vasilis moystakas έγραψε: Αλλα επιδη ειμαστε και μερακλιδες φιλε Μιχαλη !!Και οποιος γνωριζει και θελει να μιραστη της γνωσεις του !!!Να μας πει μια τεχνικη πως μπωρουμε να βγαλουμε με ευκολο τροπο και αποδοτικο αυτο το δωλομα που στα δικα μου μερη υπαρχει σε αφθονεια!!!!!!!

Βασίλη,
Για μένα, που όπως θα έχεις καταλάβει δεν έχω κανένα πρόβλημα να γράφω ώρες ατέλειωτες, είναι πολύ εύκολο να σου καταθέσω τις γνώσεις μου σχετικά με το καραβιδάκι. Πριν το κάνω όμως αυτό, έχω να σου επισημάνω τα εξής:
Σήμερα είναι μάλλον εντελώς λάθος να ασχοληθεί κανείς για να βγάλει μόνος του καραβιδάκι, γιατί η τιμή του σε σύγκριση με τα παλαιότερα δεδομένα, είναι εντελώς εξευτελιστική.
Προφανώς έχουμε περάσει σε εποχές που η παραγωγή αυτού του δολώματος γίνεται οργανωμένα και με εξελιγμένα μέσα σε τρόπο ώστε να είναι εύκολη και συμφέρουσα. Έχω μάλιστα ακούσει ότι όσοι ασχολούνται κερδίζουν αρκετά.
Για να το καταλάβεις καλύτερα αυτό θα σου πω τα εξής:
Στα τέλη της 10ετίας του 1960, το καραβιδάκι εδώ στην Αθήνα πουλιόταν αποκλειστικά στις Τζιτζιφιές όπου και το έβγαζαν, στην περιοχή δηλαδή που σήμερα έχει κατασκευαστεί το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Ο τρόπος που το έβγαζαν ήταν πάρα πολύ δύσκολος (θα τον περιγράψω πιο κάτω). Ειδικά το χειμώνα ήταν σωστό βασανιστήριο. Οι άνθρωποι που το έκαναν ήσαν πάμφτωχοι μεροκαματιάρηδες, απομεινάρια της ζωής, που είχαν βρεθεί στο περιθώριο μετά τις κακουχίες του παγκόσμιου και του εμφύλιου πολέμου.
Παρ’ όλα αυτά, το κόστος του ήταν πολύ μεγάλο συγκριτικά με το σήμερα. Αν θυμάμαι καλά με ένα πενηνταράκι αγόραζες δύο κομμάτια. (Να σημειωθεί ότι το κουλούρι είχε μία δραχμή, όσο και η εφημερίδα!). Αυτό έδειχνε και τη δυσκολία που είχε η εξόρυξή του.
Όταν πηγαίναμε για ψάρεμα αγοράζαμε μέχρι 50 το πολύ κομμάτια όσοι είχαμε χρήματα και τα διαλέγαμε ένα - ένα με πολύ προσοχή. Για να δολώσεις παραγάδια με καραβιδάκι ούτε λόγος φυσικά. Το χρησιμοποιούσαμε αποκλειστικά στο ψάρεμα των λυθρινιών με καθετή, ενώ για όλα τα άλλα ψαρέματα δούλευε γαρίδα και ξερό ψωμί που λένε.
Κάτι ανάλογο συνέβαινε και στην πατρίδα μου το Ναύπλιο, όπου 4-5 άνθρωποι (όλοι τους πάμφτωχοι και βασανισμένοι) ήσαν όλοι κι όλοι αυτοί που έβγαζαν καραβιδάκι και το πούλαγαν τα απογεύματα στην παραλία εκεί που σήμερα είναι οι τουριστικές ταβέρνες, όπου το έφερναν μέσα σε μεγάλα τελάρα με φύκια, αυτά που είναι σαν ταινίες, για να του κρατάνε δροσιά και να διατηρείται.
Αν παρ’ όλα αυτά εσύ επιμένεις να μάθεις πώς το βγάζουμε έχω να σου πω τα εξής:
Ο τρόπος για να βγάλουμε καραβιδάκι διαφέρει ανάλογα με το είδος του εδάφους της περιοχής στην οποία το ψάχνουμε. Παίζει ρόλο και το είδος του χώματος, δηλαδή της λάσπης, μέσα στην οποία είναι φωλιασμένο και το βάθος του νερού κατά περιοχές.
Στην πατρίδα μου το Ναύπλιο, ο τόπος που βγάζανε καραβιδάκι ήταν ένας βούρκος μαλακός και το βάθος από 1 έως 1,5 μέτρο.
Ο τρόπος ήταν ο εξής:
Κατασκεύαζαν μια πολύ μεγάλη απόχη, φαντάσου μια απόχη με διάμετρο περίπου 1 μέτρο, η οποία όμως δεν είχε μεγάλο βάθος, (περίπου 0,5 μέτρο). Η απόχη αυτή δεν είχε το γνωστό στυλιάρι που έχουν όλες οι απόχες αλλά στο άνοιγμά της ήταν δεμένο ένα χοντρό ξύλο έτσι ώστε τα άκρα του να εξέχουν δε-ξιά και αριστερά. Αυτό το ξύλο έπιανε με τα χέρια του ο ψαράς και έβαζε την απόχη ακριβώς πίσω του, κολλητά δηλαδή με το σώμα του. Το ξύλο πέρναγε ακριβώς στους αγκώνες του. Με τον τρόπο αυτόν όταν περπάταγε μέσα στο νερό η απόχη τον ακολουθούσε κολλητά πίσω του. Έμπηγε ένα κοντάρι στο βούρκο για να το έχει σαν σημάδι και άρχιζε να γυρνάει γύρω από αυτό χοροπηδώντας όσο μπορούσε πιο δυνατά πάνω στο βούρκο. Τα καραβιδάκια που ένιωθαν την πίεση του βούρκου που πατιόταν πετάγονταν έξω από τις τρύπες τους και όπως πέρναγε η απόχη τα σάρωνε. Κάθε τόσο ο ψαράς έβγαζε την απόχη πάνω στη βάρκα που ήταν κάπου εκεί δίπλα, άδειαζε τα καραβιδάκια και ξανάρχιζε το ίδιο βιολί, μέχρι να μαζέψει όσα του χρειάζονταν ή να πέσει κάτω από την κούραση και το κρύο γιατί αυτή η δουλειά γινόταν ακόμη και με κρύο, όχι βέβαια όταν ο χειμώνας είχε προχωρήσει πολύ.
Στη λίμνη του Πόρτο Χελίου, όπου εγώ έβγαζα καραβιδάκι για ένα διάστημα στις αρχές της 10ετίας του 1980, τα πράγματα ήταν διαφορετικά.
Εκεί το χώμα είναι σκληρό, σαν αμμοχάλικο να φανταστείς, αλλά ο τόπος είναι πολύ ρηχός, μέχρι 0,5 μέτρο.
Τα εργαλεία που χρειάζονται είναι ένα πατόφτυαρο ειδικά ενισχυμένο για να αντέχει και μία απλή απόχη με μεγάλο άνοιγμα και ψιλό διχτάκι, για να μην φεύγουν τα καραβιδάκια.
Ο τρόπος για να το βγάλουμε όταν είμαστε δυο είναι ο ένας να χώνει στην άμμο το πατόφτυαρο και να το κουνάει μπρος πίσω για να πιέζονται τα καραβιδάκια (δεν είναι και τόσο εύκολο αυτό) και ο άλλος να γυρίζει την απόχη γύρω - γύρω από το σκάμμα για να συλλάβει τα καραβιδάκια που πετάγονται από τις τρύπες τους. Η όλη δουλειά γίνεται στα τυφλά γιατί το νερό θολώνει αμέσως. Αυτός που σκάβει αλλάζει συνεχώς σημείο και αυτός που αποχιάζει τον ακολουθεί. Κάθε τόσο βγάζουν την απόχη στη στεριά ή στη βάρκα και αδειάζουν τα καραβιδάκια που είναι συγκεντρωμένα στον πάτο της απόχης μαζί με μικρά καβουράκια και διάφορα μικρά όστρακα, και ξαναρχίζουν το ίδιο βιολί. Στην εποχή που σου ανέφερα για να βγάλεις 200-300 καραβιδάκια για να δολώσεις παραγάδι, ξόδευες περίπου μια ώρα. Το κάναμε όχι μόνο για οικονομία, αλλά και γιατί τότε δεν υπήρχε πουθενά εκεί κοντά καραβιδάκι για να αγο-ράσεις.
Σήμερα στο μέρος αυτό συνεχίζει να υπάρχει καραβιδάκι αλλά κανείς δεν ασχολείται να βγάλει. Κάποια εποχή, πριν περίπου 15-20 χρόνια, έβγαζαν εκεί καραβιδάκι οι Αλβανοί όταν πρωτοήρθαν στην Ελλάδα και ήσαν φτωχοί και πεινασμένοι. Μη έχοντας άλλη λύση όσοι ήξεραν κάτι για ψάρεμα έβγαζαν εκεί καραβιδάκι και ψάρευαν τσιπούρες και λαβράκια απέξω και έτσι μπόρεσαν να σταθούν στα πόδια τους. Σήμερα που και που βλέπω κάποιον να βγάζει μικροποσότητες ταυτόχρονα την ώρα που ψαρεύει εκεί δίπλα.
Εγώ είχα εφεύρει έναν τρόπο τότε για να βγάζω καραβιδάκι μόνος μου αφού δύσκολα εύρισκα παρέα στο ψάρεμα.
Πήγαινα σε αυτό το μέρος με τη βάρκα μου που τότε ήταν μια πλαστική 4,3 μέτρων με εσωλέμβια μηχανή, της έβαζα μια βαριά άγκυρα στο πίσω μέρος και έβαζα μπρος τη μηχανή με τέρμα το γκάζι και πρόσω την ρεβέρσα. Με αυτόν τον τρόπο τα απόνερα της προπέλας έσκαβαν πίσω από τη βάρκα σε μεγάλη έκταση (2-3 τετραγωνικά). Όπως καταλαβαίνεις τα καραβιδάκια που πετάγονταν ήταν πάρα πολλά και το μόνο που είχα να κάνω ήταν να τα μαζέψω. Για το σκοπό αυτόν είχα φτιάξει μια απόχη με στόμιο μήκους 1 μέτρο και πλάτους 0,5 μέτρο την οποία έστηνα πίσω από τη βάρκα σε απόσταση 1,5 - 2 μέτρα, σε τρόπο ώστε τα απόνερα να περνάνε μέσα της. Μετά από 10 περίπου λεπτά που δούλευε η μηχανή, έβγαζα την απόχη και συνήθως μέσα της γινόταν ο κακός χαμός από καραβιδάκια όλων των μεγεθών. Όλη η φασαρία ήταν να στήσεις τη βάρκα και την απόχη. Όλα τα υπόλοιπα γίνονταν μόνα τους.
Ένας άλλος τρόπος που βλέπω να κάνουν οι Αλβανοί σήμερα, είναι να χώνουν απότομα και με δύναμη στον βούρκο ένα ντενεκάκι, μια παλιά κονσέρβα ή κάτι παρόμοιο, οπότε τα καραβιδάκια πετάγονται από τις διπλανές τρύπες και τα πιάνουν με μια απόχη. Με αυτόν τον τρόπο πιάνουν μικροποσότητες για να ψαρέψουν πεταχτάρια με καλάμια ή χωρίς.
Στον Ωρωπό στον Ευβοϊκό το καραβιδάκι βρίσκεται σε βαθιά νερά, πάνω από 2 μέτρα και εκεί το πιάνουν ως εξής:
Έχουν κάτι τσουγκράνες με λίγα δόντια, αλλά μακριά περίπου 10 πόντους. Το ξύλινο κοντάρι της τσουγκράνας είναι πολύ μακρύ, σχεδόν 4μέτρα, όπως τα παλιά καμάκια. Πάνω από την τσουγκράνα δένουν ένα μεγάλο μολυβένιο βάρος και πίσω από αυτήν προσαρμόζουν μια ειδική απόχη. Το ψάρεμα για το καραβιδάκι γίνεται από τη βάρκα ως εξής:
Ο ψαράς πετάει την τσουγκράνα πίσω από τη βάρκα σε τρόπο ώστε στο χέρι του να έρθει η άκρη της. Τότε αυτή βυθίζεται γρήγορα και τα δόντια της χώνονται στο βυθό που είναι μαλακός. Τότε ο ψαράς αρχίζει να την σέρνει σιγά - σιγά πιέζοντάς την ταυτόχρονα ώστε να παραμένει χωμένη στο βυθό. Τα καραβιδάκια πετάγονται και η απόχη που ακολουθεί τα συλλαμβάνει. Πολύ επίπονη διαδικασία. Δεν ξέρω αν το κάνουν ακόμη εκεί. Εγώ το είδα πριν 25-30 χρόνια σε μια επίσκεψή μου στην περιοχή, όπου και παρατήρησα ότι οι περισσότερες ψαρόβαρκες είχαν πάνω τους τέτοιες τσουγκράνες, που σημαίνει ότι πολλοί το έκαναν αυτό.
Σήμερα απ’ όσο ξέρω το καραβιδάκι βγαίνει σε μεγάλες ποσότητες επαγγελματικά με τη χρήση δονητών που χώνονται στο έδαφος και τα καραβιδάκια πετάγονται κατά χιλιάδες, οπότε με κάποιου είδους εργαλεία που σέρνονται τα συλλαμβάνουν μαζικά. Οι δονητές είναι κάτι σαν κι αυτό που βάζουν για να χτυπάνε το μπετό όταν το ρίχνουν.
Κάτι άλλο που έχω ακούσει είναι ότι διοχετεύουν στον βούρκο αέρα με πίεση και κάνει την ίδια δουλειά με τον δονητή.
Τίποτα από αυτά δεν έχω δει με τα μάτια μου να γίνεται, γι’ αυτό δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν αυτά ισχύουν ή λέω απλώς βλακείες.
Προφανώς έχω πάψει να ασχολούμαι με το ... άθλημα και έχω γίνει από τους καλύτερους φίλους του Σάκη που είναι ο προμηθευτής μου στην Κόρινθο. Αγοράζω περίπου 30 - 50 χιλιάδες καραβιδάκια το χρόνο, τις περισσότερες φορές μαζικά, δηλαδή σε ποσότητες των 5.000 - 10.000 και κάθομαι και τα ξεχωρίζω σε μερίδες και τα βάζω στους καταψύκτες μου (έχω τρεις, δυο εδώ στην Παλλήνη που ζω και έναν στο Πόρτο Χέλι που ψαρεύω).
Το κόστος της 1000άδας έρχεται περίπου στα 15-20 ευρώ και το βρίσκω εξαιρετικά εφικτό και λογικό.
Βασίλη,
Αν με ξαναρωτήσεις τίποτα για το καραβιδάκι θα σου κόψω την ... καλημέρα.
Στα έγραψα ΟΛΑ! Για χάρη σου και για χάρη όλων των φίλων που μας παρακολουθούν στο psarema.gr.
Κοντά στον Βασιλη(κό) ποτίζονται κι οι γλάστρες! (Χαχαχα!).
Σε χαιρετώ