Γιάννης Σκαρίμπας
Συλλογή "καϋμοί στο γρυπονήσι"
ΠΑΠΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΛΟΥ
Ακολουθεί απόσπασμα με την περιγραφή του γερο-Γιακουμή:
"....Εκείνα τα λουλακί ματάκια του τάχε αποστραβώσει η κάψα, και κάτω από τον κούκο του το ξεραγκιανό πρόσωπό του ήταν μπουχισμένο από ψιχάλα ψιλού-ψιλού ιδρώτα.
Όμως τον δρόσιζαν οι ολπίδες του.
«Καλοκαίρι πράμα, σκεβότανε μέσα του, σέρνοντας προς το γιαλό τα βαριά βήματά του.
Ο διάβολος να σκάσει αυτός θα δούλευε.
Πότε πυροφάνι, πότε παραγαδάκι, ποτές τις ριχτές του, θάβγαζε και δαύτος «το δικό του».
Τη θάλασσα αυτός τη σπούδασε. Πού κρατάει το ψάρι και πότ' έχει αναψαριά – ας είν' καλά κι άστους να βουρλίζονται οι ρέστοι. Αυτός κάτεχε την τέχνη του, δεν ήταν κανένας αντζαμής, μάητε και πρωτάρα. Πώς;
Γέννημα και θρέμμα ήταν της έρμης της θάλασσας, κλήρα δική της.
Μάστορας της μαστοριάς της, πολύτεχνης ήταν αυτός και μάγος της· κράχτης των ψαριών και των ζουδιών της.
Μαλάγρα μοναχή 'ταν ο ίσκιος αυτουνού, κλώσσα των καβουρομάνων και των στρόμπων. Ψες, προψές, μέγα ένα πανέρι, πούλησε στα Χαλκιδέικα ουζάδικα αχιβάδες.
Τί πα να πει ψαράς και ψάρι δεν τόξερ' ο πάσα ένας. Πρέπει να τόχει η κούτρα σου να το έλκεις, να το μαυλέψεις. Πρέπει να σου βολεί το άτιμο, βλάμη να σ' έχει, μακαντάση. Να 'σφραίνεται το χνώτο σου και νάρχεται, να ρέγεται το 'νασασμό σου και να τρέχει. Νά, να μοσκοβολάει κ' η πορδή σου, που λέει ο λόγος...
Αυτό θα πει ψαράς και δόλωμα, αυτό θα πει αγκίστρι και καμάκι. Πώς; ¶ντρες τα 'ρίζουν τα Σφακιά. Όχι παληοσουπιά, παληοσαρδέλλα. Βυζί θέλει το καθερό, γούλη έχουνε και δαύτα. Δεν πάαινε αυτός για γογωβιούς και για σπαρέλια, μάητε για καλογρίτσες και για χάνους. Δροσίτι περικαλώ, λεθρίνι. Μπαρμπούνι με μουστάκι, για να ξέρεις. Γέρασε πα στ' αγκίστρι και στα παράμαλλα. Μαγγιόρο καραβιδάκι ζωντανό, κόκκινο ατσάδι – σοροκάδο... Σαν του μπούφου το πουλί· άκου με μένα που σου λέου. Πώς;
Το απίκο πάλε –η καθετή– θέλει σκουλήκι και σκαρτσιμάδι–πάει εμπίτισε. Αν θες να λέγεσαι ψαράς, α δε μη να το ψωμοτύρι να σε περιγελούν τα παιδαρέλια.
¶! αλλάζει το πράμα. Το μουγκρί πάλε θέλει το δικό του. Πάσα ψάρι με το γούστο του. Εκειά τα «Μπουφονήσα» κρατούνε μουγκρί στοιχειωμένο. Και τ' άλλο «το Τηγάνι» και κείνο, εγώ που σου λέου. Βάρδα μόνο από σκύλους, π' ανάθεμα το γονιό τους.
Μουγκρί; μουγκρί; Μουγκρί ακούνε και μουγκρί σού λένε... τα κορόιδα! Πρέπει να νιώθεις για να το ιδείς στην κουπαστή σου. Αμ' να το λέει κ' η περδικούλα σου. Δε χωρατεύει. Κόβει κοψίδι, φλετουράει και πάει καλιά του. Κι απέ; όρσε γαμπρέ κουφέτα.
¶χ! θέλει μαστοριά το άτιμο να κελαϊδήσει στο πανέρι σου. Μαρίδα ζωντανή να βερβολυγάει, να σπαρτάρει και μιαν ώρα πριν να φέξει. Αγάλι ο κουπαντζής και συ καλούμα. Καλούμα όμορφα να σε χαρώ. Πάσα κουπιά κι αγκίστρι και πάσα αγκίστρι και μαρίδα. Λάμνε αργά και φερτά βόλτα. Τ' αγκωνάρια, τις ριζιμιές, τους πάγκους, κι άσε τη μάνα να πατώσει. Μην κάθεσαι, μη σκέβεσαι, μη σπάνεις κέφι. Απ' τό 'να κολοκύθι στ' άλλο. Πί και φί, λεβάριζε με τέμπο· αργά, παιδί μου, όμορφα να σε χαρώ. Βάρδα μόνο από σκύλους, π' ανάθεμα το γονιό τους ....."
Ολόκληρο το μυθιστόρημα καθώς και άλλα Γιάννη Σκαρίμπα υπάρχουν στην παρακάτω δικτυακή διεύθυνση:
www.mikrosapoplous.gr/extracts/gryponisi/7.html