σκύλος από τον θυμό του, πότε έλεγε πως οι αξιωματικοί κλέβανε τις μερίδες, μόλο που ο ίδιος τις λιγόστευε και παραπονιόντανε οι ναύτες βλέποντας πως τα καλύτερα κομμάτια πηγαίνανε στο τραπέζι του καπετάνιου, που έτρωγε μαζί με τον λοστρόμο και με τον μπεκρή τον γιατρό, που είπαμε πως πέθανε στο Ταϊτί. Το λοιπόν μέσα στο καράβι κανένας δεν τον χώνευε. Όλοι τον οχτρευόντανε.

    Στις 3 Απριλίου το «Μπάουντυ» ήτανε έτοιμο, για να κάνει πανιά. Τα ψωμόδεντρα και τ’ άλλα δέντρα ήτανε βαλμένα μέσα στο καράβι. Χίλια δεκαπέντε δέντρα και εφτακόσιες εβδομηντατέσσερις γλάστρες. Στις 4 Απριλίου, πήρανε απάνω την άγκουρα και πιάσανε το πέλαγο, ύστερ’ από εικοσιτρείς βδομάδες που περάσανε πολύ έμορφα σε κείνο το καλό το νησί.

    Τραβήξανε κατά το βασίλεμα και φτάξανε στα νησιά Τόγκα-Ταμπού κι αράξανε στον κόρφο της Αναμούκας. Πολλοί αραπάδες ανεβήκανε στο καράβι κι ο καπετάνιος γνώρισε κάμποσους ντόπιους, που τον θυμότανε από τον καιρό που είχανε πάει με τον Κουκ στο νησί τους. Πήρανε κι άλλες ζωοθροφίες μαζί με κάποια βότανα, στον τόπο εκεινών που είχανε χαλάσει στο ταξίδι, και φύγανε.

    Τη νύχτα, ενώ βρισκόντανε κοντά στο νησί Τόφο, κατά τη νοτιά, αποβραδίς φύλαγε την πρώτη βάρδια ο λοστρόμος Φράυερ. Κατά τα μεσάνυχτα, παράδωσε στον κανονιέρη και κείνος στον δεύτερο λοστρόμο Κρίστιαν, δίχως να παρουσιαστεί τίποτα που να ‘ναι ύποπτο.

    Λίγο πριν να βγει ο ήλιος, μπήκανε στην κάμαρη του καπετάνιου μαζεμένοι κάμποσοι νοματαίοι και κείνος  ξύπνησε απότομα. Ανάμεσά τους είδε τον Κρίστιαν, τον οπλονόμο Τσώρτσιλ, τον δεύτερο κανονιέρη Μιλς και τον ναύτη Μπάρκιτ. Δεν είπανε τίποτα παρά πιάσανε τον καπετάνιο και δέσανε τα χέρια του πίσω από τη ράχη του, φοβερίζοντάς τον πως θα τον σκοτώνανε αν έβγαζε μιλιά. Ο Κρίστιαν βαστούσε ένα σπαθί κι οι άλλοι ήτανε αρματωμένοι με τουφέκια με τις μπαγιονέτες. Τον σύρανε από το κρεβάτι του και τον ανεβάσανε στην κουβέρτα, όπως ήτανε με το πουκάμισο. Θέλησε να φωνάξει βοήθεια, ρωτώντας τους για ποια αιτία τον δέσανε, μα εκείνοι του ξαναείπανε να σωπάσει, αν ήθελε τη ζωή του. Στην πόρτα είδε να φυλάγουνε τρεις ναύτες.

    Στην κουβέρτα στεκότανε αρματωμένοι κι άλλοι ναύτες και κάποιοι απ’ αυτούς σαν να φυλάγανε τα καπάκια του αμπαριού, για να μη βγει κανένας. Μήτε ο Φράυερ μήτε ο Έλφινσον βρισκόντανε εκεί πέρα. Κατά τα φαινόμενα, οι περισσότεροι αξιωματικοί ήτανε πιασμένοι αιχμάλωτοι από τους συνωμότες, που είχανε για αρχηγό τον Κρίστιαν.

    Ο καπετάν Μπλάι στάθηκε κοντά στο πρυμιό άλμπουρο κι έπιασε να φωνάζει και να δίνει διαταγές στους ναύτες, μα κανένας δεν έδωσε σημασία κι όλοι του λέγανε: «Πάψε, γιατί αλλιώς σε σκοτώνουμε!»

    Απάνω σ’ αυτό ανεβάσανε στην κουβέρτα τον Φράιερ, τον λοστρόμο, και τον διατάξανε να ρίξει στη θάλασσα τη σκαμπαβία και κείνος έκανε ό,τι τον προστάξανε, με τη βοήθεια που του δώσανε τρεις τέσσερις ναύτες. Ύστερα τον κατεβάσανε στην κάμαρά του. Κατόπι προστάξανε να μπούνε στη βάρκα οι δόκιμοι Χόλλιτ και Χάιουερτ, μαζί με τον γραμματικό του καπετάνιου, τον Σάμουελ. Ύστερ’ ανεβάσανε απάνω κάμποσους ναύτες και τους μπαρκάρανε κι αυτούς στη σκαμπαβία.

    Τότε ο καπετάν Μπλάι κατάλαβε τι τον περίμενε, δηλαδή πως θα τον αφήνανε στον ωκεανό μαζί με τους πιστούς ναύτες του μέσα σε κείνη τη βάρκα. Ο Φλέτσερ Κρίστιαν στεκότανε κοντά του, αγριεμένος και καραμουντζωμένος, τραβώντας τον με το σκοινί που ήτανε δεμένος, κι έβαζε το σπαθί του στο στήθος του φωνάζοντας: «Μαμού!», που θα πει στην ταϊτινή γλώσσα: «Σκάσε!»

    Βάλανε μέσα στη βάρκα λίγες ζωοθροφίες, ένα βαρέλι νερό, μια κάσα γαλέτα, λίγο ρούμι και λίγο κρασί, πεντ’ έξι όρνιθες, λίγο σπάγκο, λίγο καραβόπανο, πεντ’ έξι πετονιές και λίγα σκοινιά.

    Κοντά στην κουπαστή μαζευτήκανε οι ναύτες και κοροϊδεύανε εκείνους τους δυστυχισμένους που ήτανε στριμωγμένοι μέσα στη βάρκα. Ο Σάμουελ ζήτησε να πάρει έναν τεταρτόκυκλο κι ένα κουμπάσο και του τα δώσανε, μα του είπανε να μην αγγίξει τις χάρτες και τ’ άλλα εργαλεία. Αλλά κι ο μαραγκός ζήτησε να πάρει κάποια εργαλεία της δουλειάς του κι ο Κρίστιαν του είπε να τα πάρει. Ο Φλέτσερ θέλησε μάλιστα να κρατήσει και τον μαραγκό στο καράβι, μα μετάνιωσε και κράτησε τα δυο τσιράκια του. Κράτησε και κάποιους άλλους άθελά τους και τρεις απ’ αυτούς το είπανε στον καπετάν Μπλάι και κείνος τους αποκρίθηκε πως θα το θυμηθεί κάποια μέρα, θέλοντας να πει πως αυτοί δεν θα λογαριαζόντανε με τους επαναστάτες.

    Ως να τα βολέψουνε μέσα στη βάρκα, ο Κρίστιαν είπε να κεράσουνε από ένα ρούμι στους ναύτες που θ’ απομένανε μαζί του στο καράβι. Ο οπλονόμος ανάφερε πως η βάρκα ήτανε έτοιμη και πως μοναχά ο καπετάνιος δεν είχε μπαρκάρει ακόμα. Τότες ο Κρίστιαν φώναξε: «Μπρος, καπετάν Μπλάι, οι αξιωματικοί κι οι ναύτες σου βρίσκουνται μέσα στη βάρκα. Πρέπει να πας μαζί τους, αλλιώς, αν κάνεις πως αντιστέκεσαι, θα σκοτωθείς στη στιγμή!»

    Την ώρα που τον σπρώχνανε προς τη σκάλα, ο καπετάνιος γύρισε κι είπε στον λοστρόμο για τελευταία φορά: «Αυτή είναι η ευγνωμοσύνη σου για όσα καλά σου έκανα;» Ο Κρίστιαν φάνηκε ταραγμένος κι είπε:«Ναι, καπετάν Μπλάι, είμαι κολασμένος, είμαι κολασμένος!»

    Ύστερα σπρώξανε τον καπετάνιο μέσα στη βάρκα και τότε πια λύσανε τα χέρια του. Τραβήξανε τη βάρκα στην πρύμη του καραβιού. Οι επαναστάτες λέγανε ένα σωρό πειραχτικά λόγια σε κείνον που ήτανε πριν από λίγο ο αρχηγός τους καθώς και στους συντρόφους του. Σαν να θέλανε να τους βασανίσουνε περισσότερο, βαστούσανε τη βάρκα κάμποση ώρα λίγες οργιές μακριά από το καράβι. Σε μια στιγμή φάνηκε πως τους λυπηθήκανε και τους ρίξανε ένα κομμάτι πανί και λίγο χοιρινό παστωμένο. Ο καπετάνιος, την ώρα που βρισκότανε ακόμα στο καράβι, είχε ζητήσει να του δώσουνε κανένα τουφέκι, μα δεν του δώσανε. Μόνο την τελευταία στιγμή πασάρανε στους συντρόφους του τρία τέσσερα σπαθιά κι άλλα τόσα μαχαίρια, μα δεν τους δώσανε κανένα τουφέκι. Στο τέλος, αμολήσανε τη βάρκα και κείνη ξεμάκρυνε από το καράβι και σε λίγο φαινότανε σαν ένα μικρό μαυράδι μέσα στον ατέλειωτον ωκεανό. Το «Μπάουντυ» τράβηξε για το Ταϊτί.
***

    Οι σύντροφοι του καπετάν Μπλάι βάλανε τα κουπιά και τραβήξανε για το νησί Τόφο, που φαινότανε ως τριάντα μίλια μακριά. Μέσα στη βάρκα, που ‘χε μάκρος εφτά μέτρα, βρισκόντανε δεκαεννιά νοματαίοι. Ο καπετάν Μπλάι λογάριαζε να πιάσει πρώτα στο Τόφο κι αφού πάρει από κει νερό και τίποτα ζωοθροφίες, να πάγει στο Τόγκα-Ταμπού, που ήτανε ένα μεγάλο νησί κι είχε κι ένα βασιλιά που τον ήξερε ο καπετάνιος. Εκεί πέρα είχε σκοπό να βάλει στη βάρκα κουβέρτα, για να αγαντάρει στη θάλασσα και να μπορέσει να φτάξει σε κανένα λιμάνι ολλαντέζικο στην Ιντία, στο Τιμόρ, στο Μπαλί ή στη Γιάβα κι από τη Μπατάβια να μπαρκάρει σε κανένα καράβι και να φτάξει στην Αγγλία.

    Κατά το βράδυ φύσηξε λίγο αγεράκι κι ισάρανε το πανί. Τη νύχτα φτάξανε στο Τόφο. Μα επειδής οι ακροθαλασσιές ήτανε απόγκρεμνες, ο καπετάνιος αποφάσισε να περιμένει να ξημερώσει, για να βγει στη στεριά. Μόλις γλυκοχάραξε, η βάρκα έπιασε να τραβά γιαλό γιαλό, ώσπου βρήκε ένα μικρό λιμάνι κι εκεί αράξανε. Βγήκανε όξω πέντ’ έξι νοματαίοι, σκαρφαλώνοντας απάνω στα βράχια, για να δούνε τι λογής ήτανε το νησί. Ο καπετάνιος με τους άλλους καθίσανε μέσα στη βάρκα και περιμένανε. Κατά το μεσημέρι, γυρίσανε οι αποσταλμένοι, δίχως να βρούνε τίποτα, εξόν από λίγο νερό που το μαζέψανε στις κουφάλες. Είπανε πως είδανε κάποια σημάδια, που δείχνανε πως υπάρχουνε ανθρώποι απάνω στο νησί. Ο Μπλάι παράγγειλε στους δικούς του να προσέξουνε, γιατί δεν γνωρίζανε τι ανθρώποι ήτανε κείνοι οι νησιώτες.

    Ισάρανε το πανί και τραβήξανε. Σε λίγο σηκώθηκε ένας δυνατός αγέρας κι οι θάλασσες αφρίζανε απάνω στα γκρεμνά. Βγήκανε όξω τρεις τέσσερις ναύτες και γυρίσανε με λίγες αραποκαρύδες και τίποτ’ άλλο. Σαν είδανε κι αποείδανε, πήγανε και φουντάρανε πάλι στο ίδιο λιμάνι.

    Την  άλλη μέρα, βγήκανε στη στεριά ο καπετάνιος και πέντ’ έξι ναύτες. Περπατήξανε κάμποσο παραμέσα στο νησί και φτάξανε κοντά σ’ ένα ηφαίστειο που άναβε. Όλη η στεριά που περάσανε ήτανε έρημη και ξερή. Πουθενά νερό. Γυρίσανε πίσω ξεθεωμένοι, φέρνοντας μονάχα λίγες μπανάνες και λίγες αραποκαρύδες. Τ’ απόγεμα βγήκανε πάλι όξω, μα δεν βρήκανε τίποτα και τούτη τη φορά. Κάποιοι ναύτες περάσανε τη νύχτα μέσα σε μια σπηλιά, κοντά στη βάρκα κι επειδής ανάψανε μια φωτιά, σηκωνότανε κάθε τόσο, για να μην σβήσει κι έτσι εκείνοι που βρισκόντανε μέσα στη βάρκα μπορέσανε και κοιμηθήκανε με την ησυχία τους.

    Την αυγή ξαναβγήκανε στο νησί. Τούτη τη φορά συναπαντήσανε τρεις αραπάδες που τους ακολουθήσανε. Ύστερα ήρτανε κι άλλοι και σε λίγο μαζευτήκανε κάμποσοι γύρω στο λιμάνι. Φαινόντανε σαν καλοί. Τους πήγανε φρούτα κι οι Εγγλέζοι τα πληρώσανε με χάντρες και με κουμπιά. Επειδής οι μαύροι απορούσανε, γιατί οι Εγγλέζοι δεν είχανε κανένα μεγάλο καράβι, ο καπετάνιος τους έδωσε να καταλάβουνε με γνεψίματα πως ήτανε καραβοτσακισμένοι. Οι αραπάδες δεν δείξανε μηδέ λύπη μηδέ χαρά. Ο καπετάνιος φχαριστήθηκε, γιατί οι δικοί του φάγανε μπανάνες, καρύδες και δεντρόψωμα κι έτσι δεν λιγοστέψανε οι ζωοθροφίες τους.

    Την άλλη μέρα μαζευτήκανε πιο πολλοί αγριανθρώποι κι ανάμεσά τους ήτανε και κάποιοι αρχηγοί τους. Άξαφνα αρπάξανε τη μπαρούμα και θελήσανε να τραβήξουμε τη βάρκα όξω. Ο καπετάνιος τους φοβέριξε με το σπαθί, μα ένας από τους αρχηγούς δεν άφηνε τη βάρκα. Οι άλλοι αραπάδες βαστούσανε πέτρες. Ο καπετάνιος είπε στους δικούς του να κάνουνε τον αδιάφορο. Μα οι αραπάδες αρχίσανε τον πετροπόλεμο. Οι Εγγλέζοι προφτάξανε και μπήκανε στη βάρκα. Μονάχα ένας ναύτης θέλησε να ξεμπλέξει το σκοινί από ‘ναν βράχο και τον σκοτώσανε με τις πέτρες. Ο καπετάνιος γλήγορα έκοψε το σκοινί με το μαχαίρι. Μα ίσαμε να πάρουνε απάνω την άγκουρα, οι μαύροι τρέξανε στα μονόξυλά τους, που τα ‘χανε φορτωμένα πέτρες, και χυθήκανε απάνω στη βάρκα. Κείνη τη στιγμή σκέφτηκε ο καπετάνιος να πετάξει στη θάλασσα κάτι καραβόπανα. Το σκέδιο πέτυχε. Οι αραπάδες τσακωθήκανε ποιος ν’ αρπάξει τα καραβόπανα κι η βάρκα αλαργάρισε μέσα στο σκοτάδι, γιατί είχε νυχτώσει.

    Οι κακόμοιροι, που είχανε απομείνει δεκαοχτώ πέσανε σε απελπισία. Άραγε τι τους περίμενε στο Τόγκα-Ταμπού; Κάνανε την προσευχή τους και νιώσανε πιο ήσυχο τον εαυτό τους.

    Τη νύχτα σηκώθηκε ένας δαιμονισμένος αγέρας. Οι θάλασσες χιμήξανε να καταπιούνε τη βάρκα, που γέμιζε νερά, μόλο που τ’ αδειάζανε ακατάπαυστα.

    Τη μέρα που ξημέρωσε βάσταξε ο ίδιος ο καιρός. Ο καπετάνιος πρόσταξε να πετάξουνε στη θάλασσα τα καραβόπανα, τα σκοινιά κι όσα άλλα πράγματα δεν τους χρειαζόντανε πολύ.

    Στις 5 Μαΐου είδανε κάποια μικρόνησα, που ήτανε τόσα πολλά, που περνούσανε επί δυο μέρες ανάμεσά τους. Ήτανε τ’ αρχιπέλαγο Βίτι, όπως λογάριασε ο καπετάνιος. Από τον φόβο τους δεν πήγανε κοντά. Από μακριά είδανε κάτι μεγάλα μονόξυλα π’ αρμενίζανε με τα πανιά. Για μια στιγμή είδανε πως τρέξανε από πίσω από τη βάρκα κι οι δύστυχοι οι Εγγλέζοι τρομάξανε. Ωστόσο σε λίγη ώρα, τα μονόξυλα γυρίσανε πίσω.

    Τη νύχτα έπιασε η βροχή κι ήπιανε όσο θέλανε. Μα γινήκανε μούσκεμα κι όπως ήτανε μαζεμένοι, πιαστήκανε τα ποδάρια τους.

Συνεχίζεται

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

11/07/2010 15:30 #30 από Τελάλης
Απαντήθηκε από Τελάλης στο θέμα Φώτης Κόντογλου: Η ανταρσία του «Μπάουντυ» - ΙΙ

    Ο καπετάνιος τους μοίραζε τη γαλέτα και το νερό με το δράμι, τους έδινε καμιά φορά και καμιά μπουκιά χοιρινό και μια στάλα ρούμι. Είχε κάνει μια ζυγαριά με δυο φλούδες από αραποκαρύδες και για ζύγια έβαζε δυο τρεις μπάλες του τουφεκιού, που βρεθήκανε στη σεντίνα της βάρκας. Ύστερα από το φαγητό όποτε ήτανε καλός καιρός, ο καπετάνιος, για να τους διασκεδάζει, τους μιλούσε για τα νησιά που περνούσανε και για τον δρόμο που θα τραβούσε. Επειδής η θάλασσα ήτανε ήσυχη λίγες μέρες, μπορέσανε και καρφώσανε κάτι σανίδες στις μπάντες της βάρκας, για να ψηλώσει, βάλανε και τα καραβόπανα για μουσαμάδες.

    Η βροχή ξανάπιασε κι ο αγέρας φρεσκάρισε. Ο καπετάνιος έγραφε στο ημερολόγιό του: «Ήμαστε βρεμένοι ως τα κόκαλα κι υποφέραμε από το κρύο όλη τη νύχτα. Το πρωί έδωσα σ’ όλους από μια κουταλιά ρούμι. Το κορμί μας ήτανε αναίσθητο από το μούδιασμα. Η θάλασσα περνούσε από πάνω από την πρύμνη μας κι αδειάζαμε τα νερά δίχως να πάψουμε. Το μεσημέρι φάνηκε ο ήλιος και πήραμε ελπίδα… Το βράδυ ξανάρχισε η βροχή. Περάσαμε μια νύχτα φοβερή. Τέλος, φάνηκε η μέρα κι είδα πως οι συντρόφοι μου ήτανε ένα κοπάδι μισοπεθαμένοι ανθρώποι κι εγώ δεν είχα τίποτα, για να τους ανακουφίσω…»

    Για να μην καταλαβαίνουνε την παγωνιά που βγάζουνε τα βρεμένα ρούχα, ο καπετάνιος είπε να τα βουτήξουνε στη θάλασσα, επειδή το θαλασσινό νερό κόβει λιγάκι το κρύο που δίνει στο κορμί το γλυκό νερό.

    Στις 14 Μαΐου, είδανε ένα άλλο κοπάδι νησιά που ήτανε δασωμένα. Εδώ κι εκεί βλέπανε ν’ ανεβαίνει καπνός. Ο καπετάνιος απόφυγε να πιάσει σε στεριά. Ήτανε οι Νέες Εβρίδες, που ζούνε απάνω τους οι πιο άγριοι ανθρωποφάγοι. Βαστάξανε πλώρη στον μπουνέντη, για να μπορέσουνε να πιάσουνε στην Αυστραλία, πιο κάτω από το μπουγάζι του Τόρρες.

    Η θάλασσα ήτανε πάντα φουρτουνιασμένη. Μέσα στη βάρκα δεν βρισκόντανε πια ανθρώποι αλλά φαντάσματα. Γυρεύανε από τον καπετάνιο περισσότερο φαγητό, μα εκείνος δεν τους άκουγε.

    Στις 20 Μαΐου έγραψε: «Τα ξημερώματα έριξα μια ματιά στη βάρκα. Πέντ’ έξι μου φανήκανε μισοπεθαμένοι. Τα μάτια τους ήτανε αγριεμένα από την πείνα. Κατά το μεσημέρι, φάνηκε ο ήλιος και ξαναγεννηθήκαμε.»

    Ο καπετάνιος λογάριαζε πως είχανε γαλέτα, για να συντηρηθούνε κουτσά στραβά κανέναν μήνα, ώσπου να φτάξουνε στο Τιμόρ και στην ανάγκη στη Γιάβα, αν οι καιροί τους βοηθούσανε. Αν όμως βρίσκανε κόντρα τον αγέρα; Ο καπετάνιος αυτό φοβότανε κι είπε στους συντρόφους του να λιγοστέψουνε τη μερίδα τους, που ήτανε όλη όλη μια μπουκιά, για να βαστάξει η γαλέτα ίσαμε δέκα βδομάδες. Οι κακόμοιροι το παραδεχτήκανε, δίχως να μουρμουρίσουνε.

    Μια μέρα πιάσανε ένα θαλασσινό όρνιο, σαν αγιούπα, και το μοιράσανε σε δεκαοχτώ μερίδια, μαζί με τα συκώτια και με τ’ άντερα. Την άλλη μέρα πιάσανε ακόμα ένα μεγάλο πουλί και καλοπεράσανε.

    Τα πουλιά που πετούσανε γύρω από τη βάρκα φανερώνανε πως βρισκότανε κοντά η στεριά. Κι αληθινά στις 29 Μαΐου πριν να βγει ο ήλιος ακούσανε σαν να ‘σκαζε η θάλασσα απάνω σε κάποιες ξέρες. Ο καπετάν Μπλάι έβαλε πλώρη κατά κει, μα κατάλαβε πως τραβούσανε τη βάρκα τα ρέματα κατά το μέρος εκείνο και φοβήθηκε. Πρόσταξε να βάλουνε τα κουπιά, για να κόψουνε τον δρόμο της σκαμπαβίας. Μα εκείνα τα σκέλεθρα δεν είχανε κουράγιο να τα βαστάξουνε κι η βάρκα έτρεχε σαν σαγίτα να πάγει να τσακιστεί απάνω στις ξέρες. Άξαφνα ο καπετάνιος, μέσα στην απελπισία του, είδε μπροστά τους ένα στενό πέρασμα ανάμεσα στα βράχια και τιμόνισε κατά κείνο το μπάσιμο, που τραβούσε και το ρέμα. Ως ν’ ανοιγοκλείσουνε τα μάτια τους, περάσανε τις ξέρες και βρεθήκανε μέσα σε νερά ήσυχα. Φχαριστήσανε τον Θεό που τους λυπήθηκε. Σε λίγο φάνηκε καθαρά η στεριά, τριγυρισμένη από κάτι ξερόνησα απόγκρεμνα και κατάγυμνα, ξέρες της απελπισίας. Το μονάχο πράγμα που βρήκανε απάνω σ’ αυτά ήτανε λίγα στρείδια. Είδανε και λίγη στάχτη ανάμεσα  στις πέτρες, απ’ όπου καταλάβανε πως θα πηγαίνανε στα ξερόβραχα τίποτα αραπάδες από τη στεριά. Καμιά δεκαριά από τους ναυαγισμένους βγήκανε στη στεριά και κοιμηθήκανε, μα δεν ανάψανε φωτιά από τον φόβο μην τους δούνε από τη μεγάλη στεριά.

    Την άλλη μέρα ο καπετάνιος είπε ν’ ανάψουνε μια φωτιά από τη μεριά του ξερόνησου που κοίταζε κατά το πέλαγο. Ύστερα γείρανε τη βάρκα, για να δούνε τι ζημιές είχε πάθει. Είδανε λοιπόν πως ένα από τα βελόνια του τιμονιού είχε χαθεί και πως σαν από θαύμα στεκότανε το τιμόνι στον τόπο του. Αν τύχαινε και το έπαιρνε η θάλασσα, τον καιρό που ήτανε φουρτουνιασμένη, η βάρκα δίχως τιμόνι γρήγορα θα βούλιαζε. Κάνανε ένα καινούριο βελόνι από έναν γάντζο που βρέθηκε μέσα στη βάρκα.

    Μαζέψανε κάμποσα μεγάλα στρείδια και λίγο νερό. Βράσανε μέσα σ’ ένα καζανάκι λίγο χοιρινό μαζί με γαλέτα και φάγανε καλά κι ύστερα ξαπλώσανε στον ήλιο, που ήτανε καυτερός και τους ζωογόνησε. Ο καπετάνιος είπε να φορτώσουνε όσα στρείδια μπορέσανε κι αφού κάνανε την προσευχή τους, αβαράρανε τη βάρκα για να φύγουνε.

    Εκείνη την ώρα είδανε καμιά εικοσαριά αραπάδες που τρέχανε στην αντικρινή ακροθαλασσιά και που βγάζανε δυνατές φωνές, κουνώντας κάτι μεγάλα κοντάρια. Ο καπετάνιος πρόταξε να ισάρουνε γλήγορα το πανί, γιατί φοβήθηκε μην τους κυνηγήσουνε οι μαύροι με τα μονόξυλά τους. Κι έτσι πιάσανε το πέλαγο και γλιτώσανε.

    Την άλλη μέρα η βάρκα πέρασε ανοιχτά από κάτι νησιά κι είδανε λιγοστούς αγριανθρώπους που τους κάνανε σινιάλα με κλαδιά από δέντρα.

    Μια μέρα, ένας από τους ναύτες μίλησε απότομα στον καπετάνιο. Ο καπετάνιος πήρε δυο σπαθιά κι έδωσε το ένα σε κείνον τον ναύτη και του είπε να φυλαχτεί, γιατί θα τον χτυπήσει. Ο ναύτης μούλωξε σε μια γωνιά και δεν είπε μιλιά.

    Στις 7 Ιουνίου σηκώθηκε μια δυνατή φουρτούνα. Την άλλη μέρα ο καιρός λασκάρισε λίγο και πιάσανε ένα δελφίνι και μ’ αυτό περάσανε δυο μέρες. Κατά το βράδυ, ο αγέρας φρεσκάρισε και φυσούσε φουρτουνιασμένος όλη τη νύχτα. Υποφέρανε πολύ από το κρύο, γιατί γινήκανε μούσκεμα από τις θάλασσες.

    Το πρωί οι καραβοτσακισμένοι ήτανε σε ελεεινή κατάσταση και βογκούσανε. Ο καπετάνιος τους μοίρασε από λίγο κρασί. Μα αδιαφόρετα. Είχανε καταντήσει σαν βρουκολάκοι. Τα ποδάρια τους ήτανε πρησμένα, τα πρόσωπά τους παραμορφωμένα κι ολοένα πέφτανε σε βύθος.

    Στις 12 Ιουνίου είδανε μια στεριά δασωμένη. Ήτανε το Τιμόρ.

    Οι μισοπεθαμένοι που ήτανε στοιβαγμένοι μέσα στη βάρκα δεν φανερώσανε καμιά χαρά, σαν είδανε τη στεριά. Μοναχά γυρίσανε βαριεστημένα τα μάτια τους και κοιτάξανε κατά το μέρος που φάνηκε κείνη η μαύρη λουρίδα μέσα στον απέραντον ωκεανό.

    Είχανε περάσει με το σκαφίδι τους τρεις χιλιάδες εφτακόσια μίλια σε σαρανταένα μερόνυχτα!

    Ο καπετάν Μπλάι φυλάχτηκε και δεν έπιασε στη στεριά από φόβο μην πάθουνε ό,τι είχανε στο Τόφο. Ήθελε ν’ αράξει σε κάποιο μέρος που συχνάζανε τα ευρωπαϊκά καράβια. Δυο μέρες αρμένιζε ανοιχτά από τη στεριά κι οι συντρόφοι του βλέπανε μια έμορφη χώρα καταπράσινη κι εδώ κι εκεί φαινότανε καλύβες μέσα στα δέντρα.

    Στις 14 Ιουνίου, κατά το βράδυ, είδανε έναν μεγάλον κόρφο κι ο καπετάνιος έκρινε πως εκεί κοντά θα βρισκότανε η ολλαντέζικη σκάλα. Είπε να ρίξουνε την άγκουρα και να βγούνε στη στεριά δυο νοματαίοι. Γυρίσανε πίσω μαζί με κάμποσους αραπάδες με ήμερη και γελαστή όψη. Απ’ αυτούς μάθανε πως ο Ολλαντέζος γκουβερναδόρος καθότανε εκεί κοντά, σ’ ένα μέρος που το λέγανε Κουπάγκο. Οι ναύτες φάγανε καλά, γιατί οι μαύροι τους είχανε δώσει κρέας από χελώνα και καλαμπόκι, πήρανε απάνω την άγκουρα και τραβήξανε έχοντας για πιλότους τους αραπάδες.

    Ξημερώνοντας την άλλη μέρα, βρεθήκανε μπροστά σ’ ένα μικρό κάστρο, που ήτανε χτισμένο από πάνω από μια πολιτεία. Κάτι καράβια ήτανε φουνταρισμένα μπροστά στα σπίτια και στεκόντανε σαν κοιμισμένα απάνω στα ήσυχα νερά. Αυτό ήτανε το Κουπάγκο.

    Οι Εγγλέζοι βγήκανε στη στεριά με πολλά βάσανα, γιατί δεν μπορούσανε να περπατήξουνε. Ένας Εγγλέζος καπετάνιος, που είχε αραγμένο το καράβι του εκεί πέρα, τους έκανε τραπέζι κι αφού φάγανε, του είπανε τι μαρτύρια είχανε περάσει. Κόσμος πολύς μαζεύτηκε κι έβλεπε κείνους τους δυστυχισμένους, που ήτανε πετσί και κόκαλο, τυλιγμένοι με κάτι ελεεινά κουρέλια, που μαδούσανε από το βρέξιμο κι από το στύψιμο.

    Ο Ολλαντέζος διοικητής ήτανε βαριά άρρωστος και δεν μπόρεσε να τους περιποιηθεί ο ίδιος, αλλά έδωσε διαταγή να τους δώσουνε ζωοθροφίες κι ένα σπίτι για να καθίσουνε. Ο καπετάν Μπλάι έγραψε στο βιβλίο του καραβιού: «Δοξασμένος ας είναι ο Θεός που μας βοήθησε και περάσαμε τόσα κίντυνα και φτάξαμε ζωντανοί σ’ ένα λιμάνι, όπου βρήκαμε καλούς και φιλόξενους ανθρώπους, για να μας δώσουνε κάθε βοήθεια και κάθε παρηγοριά.»

    Οι καραβοτσακισμένοι γλήγορα δυναμώσανε με τις περιποιήσεις που τους κάνανε. Ο καπετάνιος αγόρασε μια μικρή γολέτα και της έδωσε το όνομα «Σωτηρία». Τα λεφτά για ν’ αγοράσει το καράβι του τα δάνεισε ο γκουβερναδόρος. Με τη «Σωτηρία» λογάριαζε να φτάξει στη Μπατάβια, πριν να κάνουνε πανιά τα καράβια που φεύγανε από κει κάθε χρόνο για την Ευρώπη.

    Πριν φύγουνε από το Κουπάγκο, ο καπετάν Μπλάι πήγε ν’ αποχαιρετήσει και να φχαριστήσει τον διοικητή και του ‘δωσε μια έκθεση για το πώς έχασε το καράβι του κι εκεί μέσα έγραψε τα χαρακτηριστικά που είχε ο Κρίστιαν κι οι άλλοι επαναστάτες.

    Μπαρκάρανε στη γολέτα ο καπετάν Μπλάι μαζί με δεκάξι μοναχά από τους συντρόφους του. Γιατί ένας απ’ αυτούς είχε πεθάνει λίγο υστερότερα από τη μέρα που φτάξανε στο Κουπάγκο.

    Τους έκανε γλυκό καιρό κι αρμενίσανε καλά. Πιάσανε πρώτα στη Σουχαρία κι ύστερα στο Σαραμάγκο. Μονάχα που κοιμόντανε αρματωμένοι τη νύχτα, επειδή σε κείνες τις θάλασσες τριγυρίζανε κάμποσοι Γιοβανέζοι κουρσάροι.

    Φτάξανε στη Μπατάβια την 1 Οκτωβρίου. Ο καπετάνιος πούλησε όσα όσα τη γολέτα. Πούλησε και την πολύπαθη βάρκα, που τους σήκωσε από τα νησιά της Φιλίας από το Τόγκα-Ταμπού ως το Τιμόρ και δάκρυσε σαν να αποχωρίστηκε κανέναν συγγενή του.

    Ο καπετάνιος αρρώστησε και δεν μπαρκάρισε στο ίδιο καράβι που μπαρκάρανε οι άλλοι συντρόφοι του. Αυτός μπαρκάρισε σ’ ένα άλλο στις 16 Οκτωβρίου, μαζί με τον Σάμουελ, τον γραμματικό του και φτάξανε στην Αγγλία στις 14 Μαρτίου.

    Από τους δεκαεννιά νοματαίους που βάλανε οι επαναστάτες μέσα στη βάρκα του «Μπάουντυ» και τους αφήσανε στο έλεος του Θεού, μονάχα δώδεκα γυρίσανε στην πατρίδα τους. Τρεις πεθάνανε στη Μπατάβια από θέρμες κι ένας άλλος πέθανε μέσα στο καράβι που τους πήγαινε στην Αγγλία. Ο γιατρός του καραβιού δεν θέλησε να μπαρκάρει με τους άλλους κι απόμεινε στη Μπατάβια.
***

    Σαν ξεμάκρυνε από το «Μπάουντυ» η βάρκα που είχε μέσα τον καπετάν Μπλάι και τους συντρόφους του, απάνω στο καράβι ήτανε πια καπετάνιος ο επαναστάτης Κρίστιαν.

    Όσο φαινότανε η βάρκα από το καράβι, ο Κρίστιαν είπε στον τιμονιέρη να βαστά απάνω στον μαΐστρο-τραμουντάνα, για να ξεγελάσει τον καπετάν Μπλάι πως τάχα πήγαινε αλλού και πως δεν γύρισε πίσω κατά τον λεβάντε.

    Συλλογιζότανε τι να κάνει, πού να κρυφτεί. Γιατί ήξερε πως το «Μπάουντυ» θα ψάχνανε να το βρούνε από το Εγγλέζικο Ναυαρχείο, είτε χανότανε ο καπετάν Μπλάι με τους δικούς του, είτε αντάμωνε κανένα καράβι και γλίτωνε.

    Ήξερε πως στο Ταϊτί συχνάζανε πολλά καράβια κι ήτανε επικίντυνο να υποπτευτούνε οι Ταϊτινοί πως γίνηκε επανάσταση μέσα στο «Μπάουντυ» και θα το υποπτευόντανε, σαν βλέπανε πως είχανε λιγοστέψει οι ναύτες του. Αποφάσισε λοιπόν να τραβήξει στο νησί Τουμπουάι, νοτινά του Ταϊτί. Το τσούρμο που είχε απομείνει απάνω στο «Μπάουντυ» έφτανε για τις μανούβρες.

    Η πρώτη δουλειά που κάνανε οι επαναστάτες, σαν απομείνανε αφεντικά του καραβιού, ήτανε να ρίξουνε στη θάλασσα τα περισσότερα δέντρα. Ύστερα μοιραστήκανε τα σπαθιά και τα τουφέκια.

    Φτάξανε στο Τουμπουάι στις 15 Μαΐου. Μα κρύωσε η καρδιά τους, σαν είδανε μαζεμένους στην ακρογιαλιά κάμποσους αραπάδες, που τους φοβερίζανε με τα κοντάρια και με τα τοπούζια που κουνούσανε, βγάζοντας κάτι άγριες φωνές. Ωστόσο ο Κρίστιαν αποφάσισε να βγάλει στη στεριά κάποιους δικούς του. Είδε όμως πως οι αγριανθρώποι δεν το παραδεχόντανε. Τότε πρόσταξε να ρίξουνε με τα μουσκέτα κι οι αραπάδες σκορπίσανε, ουρλιάζοντας σαν τρελοί. Βγήκανε λοιπόν στη στεριά κάμποσοι Εγγλέζοι και πασκίσανε να τραβήξουνε τους μαύρους, δείχνοντάς τους κάποια φανταχτερά παιχνίδια, μα αυτοί δεν πηγαίνανε κοντά τους.

    Ωστόσο ο Κρίστιαν ήτανε αποφασισμένος να καθίσει σε κείνο το νησί μαζί με τους συντρόφους του, γιατί ήτανε σίγουρος πως κανένας τους δεν θα γλίτωνε την κρεμάλα, αν τύχαινε να γυρίσει πίσω στην Αγγλία. Μα οι συντρόφοι του δεν ήτανε σύμφωνοι με τη γνώμη του, επειδή το Τουμπουάι δεν είχε πολλά από τα πράγματα που είχανε ανάγκη για να ζήσουνε. Για τούτο αποφασίσανε να πάνε στο Ταϊτί και βάλανε πλώρη γι’ αυτό το νησί και φτάξανε εκεί πέρα στις 6 Ιουνίου.

    Οι Ταϊτινοί σαν είδανε το καράβι, κάνανε μεγάλες χαρές και σαν βγήκανε όξω οι Εγγλέζοι, τους αγκαλιάζανε και τους φιλούσανε. Κι επειδή βλέπανε πως λείπανε πολλοί ναύτες, ο Κρίστιαν σκάρωσε μια ψεύτικη ιστορία? πως σαν φύγανε από το Ταϊτί, βγήκανε σ’ ένα νησί που δεν το ξέρανε, λεγόμενο Αϊτουτακί και δίχως να το περιμένουμε, βρήκανε εκεί πέρα τον καπετάν Κουκ, που το είχε ανακαλύψει πριν από λίγον καιρό κι ήθελε να χτίσει σ’ αυτό το μέρος ένα χωριό και πως, σαν τους είπε ο Κουκ αυτό το πράγμα, ξεφορτωθήκανε τα ψωμόδεντρα κι ο καπετάν Μπλάι απόμεινε σε εκείνο το νησί, για να βοηθήσει τον Κουκ κι έστειλε το «Μπάουντυ» στο Ταϊτί, για να πάρει από κει κάποια χρειαζούμενα πράγματα.

    Οι Ταϊτινοί τα πιστέψανε όσα τους είπε ο Κρίστιαν και μάλιστα συγκινήθηκαν, σαν ακούσανε πως τους είχανε στείλει ο καπετάν Κουκ κι ο καπετάν Μπλάι και βιαστήκανε να φορτώσουνε γλήγορα το «Μπάουντυ» με ζωοθροφίες. Μέσα σε λίγες μέρες κουβαλήσανε στο καράβι τρακόσα δώδεκα γουρούνια, καμιά σαρανταριά γίδες, ως εκατό όρνιθες και πάπιες κι ένα σωρό μπανάνες και ψωμιά από ψωμόδεντρα. Μαζί μ’ αυτά μπαρκάρανε στο καράβι κι οχτώ Ταϊτινοί, εννιά Ταϊτινές κι εφτά αγοράκια. Μ’ αυτά το φορτίο το «Μπάουντυ» σηκώθηκε στα πανιά κι έφταξε στο Τουμπουάι στις 26 Ιουνίου. Εκεί πέρα διαλέξανε μιαν αμμουδιά και τραβήξανε όξω το καράβι και κοντά του πιάσανε να χτίζουνε ένα μικρό καστράκι.

    Μα η δουλειά δεν πήγαινε καλά. Αρχίσανε να μαλώνουνε. Όπου φτώχια εκεί και γκρίνια. Πότε τους έλειπε το ‘να, πότε τ’ άλλο. Εκείνο το νησί που το είχανε κάνει με την φαντασία τους Παράδεισο, ήτανε ένα ξερόνησο καταραμένο. Οι ντόπιοι αραπάδες νιώθανε μεγάλη έχθρητα για τους άσπρους κι ήτανε ολοένα αρματωμένοι. Οι Ταϊτινοί πάλι ήτανε κακιωμένοι, γιατί τους μεταχειριζόντανε οι Εγγλέζοι σαν σκλάβους κι είδανε πως όσα τους είχε πει ο Κρίστιαν ήτανε ψέματα. Με λίγα λόγια, οι επαναστάτες δεν χωνεύανε τον Κρίστιαν που ήτανε σκληρόκαρδος άνθρωπος κι αναρωτιόντανε γιατί τάχα ξεσηκωθήκανε καταπάνω στον καπετάν Μπλάι, αφού τούτος ήτανε χειρότερος.

    Είπαμε πως οι ντόπιοι αραπάδες οχτρευότανε τους άσπρους. Στην αρχή είχανε μαλακώσει λίγο, γιατί κουβεντιάζανε με τους Ταϊτινούς, που μιλούσανε την ίδια γλώσσα μ’ αυτούς. Μα σαν είδανε πως κι οι Ταϊτινοί ήτανε ξεγελασμένοι από τους άσπρους, γινήκανε καταπάνω στους επαναστάτες και πήρανε απόφαση να τους εξοντώσουνε. Χτυπηθήκανε δυο τρεις φορές και σκοτωθήκανε κάμποσοι ντόπιοι.

    Βλέποντας οι επαναστάτες πως δεν ήτανε προκοπή κάνανε συμβούλιο κι αποφασίσανε να γυρίσουνε πίσω στο Ταϊτί και να βγάλουνε όξω εκείνους που θέλανε να φύγουνε από τη συντροφιά. Κι έτσι κάνανε.

    Στις 20 Σεπτεμβρίου αράξανε στο μπουγάζι του Ματαβάι και βγάλανε στη στεριά δεκατέσσερες νοματαίους, που ζητήσανε ν’ απομείνουνε στο Ταϊτί. Άλλοι απ’ αυτούς είχανε σκοπό ν’ αποτραβηχτούνε σε κανένα έρημο μέρος και να ζήσουνε δίχως έγνοιες και δίχως να μαθαίνουνε τίποτα από τον κόσμο. Άλλοι πάλι, που λέγανε πως ήτανε αθώοι, λογαριάζανε να καθίσουνε στο Ταϊτί, περιμένοντας ν’ αράξει κανένα εγγλέζικο καράβι και να παραδοθούνε, για να γυρίσουνε στον τόπο τους. Αυτοί που ξεμπαρκάρανε, πήρανε και τα τουφέκια τους και τα σπαθιά τους.

    Ο Κρίστιαν ήτανε βιαστικός, μην τύχει και φτάξει κανένα καράβι. Σε μια μέρα έγινε το πάρε δώσε με τη στεριά και την άλλη μέρα το πρωί πρωί ετοιμαστήκανε να σηκωθούνε στα πανιά. Ο Κρίστιαν είχε στον νου του να πάει να ζήσει αυτός κι οι σύντροφοί του σε κανένα ξεμοναχιασμένο νησί, που δεν το συχνάζανε τα καράβια κα για τούτο είπε πως θα κάνανε ένα γλέντι απάνω στο καράβι, για ν’ αποχαιρετήσουνε τις Ταϊτινές, που αγαπούνε να διασκεδάζουνε. Ανεβήκανε λοιπόν στο «Μπάουντυ» κάμποσες γυναίκες και πριν να πάρουνε είδηση, ισάρανε τα πανιά και πιάσανε το πέλαγο. Οι γυναίκες που κλέψανε ήτανε δώδεκα.

    Τα ψηλά βουνά του Ταϊτί φαινόντανε κάμποσες ώρες κι ύστερα σιγά σιγά σβήσανε μέσα στην άχνα της θάλασσας.

    Οι επαναστάτες συλλογιζόντανε σε ποιο ρημονήσι να πάνε και συζητούσανε απάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Στην αρχή είπανε να πάνε σε κανένα από τα πολλά ρημόνησα που βρίσκουνται στο αρχιπέλαγο της Μαρκίζας. Μα αλλάξανε γνώμη, γιατί ο Κρίστιαν θυμήθηκε πως είχε ακούσει για ένα ρημονήσι ξεμοναχιασμένο, που βρισκότανε μακριά από τον δρόμο που βαστούσανε τα καράβια και που είχε απάνω ό,τι τους χρειαζότανε για να ζήσουνε. Αυτό το νησί το λέγανε Πίτκαιρν, σε μια απόσταση χίλια μίλια από το Ταϊτί, κατά τον σοροκολεβάντε (ΝΑ). Ο Κρίστιαν έψαξε και βρήκε στη βιβλιοθήκη του καραβιού κάποια βιβλία που γράφανε για το Πίτκαιρν, τι λογής ήτανε και κατά πού βρισκότανε. Αποφάσισε λοιπόν να πάγει να το βρει κι έβαλε πλώρη κατά τον σοροκολεβάντε.

    Αρμενίσανε λίγες μέρες, ώσπου είδανε μια στεριά με ψηλά βουνά κι όχι πολύ μεγάλη. Όσο πηγαίνανε κοντύτερα, ξεχωρίζανε κάτι λαγκάδια δασωμένα. Οι ακροθαλασσιές του νησιού φαινόντανε απόγκρεμνες. Ήτανε σίγουροι πως αυτό ήτανε το Πίτκαιρν που το είχε βρει ο Κάρτρετ στα 1767.

Συνεχίζεται

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

Συντονιστές: Δημήτρηs ΚουζούπηsΠαπακωστας Δημητρης (tselikas)Γιαννης (STAY_ALIVE)Φώτης Σαρρηγεωργίου
Χρόνος δημιουργίας σελίδας: 0.306 δευτερόλεπτα

© 2004 - 2026 All Rights Reserved. | Φιλοξενία & Κατασκευή HostPlus LTD

hostplus 35

No Internet Connection