banner psaremagr

Αναμνήσεις από το μόλο

Αναμνήσεις από το μόλο, ψαρευτική αναδρομή από τον Κώστα Γιαννάκενα, κείμενο που δημοσιεύθηκε και στο περιοδικό THALASSA.

Αναμνήσεις από το μόλο

 

Η πρώτη μου επαφή με το ψάρεμα ήταν και η μοναδική φορά που είδα τον μακαρίτη τον πατέρα μου να ψαρεύει και για να είμαι ειλικρινής το μόνο που θυμάμαι ήταν το τεράστιο ψάρι που έφερε σέρνοντας στα βότσαλα της παραλίας. Θυμάμαι το όνομα λαβράκι και ότι ήταν πολύ μεγάλο (ή εγώ πολύ μικρός). Πρέπει να ήμουν τότε 5 χρονών αλλά ανακαλώ τη σκηνή στη μνήμη μου σα να ήταν μόλις χθες.

 

 

Ένας από τους βαρκάρηδες της εποχής (Από το αρχείο του φίλου και φωτογράφου Κοσμά Ανθόπουλου)

 

Τα επόμενα 15 χρόνια το ψάρεμα μου ήταν αυτό που έκανα σε ποτάμια και λίμνες παρέα με φίλους και τους πατεράδες τους όταν είχα την ευκαιρία. Έμαθα πολλά από τους ψαράδες αυτούς και κυρίως το τι είναι το ψάρεμα σαν άθλημα – ζύγισμα του ψαριού και πάλι πίσω στο νερό.

 

Η μεγάλη σχολή όμως με περίμενε στη Πάτρα όπου ήρθα σαν φοιτητής. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο είχα γνωρίσει όλα τα περήφανα γερατειά του μόλου και του λιμανιού και είχα υπογράψει το σιωπηλό συμβόλαιο να βλέπω, να μαθαίνω και να μη τους χαλάω την απόλαυση. Τα όσα έμαθα από τα γεροντάκια αυτά θα τα θυμάμαι πάντα όπως θα θυμάμαι και τα πρόσωπά τους. Τον Χρήστο τον Μονοκρούσσο με τα κάτασπρα μαλλιά και το παιδικό το βλέμμα να μου χαμογελάει και τον Μάκη τον Κεφαλλονίτη να τραγουδάει «ήρθε η ώρα γι’ άρμεγμα» όταν έφτανε η ώρα να φύγει. Μαζί με το Κυρ Σπύρο τον μπαρμπέρη που μας έμεινε από ανακοπή όταν έβγαλε τον λάβρακα που χρόνια κυνηγούσε σίγουρα μαζί θα ψαρεύουν σε κάποια άλλη όχθη.

 

Πρώτος ο Μάκης μου είχε δείξει να ψαρεύω τα λαβράκια με «πουλί» όπως λένε εδώ τη μεγάλη ζωντανή γαρίδα πάνω σε εικοσάρα μάνα της εποχής που την έκοβες ακόμα και με ένα άγριο βλέμμα. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ το πως φιλετάριζε ο Χρήστος τη σαρδέλα με το ξυραφάκι χωρίς καν να κοιτάει. Όλα αυτά τα γεροντάκια με δέχτηκαν στη παρέα τους όπου δύσκολα εισχωρούσε κανείς και λες και το ‘χαν τάμα φρόντισαν να μου μάθουν ότι τους είχε εκμυστηρευτεί η θάλασσα με τις εμπειρίες μιας ζωής. Έμαθα τους κόμπους και τις αρματωσιές μαζί και τοπικές πατέντες και ιδιοκατασκευές που δεν έχω δει σε κανένα άλλο μέρος. Έμαθα να φτιάχνω μόνος μου «τσίτες» από σπασμένα ελάσματα της Πειραϊκής-Πατραϊκής και πολλές «μυστικές συνταγές» για μαλάγρες που μου τις μαρτυρούσαν στα κρυφά για να μη τις ακούσουν οι άλλοι της παρέας.

 

Υπήρχαν κάποιες στιγμές που πραγματικά καταλάβαινα ότι τα γερόντια με είχαν υιοθετήσει σαν μόνιμο μέλος της παρέας. Όταν με κέρναγαν μισό τσιγάρο σέρτικο από το πακέτο του συνταξιούχου τότε καταλάβαινα πολλά. Κι εγώ όμως δεν τους άφησα παραπονεμένους... θυμάμαι που κατέβηκα στο μόλο με μεζεδάκια και καραφάκια για να γιορτάσω την ονομαστική μου «με τους φίλους μου» και ήταν μεγάλη η συγκίνηση που ακολούθησε.

 

Δεν ήταν άνθρωποι των γραμμάτων αλλά σαν δάσκαλους δεν έχω δει καλύτερους. Όλοι ψαρεύανε με ρόδες ή και από τα καρουλάκια όπως ήταν από το μαγαζί της Πατρούλας. Αγκιστράκια καφετιά το στάνταρτ στις αρματωσιές από αυτά που οι σημερινοί ονομάζουν 1144 για να εντυπωσιάσουν με τη γνώση τους αρχάριους. Υπήρχανε και τα τσιπουρήσια τα παπαγαλέ αλλά πιο συχνά τα έβλεπε κανείς σε πολυάγκιστρο παρά σε πεταχτάρι. Πέρασαν τα χρόνια και νοσταλγώ τις εποχές εκείνες. Γελάω κρυφά με το που ακούω νέους ψαράδες να δηλώνουν ότι ψαρεύουν με λεπτές εννοώντας 28 και 30 νούμερο μάνες. Και τότε τα λαβράκια και τα κεφάλια άνω του κιλού με 24άρες και 26άρες τα βγάζανε τα γερόντια αλλά μιλάμε για πετονιές του τότε με λιγότερες από τις μισές αντοχές των σημερινών. Τότε το να έχει κανείς καμμια «χελώνα» ήταν πραγματικά κάτι το σπουδαίο που έδινε άλλο κύρος στον κάτοχό της. Μιλάω για τις γαλλικές Water Queen που ήταν οι μόνες που ξεχωρίζανε από το πλήθος των Perlon, των Luxor και των Nylon που ήταν οι κλασσικές μας πετονιές και στοίχιζαν το ένα πέμπτο της τιμής μιας «χελώνας» που μπορεί να έφτανε και τα δυο κατοστάρικα τότε με 12δρχ το πακέτο το Sante το άφιλτρο. Γι αυτό και λίγοι τις είχανε και μόνο για «καλά ψάρια».

 

Ενδιαφέρον είχαν και τα βαρίδια που χρησιμοποιούσαν οι παππούδες. Κλασσικές καμπάνες και ελιές για συρταρέλλα αλλά δεν λέγανε και όχι σε κανένα παλιό μπουζί ή κανένα σκουριασμένο παξιμάδι. Κάτι το οποίο είχα δει τότε το χρησιμοποιώ ακόμα και σήμερα επειδή δουλεύει καλά και δεν είναι άλλο από την πρόκα αντί για βαριδάκι μικρό, ειδικά σε βράχια για σαργούς. Αρματωσιά με μονό ή διπλαράκι και κάτω η πρόκα αντί για καμπανούλα να γλιστράει και να φεύγει αν σκάλωνε. Μιλώντας για σαργούς, ένας τρόπος υπήρχε τότε να τους ψαρέψουμε. Το αγκίστρι πάνω στη μάνα και στους 50-60 πόντους ένα δαγκωτό ψιλό. Δόλωμα με μαμούνι και πέταγμα όσο πήγαινε πιο μακριά.

 

Αγαπημένο δόλωμα η ζωντανή γαρίδα που βγάζαμε στα βράχια και στο μουράγιο το βράδυ με φακό και απόχη. Μέσα στο δοχείο (με τρύπες για να παίρνουν οξυγόνο) οι γαρίδες και βούλιαγμα στο νερό δίπλα μας. Όταν δεν υπήρχαν άλλα δολώματα στην αγορά λόγω καιρού ή άλλων προβλημάτων τότε δουλεύανε και οι «γαριδολόγοι» μας – απόχες από τούλι ή και από σακί με ένα οριζόντιο καλάμι να σχηματίζει «Θ» με το στεφάνι και πάνω στο καλάμι μια σαρδέλα δεμένη. Το στεφάνι λυγισμένο στις 90 μοίρες με το μακρύ καλάμι ή το παλιό σκουπόξυλο σαν κουτάλα και το όλο σύστημα σε μια τρύπα στα βράχια. Πηγαίνανε οι γαρίδες στη σαρδέλα και μασουλάγανε. Σήκωνες απότομα την απόχη κατά διαστήματα και μάζευες τις γαρίδες που είχαν πιαστεί.

 

Το κυριότερο βέβαια δόλωμα ήταν η σαρδέλα που είτε την αγοράζαμε είτε την μαζεύαμε με τις απόχες μας όταν τινάζανε τα δίχτυα τους τα καΐκια στην ιχθυόσκαλα. Η σαρδέλα ήταν το δόλωμα για όλα σχεδόν τα ψαρέματά μας. Ολόκληρη, μισοσάρδελο ή ολόπλευρα φιλέτα για λαβράκια. Φιλετάκια για τους κέφαλους, τάκος στο πεταχτάρι για τσιπούρες και «τζούρες» για γόπες, σπάρους και άλλα μικρά.

 

Πρακτικά αυτό ήταν το δόλωμά μας, η ταπεινή σαρδέλα (ή ο γαύρος αν δεν βρίσκαμε σαρδέλα). Μοναδικές μας «απιστίες» σε αυτή την επιλογή είχαν σχέση με το επιθυμητό θήραμα οπότε κάποιες φορές χρησιμοποιούσαμε και το μαμούνι ή το «κόκκινο το Σαλονικιό». Το τελευταίο ήταν το κυριότερο από τα αγοραστά δολώματα τότε, ένα σκουλήκι που όπως δήλωνε και το όνομά του μας ερχόταν από την συμπρωτεύουσα και που όπως έμαθα (πρόσφατα μάλιστα) το έφερνε ο σύζυγος της Πατρούλας από τη Θεσσαλονίκη κάνοντας ο ίδιος τα δρομολόγια και προμηθεύοντας τα 2-3 δολωματάδικα της Πάτρας. Υπήρχε βέβαια και το μαύρο αλλά ήταν ακριβό για τους περισσότερους από μας και το χρησιμοποιούσαν μόνο κάποιοι μερακλήδες που το σήκωνε η τσέπη τους. Θα ήταν παράληψη να μην αναφέρω και τα άλλα δύο δολώματα που συμπλήρωναν τις πιθανές μας επιλογές, τα ζυμάρια και το χορτάρι που μαζεύαμε από τα βράχια για να ψαρέψουμε τις χορτοφάγες σάλπες και τα μυτάκια. Φυσικά για τις σάλπες υπήρχαν και οι γνώστες που τις ψάρευαν με ντομάτα ή με ρόγες από σταφύλι αλλά οι περισσότεροι βασίζονταν στο ζυμαράκι και το χορταράκι. Και τέλος υπήρχε και το ψωμάκι του Θεού που έκανε κι αυτό τα θαύματά του σε πολυάγκιστρα αφρωτά τους ζεστούς μήνες και πατωτά για τις μεγάλες μπάφες στα κρύα του χειμώνα. Θυμάμαι ένα βράδυ που ξέμεινα από κάθε λογής δόλωμα πριν χορτάσω το ψάρεμα μου. Δίπλα από το λιμάνι, στο περίπτερο του σταθμού αγόρασα ένα τσουρέκι και το έπλασα σαν ζύμη. Μια σάλπα κιλίσια και ένας κέφαλος ενάμιση κιλό με πατατούλες στόλιζαν το ταψί που πήγα για ψήσιμο στο φούρνο της γειτονιάς το επόμενο πρωί.

 

Αποφασίσαμε κάποια στιγμή με τον φίλο και συμφοιτητή τον Κίμωνα που είχαμε γίνει πλέον από τα ποιο γνωστά ψαρευτικά ζευγάρια του λιμανιού να συνδυάσουμε το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Για ένα ολόκληρο καλοκαίρι λοιπόν κάναμε διακοπές στη Πάτρα. Κάθε απόγευμα με τη τελευταία βάρκα περνούσαμε απέναντι στον κυματοθραύστη του λιμανιού για ξενύχτι ψάρεμα. Το ίδιο το πέρασμα είχε την δικιά του περιπέτεια αφού τις βάρκες τις είχαν κάποια γεροντάκια ιδιαίτερα γραφικά που πάντα θα τους θυμάμαι. Ήταν ο κυρ Σπύρος που από τα χρόνια δεν έβλεπε πλέον τη μύτη του και βασιζόταν στους επιβάτες που μετέφερε για να του ορίσουν κατεύθυνση αλλιώς έφτανε μεν στο κυματοθραύστη αλλά μετά χάραζε παράλληλη πορεία μέχρι να εντοπίσει τον μικρό σκαλάκι όπου μπορούσε να δέσει. Κάποια στιγμή το σκαλάκι το ασβεστώσαμε ώστε να μπορεί να το εντοπίζει πιο εύκολά. Μετά ήταν και ο Γαβρίλης με τη γυναίκα του... γνωστή ως «Γαβρίλενα». Πάντα μαζί στη βάρκα και η κυρά για να προσέχει το Γαβρίλη ο οποίος είχε τη καρδιά του και δεν έπρεπε να κουράζεται αλλά η σύνταξη δεν επαρκούσε οπότε ας ήταν καλά η βαρκούλα. Μετά ήταν ο Πάνος που ξεχώριζε από το γεγονός ότι είχε και τέντα στη βάρκα του. Ευτυχώς δηλαδή γιατί ο Πάνος το τράβαγε το κρασάκι του και αμά ήταν να τον βαράει και ο ήλιος θα έτρεχε και δεν θάφτανε το λιμενικό κάθε μεσημέρι. Τέλος ήταν ο Ντίνος που συνόδευε το κάθε τι που έλεγε με ένα πραγματικά εκπληκτικό υβρεολόγιο, το πιο δημιουργικό που είχα ακούσει. Γνήσιος καλλιτέχνης σε μια αμφισβητούμενη τέχνη.

 

Με το Κίμωνα λοιπόν ξενυχτάγαμε κάθε βράδυ στο κυματοθραύστη ψαρεύοντας σαργούς, μελανούρια και ότι άλλο καλό είχε να μας δώσει η «Κυρά». Από εφόδια ήμασταν πάντα κομπλέ – ένας φελιζόλ «μπόμπος» με νερό, ένα κουτάκι καφέ, το βαζάκι με τη ζάχαρη, κάμποσα πακέτα τσιγάρα και φυσικά τα δολώματά μας. Που καλάμια και τέτοια πράματα.. τα μόνα που είχαμε δει ήταν τα τρίσπαστα κινέζικα από μπαμπού που κυκλοφορούσαν και τα άλλα με μηχανισμούς μόνο σε φωτογραφίες. Πετονιές ψαρεύαμε κατευθείαν από το καρουλάκι τους ή τυλιγμένες σε ρόδα ή σε κομμάτι φελλού. Με τη πρώτη ή τη δεύτερη βάρκα το πρωί επιστρέφαμε πάλι στο μόλο και αφού γυαλίζαμε από ένα πιάτο «απ’ όλα» στο σαντουϊτσάδικο του Ρήγα πηγαίναμε να δώσουμε τα ψάρια στους τακτικούς πελάτες μας: στο Νίκο το περιπτερά, το Θύμιο με το ποδηλατάδικο, που έπαιρνε συνήθως και όλα τα περκόχανα για κακαβιά για τα παιδιά του και τον Κώστα που είχε το τοστάδικο. Που και που υπήρχαν και άλλοι αλλά αυτοί οι τρεις μας έπαιρναν γενικά ότι είχαμε πιάσει. Σπίτι μετά για ύπνο και το απόγευμα στο οινομαγειρείο του Μπάρμπα-Γιώργη του Σπαλιάρα για να απολαύσουμε το μαγείρεμα της Κυρά Ασπασίας που θα μας στύλωνε για το ξενύχτι. Η τελευταία στάση ήταν φυσικά η Πατρούλα όπου συμπληρώναμε τις τυχόν ελλείψεις που είχαν προκύψει το προηγούμενο βράδυ σε αγκίστρια, βαρίδια και πού και πού καμιά πετονιά και παίρνοντας και τα δολώματα που μας είχε φυλάξει τραβάγαμε πάλι για το λιμάνι για να προλάβουμε τη τελευταία βάρκα για κυματοθραύστη. Μόνο όταν ο αέρας δεν μας το επέτρεπε μέναμε στο λιμάνι. Εκεί «αναγκαστικά» ψαρεύαμε κεφάλια τα οποία τα δίναμε πρωί-πρωί στα εστιατόρια κοντά στο λιμάνι. Ήταν ένα καλοκαίρι που θα το θυμάμαι πάντα, περάσαμε υπέροχα (αφού ψαρεύαμε συνέχεια) και δεν χρειαστήκαμε ούτε φράγκο από τους δικούς μας. Βγάζαμε αρκετά για τσιγάρα, δολώματα και φαγητό και μας έμειναν και κάτι ψιλά. Ανέμελα τα χρόνια εκείνα χωρίς τη παραμικρή ένδειξη του τι έμελλε να βρούμε μπροστά μας – και ίσως γι’ αυτό και άξιζαν την κάθε τους στιγμή.

 

Κοιτάζω κάποιες φορές τις διάφορες εργαλειοθήκες που έχω τώρα και απορώ. Άλλη για τα σύνεργα του εγγλέζικου, άλλη για spinning με τεχνητά, άλλη για τα απαραίτητα του casting και πάει λέγοντας. Τις κοιτάζω και θυμάμαι όταν όλα τα ψαρευτικά μου εργαλεία χωρούσαν σε ένα μικρό στρατιωτικό σακίδιο που είχα βρει στο Μοναστηράκι. Χωρούσε μέσα το κουτί από Νεσκαφέ με τα βαρίδια, το κουτάκι με τα χύμα αγκιστράκια μου και τα καρουλάκια των πετονιών μου. Ένας πλακέ φακός και ένα μαχαίρι τυλιγμένο στο πατσαβούρι για τα χέρια συμπλήρωνε τον εξοπλισμό μου. Αργότερα έφτιαξα και ένα κασελάκι ξύλινο που το χρησιμοποιούσα και για να κάθομαι το οποίο είχε πολύ πλάκα. Περασμένο στον ώμο από το λουρί όπως το κουβάλαγα έμοιαζα περισσότερο με λούστρος παρά με ψαράς αλλά τη δουλειά του την έκανε με το παραπάνω και για πολλά χρόνια.

 

Μια ψαριά που θα θυμάμαι πάντα από τα χρόνια εκείνα ήταν όταν με τον Κίμωνα αποφασίσαμε να ψαρέψουμε για ροφούς στον κυματοθραύστη. Λεφτά για σύρματα και χοντρές πετονιές δεν υπήρχαν αλλά με λίγη σκέψη βρήκαμε τη λύση. Αγοράσαμε θυμάμαι 13 αγκίστρια από αυτά που βάζανε στα ξιφοπαράγαδα και αντί για σύρμα βάλαμε... συρματόσχοινα από παλιές ντίζες ποδηλάτων από το συνεργείο του Ιωάννου γύρω από τη γωνία. Όσο για χοντρές πετονιές... σπαρτσίνα, νάιλον σχοινί από αυτό που απλώναμε τα ρούχα. Με ένα κιλό σαφρίδια είμαστε πλέον έτοιμοι για την εξόρμηση μας. Με ένα μακρύ καλάμι ψάχναμε για τρύπες ανάμεσα στα βράχια του κυματοθραύστη που να κατέβαιναν σε βάθος και εκεί ρίχναμε τις «ροφοπετονιές» μας δολωμένες με ολόκληρα σαφρίδια που κατέβαιναν βοηθούμενα από το βάρος από τα παλιά παξιμάδια που είχαμε μαζέψει από το μηχανοστάσιο του ΟΣΕ. Το νάιλον σχοινί που περίσσευε το δέναμε καλά στα βράχια.

 

Στην τελευταία πετονιά έγινε κάτι περίεργο. Μόλις είχα δέσει το σχοινί σε ένα χοντρό κλαρί που είχα βρει και που κρατούσε τη «πετονιά» σαν μαγκάνι πάνω από τη τρύπα. Το υπόλοιπο σχοινί ήταν δεμένο σ’ ένα βράχο και πήγαινα να φύγω όταν κουνήθηκε η πλατιά πέτρα όπου πατούσα. Το πέρασα για σεισμό και φώναξα στον Κίμωνα ο οποίος απάντησε ότι πρέπει να κόψω μάλλον τους καφέδες. Πριν προλάβω να απαντήσω, η πέτρα τραντάχτηκε και πάλι και γυρίζοντας ...κατάλαβα. Κάτι τραβούσε τη σχοινί με τέτοια δύναμη που το κλαρί κουνούσε την πέτρα όπου στηριζότανε! Πιάνω το σχοινί... τίποτα. Εκεί που αναρωτιόμουν τι είχε συμβεί τραβάει απότομα το σχοινί και με ρίχνει στα βράχια. Τρέχει και ο Κίμωνας από τις φωνές μου και προσπαθούμε να σηκώσουμε το άγνωστο τέρας που είναι πιασμένο στην άλλη άκρη. Για περίπου 20 λεπτά γινόταν μια περίεργη μάχη, το φέρναμε καμμια δεκαριά πόντους και αυτό ξαναφρακάριζε. Είπαμε τότε να το αφήσουμε για λίγο να «σκάσει» και ανάψαμε τσιγάρο. Ξαφνικά όμως δίνει ένα τράβηγμα και το σπάσιμο του σχοινιού ακούστηκε σα πιστολιά μέσα στη νύχτα. Αυτό ήταν το τέλος της μάχης μας. Το καλό ήταν ότι βγάλαμε τελικά ένα ροφό 4,5 κιλά σε άλλη τρύπα και αρκετά μουγγριά με το μεγαλύτερο να ζυγίζει 5 κιλά. Το τι είχαμε χάσει το μάθαμε την άλλη μέρα το πρωί όταν είδαμε τη γνώριμη φιγούρα το Λάζαρου του ψαροντουφεκά να μας χαιρετάει. Του κάναμε σήμα και αφού του είπαμε την ιστορία του δείξαμε και το σημείο. Για να μη τα πολυλέμε, βουτάει ο Λάζαρος στη περιοχή που του είπαμε και περίπου μια ώρα αργότερα μας φωνάζει να πάμε προς το μέρος του. Η απορία μας είχε λυθεί αφού ο ροφός των 17 κιλών είχε ακόμα τη ντίζα και το αγκίστρι μας στο στόμα του! Εδώ όμως έγινε και κάτι άλλο που ήταν για μένα πιο σημαντικό αλλά και ενδεικτικό της αδελφοσύνης που υπήρχε τότε μεταξύ των γνωστών ψαράδων. Ο Λάζαρος επέμενε να μας δώσει τουλάχιστον το μισό ψάρι! Άλλες εποχές, άλλες νοοτροπίες...

 

Λίγες μέρες αργότερα συναντήσαμε πάλι τον Λάζαρο στη βαρκούλα. Εμείς φεύγαμε και αυτός ερχόταν για να βουτήξει. Σχολίασα θυμάμαι ότι είχε πολύ θολούρα εκείνη την ημέρα και αυτός μας απάντησε ότι «στη θολούρα χτυπάς τα μεγάλα ψάρια». Πιθανώς να είχε δίκιο γιατί όταν τον έβγαλε η θάλασσα στη Τερψιθέα τρεις μέρες αργότερα είχε τα σημάδια από τη μισινέζα του ντουφεκιού του στα πόδια. Κάποιο μεγάλο φαίνεται ότι τον είχε τραβήξει κάτω. Ήταν τότε ο καλύτερος της περιοχής...

 

Πολλές οι αναμνήσεις από εκείνα τα χρόνια, αναμνήσεις καλές ή κακές αλλά πάντα αναπόσπαστα κομμάτια της ζωής μου. Η διαδρομή μέχρι το σήμερα μακρινή αλλά πλούσια από εμπειρίες που διαμορφώσανε τις απόψεις μου.

 

Είχα την τύχη να μάθω το ψάρεμα από ανθρώπους που το αγαπούσαν αληθινά και αφού με «όποιο δάσκαλο καθίσεις....». Πέρασαν τα χρόνια και έχασα τα γεροντάκια μου αλλά ελαφρύ νάναι το χώμα που σκεπάζει τους μέντορες. Θα τους θυμάμαι πάντα.

 

Κώστας Γιαννάκενας (NucDoc)

 


ΣΗΜ: Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στο περιοδικό THALASSA (Τεύχος 45, Σεπτέμβριος 2005)

 

Σημείωση: Τα άρθρα που δημοσιεύουν τα μέλη του psarema.gr είναι υπεύθυνα για το περιεχόμενό τους και τυχών αντιγραφή του από άλλες πηγές άγνωστες σε εμάς εφόσον δεν αναφέρονται από τον συγγραφέα του άρθρου. "Το psarema.gr ΔΕΝ ΦΕΡΕΙ ΚΑΜΜΙΑ ΕΥΘΥΝΗ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗΣ"

 


banner psaremagr

© 2004 - 2019 All Rights Reserved. | Φιλοξενία & Κατασκευή HostPlus LTD

hostplus 35

No Internet Connection