Ας συνεχίσουμε λοιπόν την ιστορία για να περάσουμε και την ώρα που μας περισσεύει από το ψάρεμα ευχάριστα και ταυτόχρονα να μάθουμε και κάτι, αγαπητέ miltosz.
Στις αρχές της 10ετίας του 1980 ένας εκδοτικός οίκος της Αθήνας (Φυτράκης) έκανε την εξής «καινοτομία» (μαγκιά λέω εγώ). Ανακοίνωσε με διάφορους τρόπους ότι θα πραγματοποιήσει κάποιου είδους διαγωνισμό μεταξύ ... νοικοκυρών, ως εξής:
Όσες νοικοκυρές επιθυμούσαν, μπορούσαν να στείλουν στα γραφεία του εκδοτικού οίκου κορυφαίες παραδοσιακές συνταγές μαγειρικής του τόπου καταγωγής ή κατοικίας τους, οι οποίες θα συνοδεύονταν και από φωτογραφία των «πιάτων» που θα δημιουργούσαν οι αυτοσχέδιοι «σεφ» και έναντι αυτών θα ελάμβαναν ως δώρο κάποια συλλογή βιβλίων από το απόθεμα της εταιρείας (δηλαδή από αυτά που προόριζε για πολτοποίηση).
Χωρίς να μπούμε σε περισσότερες λεπτομέρειες, να πάμε κατευθείαν στο τέλος της ιστορίας, όπου βρίσκεται και το ... ζουμί.
Πάρα πολλές νοικοκυρές έστειλαν τις συνταγές τους και μέσα από αυτή την τεράστια συλλογή η εταιρεία έκανε επιλογή και δημιούργησε μια μεγαλειώδη έγχρωμη και πολυτελή έκδοση με συνταγές παραδοσιακής μαγειρικής (κυρίως πίτες) η οποία άφησε εποχή (και φυσικά και κέρδη στην εταιρεία).
Το καλό της υπόθεσης ήταν ότι η κάθε συνταγή ήταν επώνυμη, δηλαδή στη θέση που δημοσιευόταν έφερε την υπογραφή (ονοματεπώνυμο) και τον τόπο κατοικίας του / της διαθέτη /δημιουργού.
Όλη αυτή η υπόθεση είχε όμως και ένα σπουδαίο (κατά τη γνώμη μου θετικό) αποτέλεσμα. Ο συνεχής ανταγωνισμός της αγοράς δημιούργησε στη συνέχεια έναν κατακλυσμό ανάλογων εκδόσεων, ο οποίος είχε ευεργετικά αποτελέσματα στο σύνολο της εδεσματολογίας, που όπως γνωρίζεις συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, με τις εκπομπές μαγειρικής και τα χίλια - δυο σχετικά που βλέπουμε καθημερινά.
Και ένα ακόμη, ήταν ότι οι ανά την Ελλάδα νοικοκυρές αισθάνθηκαν φυσικά υπερήφανες βλέποντας τα ονόματά τους να φιγουράρουν φαρδιά - πλατιά σε μια τόσο αξιόλογη εκδοτική δουλειά.
Τελειώνοντας αυτή την ιστορία, ας έρθουμε τώρα στη δική μας περίπτωση, για να δούμε τις αντιστοιχίες και να πιθανολογήσουμε τις όποιες μελλοντικές εξελίξεις:
Κατ’ αρχήν είναι πανεύκολα φανερό νομίζω, ότι η αντίστοιχη με τις νοικοκυρές τάξη που εδώ καλείται να κάνει τη δουλειά είναι οι ερασιτέχνες ψαράδες και μάλιστα αυτοί που κατέχουν και χρησιμοποιούν με πληρότητα την προηγμένη τεχνολογία, εν προκειμένω δηλαδή τα τελευταίας γενιάς ψηφιακά βυθόμετρα τα οποία τα έχουν ήδη χρυσοπληρώσει.
Στη συνέχεια θα πρέπει μάλλον να πιθανολογήσουμε ποια είναι η ανάγκη / κίνητρο που οδηγεί στη σκέψη να πραγματοποιηθεί ένα τέτοιο εγχείρημα (δηλαδή η λεπτομερής καταγραφή των βυθών. Στην περίπτωση των συνταγών το κίνητρο ήταν φυσικά αποκλειστικά το κέρδος του εκδότη).
Κατά τη γνώμη μου συμβαίνει το εξής (δεν το γνωρίζω, απλά το πιθανολογώ):
Οι βυθομετρικοί χάρτες που κυκλοφορούν στο εμπόριο, είτε σε τυπωμένη έκδοση, είτε σε ψηφιακή, έχουν κατασκευαστεί στην μεγάλη τους πλειοψηφία περίπου τη δεκαετία του 1950, δηλαδή την εποχή που λόγω παγκοσμίου πολέμου έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα ηχοβολιστικά σόναρ. Η κατασκευή τους βέβαια είχε ως αποκλειστικό στόχο να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της ναυσιπλοΐας και όχι φυσικά της αλιείας, πολύ δε περισσότερο της ερασιτεχνικής, γιατί εκείνες τις εποχές δεν είχες καθόλου ανάγκη κάτι τέτοιο για να πιάσεις ψάρια, αφού αυτά υπήρχαν σχεδόν παντού. Με απλά πεταχτάρια από τη στεριά, σε θάλασσες όπως αυτή του Σκαραμαγκά, όπου σήμερα δεν κυκλοφορεί ούτε σπάρος, έπιανες δίκιλες τσιπούρες. Αυτός ήταν και ο λόγος που τα αλιεύματα γενικώς μέχρι πρότινος ήσαν πάμφθηνα και θεωρούνταν ευτελής τροφή κυρίως για τους φτωχούς.
Όπως όλοι, και ιδιαίτερα εμείς οι ερασιτέχνες ψαράδες γνωρίζουμε καλά, η διατροφική κλίμακα αξιών σταδιακά άλλαξε με αποτέλεσμα σήμερα να μπορείς εύκολα να ανταλλάξεις έναν σαργό του κιλού με τρία (τουλάχιστον) κιλά χοιρινές μπριζόλες καλής ποιότητας που λίγο πριν τις τρώγαμε μόνο μια φορά το μήνα και πάντα Κυριακή!
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα όμως σταδιακά οι σαργοί (και όχι μόνο αυτοί όπως γνωρίζεις) να γίνουν εξαιρετικά δυσεύρετοι και άρα περιζήτητοι, γιατί όλες οι κοσμικές ελίτ αρέσκονται να τρέφονται με το ... δυσεύρετο και όχι με αυτό που μπορεί να τρώει καθημερινά ο καθένας κι ας είναι θρεπτικότερο.
Έτσι άρχισε το ανηλεές κυνήγι του σαργού (και όχι μόνο) το οποίο εκτός του ότι έφερε στον τόπο μας όλα αυτά τα εξαιρετικά εξεζητημένα (και πανάκριβα) είδη αλιείας, που εγώ ως αρχαιότερος τα βλέπω και κουφαίνομαι, δημιούργησε και την ανάγκη κατασκευής ενός άλλου είδους λεπτομερέστερων βυθομετρικών χαρτών, για την αλιεία αυτή τη φορά και όχι πλέον για την ναυσιπλοΐα.
Πιστεύω ότι αυτός που το πρωτοσκέφτηκε αυτό, λίγο μετά πρέπει να διαπίστωσε πόσο δύσκολο (και επομένως και πολυδάπανο) τεχνικά θα ήταν ένα τέτοιο εγχείρημα, αν υπολογίσει κανείς τις τόσες διαδρομές που πρέπει να κάνει για να συλλέξει τα απαραίτητα για την καταγραφή στοιχεία (βάθη και συντεταγμένες). Να σημειώσουμε εδώ ότι η καταγραφή των βυθών για την κατασκευή των υπαρχόντων σήμερα χαρτών γινόταν κυρίως με αεροπλάνα, άρα ήταν πανάκριβη εργασία. Αν τα έξοδα αυτά τα αντιστοιχίσεις με το πιθανολογούμενο αγοραστικό κοινό, μάλλον δύσκολα καταλήγεις σε κερδοφόρο αποτέλεσμα.
Αν δηλαδή προχωρήσεις στο εγχείρημα να καταγράψεις λεπτομερώς με δικά σου έξοδα τους βυθούς μιας θαλάσσιας περιοχής (π.χ. του Αργολικού κόλπου) είναι άραγε εύκολο (και πόσο

να βρεθεί ανάλογο αγοραστικό κοινό για να σε ανταμείψει ώστε να έχεις και το λογικό επιχειρηματικό σου κέρδος (όπως ο Φυτράκης με τις συνταγές);
Αν λοιπόν συνυπολογίσουμε όλες αυτές τις παραμέτρους, αγαπητέ miltosz, νομίζω εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε τι προσπαθούν να κάνουν (κατά τη γνώμη μου πάντα) οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται σχετικά.
Και το ερώτημα που προκύπτει είναι πρωτίστως το εξής (γιατί υπάρχουν κι άλλα πολλά):
«Είσαι εσύ διατεθειμένος να παίξεις τον ίδιο ρόλο που έπαιξαν οι νοικοκυρές για τον Φυτράκη και να πληρώνεις κιόλας και να μην σε αναφέρουν και πουθενά ως συντελεστή της όλης κατασκευής; Ε, είσαι;».
Ας απαντήσουμε πρώτα σε αυτό και μετά θα πούμε κι άλλα πολλά, αν βρεθούν όμως και άλλοι να μπουν στη συζήτηση, γιατί δεν μπορώ να μονολογώ συνέχεια!