Η χρυσοφρύδα των ελληνικών θαλασσών αποτελεί εδώ και αιώνες ένα από τα δημοφιλέστερα ψάρια των ερασιτεχνών ή επαγγελματιών αλιέων. Η συμπεριφορά, οι συνήθειες και οι τρόποι ψαρέματός της έχουν καταγραφεί σε αμέτρητα κείμενα, χωρίς ωστόσο να επηρεαστεί στο ελάχιστο η γραφικότητα και το πέπλο μυστηρίου, που συχνά περιβάλλουν την υποθαλάσσια ζωή της.
Κάθε ερασιτέχνης ψαράς ανάμεσα στα προσφιλή θαλάσσια θηράματά του είναι βέβαιο ότι διατηρεί μία εξέχουσα θέση για την τσιπούρα, η οποία για τον ίδιο αποτελεί μία σημαντικότατη πρόκληση καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου.
Οι τσιπούρες που επισκέπτονται τις ελληνικές ακτές κοπαδιαστά δημιουργούν ένα ουσιαστικό κίνητρο, αλλά κι ένα σπουδαίο αλιευτικό στόχο, καθώς το ψάρεμά τους είναι αρκετά δύσκολο, συναρπαστικό και πολύπλοκο.
Η τσιπούρα δεν ψαρεύεται άλλωστε με τον ίδιο τρόπο, αφού δίνει τη δυνατότητα σε κάθε επίδοξο αναζητητή να αναμετρηθεί μαζί της από τη στεριά με τις ορμιές (κοινά πεταχτάρια και surfeasting), στο υποβρύχιο ψάρεμα με το ψαροντούφεκο, αλλά κι από τη βάρκα με αυτοσχέδιες καθετές και παραγάδια.
Δύσκολος στόχος
Οποιο τέχνασμα κι αν επιχειρηθεί, η χρυσοφρύδα θα παραμείνει ένας ιδιαίτερα δύσκολος στόχος. Δύσκολα ο ερασιτέχνης θα ξεπεράσει το εμπόδιο της επιφυλακτικότητας του ψαριού, τη δύναμή της και τους περίτεχνους τρόπους διαφυγής της ακόμη κι αν το αγκίστρι την έχει παγιδέψει σε κάποιο παράμαλλο. Τα δυνατά σαγόνια και τα κοφτερά δόντια της πολύ συχνά αποδεικνύονται αποτελεσματικότατα όπλα, ώστε να σπάει τις πετονιές, να λυγίζει αγκίστρια ή ακόμη και να θυσιάζει τα χείλη της ξεσχίζοντάς τα για να δραπετεύσει. Η μαχητικότητά της είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, που προκαλεί το ενδιαφέρον των ψαράδων οι οποίοι με τη σειρά τους σκαρφίζονται ολοένα και νέες μεθόδους ή τεχνικές, ώστε να αντιπαλέψουν τα αμυντικά όπλα της τσιπούρας. Εάν τελικά το κατορθώσουν, τότε δικαίως αισθάνονται υπερηφάνεια, επειδή υπερίσχυσαν απέναντι σ' ένα θήραμα αξιοζήλευτο, ικανό και αδιαμφισβήτητα πολυπόθητο.
Οι τεχνικές
Η τσιπούρα ψαρεύεται από την ακτή με πεταχτάρια, διπλά παράμαλλα ή μονάγκιστρα με αυτοφερόμενο βαρίδι. Οι ιδανικότερες ώρες είναι το πρωί και το σούρουπο, αν κι αυτό έχει πολλές φορές αποδειχτεί μύθος, καθώς έχουν ψαρευτεί αξιόλογες σε μέγεθος τσιπούρες σε διαφορετικές ώρες τόσο την ημέρα όσο και κατά τη διάρκεια της νύχτας. Στους αμμουδερούς βυθούς οι χρυσοφρύδες αναζητούν σκουλίκια, γόνο μικρών ψαριών και μαλάκιων, ενώ δεν χαρίζονται σε μικρά ή μεσαία οστρακοειδή, τα οποία συνθλίβουν με τα δυνατά σαγόνια τους. Τέτοια δολώματα θεωρούνται και τα αποδοτικότερα για να περαστούν στ' αγκίστρι.
Ωστόσο, το ψάρεμα από την ακτή απαιτεί υπομονή και αρκετά μπόσικα στην πετονιά, ώστε να μην υποψιαστεί το ψάρι τον ελλοχεύοντα κίνδυνο κι απομακρυνθεί από το δόλωμα.
Από τη βάρκα η μέθοδος της καθετής χαρακτηρίζεται ακόμη δυσκολότερος τρόπος, μια που οι συναντήσεις με την τσιπούρα λόγω των συνθηκών που συνήθως επικρατούν είναι πολύ σπάνιες. Αντίθετα, το παραγάδι είναι η πλέον ασφαλής τεχνική, με την οποία σου δίνεται η δυνατότητα να βάλεις στην απόχη μερικές τσιπούρες. Η απόχη είναι το επιβεβλημένο μέσος για να ανασυρθεί μια φρεσκοπιασμένη τσιπούρα, διότι όσο το ψάρι ανεβαίνει προς την επιφάνεια εντείνονται καιι οι προσπάθειες από την πλευρά του για ν' απαγκιστρωθεί. Δεν είναι άλλωστε λίγοι εκείνοι που θυμούνται με δυσάρεστα συναισθήματα τη δραπέτευση ψαριών επειδή πίστεψαν ότι η απόψη είναι περιττή ή χάσιμο χρόνου, εκτιμώντας λαθεμένα πως «έχουν το ψάρι στο χέρι...».
Eιδικά αγκίστρια
Στο παραγάδι αλλά και στα πεταχτάρια χρησιμοποιούμε ειδικά αγκίστρια κοντόλαιμα με ανοιχτό αρπάδι, τα οποία φέρουν και τη χαρακτηριστική ονομασία «τσιπουράγκιστρα». Η ζόκα, μια παλαιά και ιδιαίτερα αποδοτική τεχνική τείνει να εγκαταλειφθεί. Τα σύγχρονα μέσα και οι ποικιλίες των προσφερόμενων δολωμάτων έχουν εκμοντερνίσει την ερασιτεχνική αλιεία, αλλοιώνοντας δυστυχώς την παραδοσιακή γραφικότητα του ψαρέματος, που είναι άρρηκτα δεμένη με την αιγαιοπελαγίτικη κουλτούρα των ψαράδων μας.
Το κείμενο είναι του Aπόστολου Aντωνάκη απο τον Ελευθερο Τύπο