Παρασκευή βράδυ, το καθιερωμένο μου ραντεβού με τα ψάρια. Εννιά η ώρα ήμουν εκεί,
μόνος, με κέφι σαν τον καιρό της βραδιάς, χάλια. ¶ρρωστος, θολός νοτιάς 3ρης με 4ρης,
ατμόσφαιρα το ίδιο θολή και θλιμμένη, δεν μ’ άφησε να ρίξω τα αγαπημένα μου τεχνητά. Το
casting εξακολουθούσε την τρίμηνη σταθερή πορεία του, κλαρίνο, ούτε τσιμπιά.
Απογοητεύτηκα και γύρισα νωρίς.
Όμως κάτι δεν μ’ άφηνε να ησυχάσω. Την άλλη μέρα, Σάββατο, το κέφι ξαναγύρισε και πήρα
την απόφαση να ξαναπάω. Τηλέφωνα για παρέα, στον Νικόλα (ngou) και το ψαρευτικό μου
ταίρι, τον κουμπάρο μου τον Γιώργο, αποτυχία. Στον Γιώργο οικογενειακές υποχρεώσεις δεν
του επέτρεπαν να έρθει. Το τηλέφωνο στον Νίκο:
- Νικόλα θα πάμε για καμιά πετονιά;
Ο Νικόλας πρόθυμος αλλά το Firewall της εταιρείας του είχε αντιρρήσεις. «Αν τα καταφέρω
μετά της μία θα πάρω το καλάμι του spinning μαζί μου και θα ‘ρθω...».
Ξανά μόνος πήρα τον δρόμο για την παραλία. Φτάνοντας νέα απογοήτευση. Τη συνηθισμένη
θέση μας για spinning την είχαν καταλάβει, με καμιά δεκαρία καλάμια casting, μια παρέα δύο
νεαρών, που ερχόταν πρώτη φορά σ’ αυτήν την παραλία.
Στάθηκα με το αμάξι και κοίταξα την θάλασσα, ένα ελαφρύ βοριαδάκι ίσα – ίσα που τη
χάιδευε. Έκανα καμιά τριανταριά μέτρα ποιο κάτω και έστησα το ένα καλάμι για casting,
δόλωσα ένα λαχταριστό κομμάτι σκουμπρί, που είχα ανακαλύψει ξεχασμένο στην κατάψυξη
με τα δολώματα και σκέφτηκα να το δοκιμάσω μήπως... και το ‘ριξα στα πενήντα εξήντα
μέτρα. Μπόσικα, κουδουνάκι και τα φρένα στο bait runner.
Καφεδάκι είχα πάρει αρκετό, θερμός με ελληνικό και ένα διπλό καπουτσίνο απ’ τον δρόμο.
Στρίβω τσιγάρο και πίνω δυο γουλιές καπουτσίνο. Η βραδιά ήταν γλυκιά, η πρώτη
πραγματικά ανοιξιάτικη μετά τα κρύα του χειμώνα. Πήρα το σκαμπό και κάθισα στην
ακροθαλασσιά, απολαμβάνοντας την θέα απ’ τα πήγαινε έλα των ρυμουλκών, απέναντι είναι
ντόκος, ρίχνω και μια ματιά στην θάλασσα. Την προηγούμενη βραδιά ο νοτιάς είχε κατεβάσει
του κόσμου το φύκι και τις πλαστικές σακούλες. Το νερό ήταν ένας θερμός ζωικός και φυτικός
χυλός, θολό αλλά έσφυζε από μικροζωή. «Πρέπει να φάνε σήμερα, σκέφτηκα...», πήρα το
καλάμι του spinning και έβαλα τον κοκκινολαίμη της yo-zuri 10g 7cm να ρίξω μερικές
δοκιμαστικές βολές.
Πρώτη βολή εντυπωσιακά μακριά, για τις δικές μου δυνατότητες, γύρω στα τριάντα μέτρα,
ίσως και λίγο περισσότερο. Βοήθαγε σημαντικά ένα πολύ ελαφρύ βοριαδάκι που είχα στην
πλάτη. Μάζεμα με ελαφρά τινάγματα της μύτης, ο κοκκινολαίμης έχει πολύ καλή πλεύση,
αισθάνεσαι τις δονήσεις του πολύ έντονα στην μύτη του καλαμιού. Δεύτερη βολή το ίδιο καλή
ίσως λίγο καλύτερη, είχα συνειδητοποιήσει το αεράκι και το εκμεταλλεύτηκα. Στο δεύτερο
σταμάτημα, χτύπησε απότομα και πήρε κατευθείαν φρένα, το fight drag στο μηχανάκι
(Shimano Stradic 2500GTM-RA ) ήταν στο ελεύθερο. Δέκα, δεκαπέντε μέτρα, βρίσκω την
ευκαιρία και βάζω το fight drag στην μέση, στην ρύθμιση των φρένων μου. Η ξέφρενη πορεία
κόβει και αρχίζω να το παίρνω. Μετά από μια λιγότερο έντονη προσπάθεια του ψαριού στο
ξενέρισμα βλέπω την έντονη ασημένια κορδέλα ν’ αστράφτει και φέρνω στα βότσαλα της
παραλίας μια σπάθα γύρω στο μέτρο. Δεν ξαφνιάζομαι, στην περιοχή χτυπούν συχνά
σπάθες. Η συνέχεια όμως με ξάφνιασε, η ποιο σπάνια εμπειρία που είχα μέχρι σήμερα, έτσι
ελπίζω να μου συγχωρήσετε την μακρηγορία αυτού του ποστ.
Από την ώρα αυτή, γύρω στις δωδεκάμισι το βράδυ και μέχρι τις έξι το πρωί οι σπάθες
χτυπούσαν σε κάθε ψαράκι που έριχνα μέσα, χτυπούσαν με τεράστια ορμή, δυο φορές
έκαψαν το σύρμα που έβαλα μπροστά απ’ το ψαράκι. Χτυπούσαν παντού, από τα τριάντα
μέτρα έως και τους δέκα πόντους.
Συνέχεια λοιπόν. Κάνω μια βόλτα προς την παλιά θέση μου, χαιρετάω τα παιδιά δίπλα.
Ρωτούν τι έκανα, είχαν δει την προηγούμενη πάλη. «Μια σπάθα εσείς»; Τίποτα ακόμη,
απαντούν, τους λέω ότι άμα έχει μέσα αρπακτικά δύσκολα θα δουλέψει το casting και
συμφωνούν, τους χαιρετάω και συνεχίζω.
Ρίχνω λίγο δίπλα και χάνω τον κοκκινολαίμη από σκάλωμα. Ξαναγυρνάω και βάζω ένα
πράσινο-ασημί live bait πάλι της yo-zuri, φωσφορίζει και έχει επίσης πολύ καλή πλεύση με
έντονες δονήσεις, στην πρώτη ριξιά χτυπάει ξανά, σπάθα κι αυτή, την βλέπω που πηδά στον
αφρό, πρώτη φορά τις βλέπω να πηδούν στον αφρό. Παίρνει φρένα αστραπιαία. Ξανά
ρύθμιση στην μέση του fight drag. Εξακολουθεί να παίρνει πιο μανιασμένα, τα φρένα
στριγκλίζουν σε σημείο που ανησυχώ για το μηχανάκι. «Δεν την έχω πιάσει απ’ το στόμα»
σκέφτομαι. Σφίγγω με πολύ προσπάθεια τα φρένα του fight drag τελείως δεξιά, πολύ πάνω
απ’ την ρύθμιση κυρίως φρένων, αλλά μέσα στα όρια αντοχής της μισινέζας (εικοσάρα T.D.
Line της Daiwa). Συνεχίζει με ελαφρά σημάδια κάμψης, κοιτάω έντρομος την μπομπίνα, στα
τελευταία μέτρα της. Ευτυχώς κάμπτεται γρήγορα και αρχίζω να παίρνω μερικά μέτρα.
Λεβάρω αριστερά και χαμηλά και βοηθάω με το σώμα δεξιά, το καλάμι αντέχει καλά (Emblem
Z 2,40m 7-28 action της Daiwa κι αυτό). Σιγά – σιγά έρχεται, ξαφνικά, πάλι φρένα, οργισμένα
κι αυτή τη φορά. Κάμπτεται πιο εύκολα και την ξαναφέρνω. Τελευταία απόπειρα, ξανά φρένα,
ξανά κάμπτεται γρήγορα. Απεγνωσμένα τινάγματα στο ξενέρισμα αλλά την σέρνω επιτέλους
στα βότσαλα. Πάνω από μέτρο αλλά τρομερά μαχητική και πιασμένη ακριβώς πάνω απ’ το
κεφάλι. Τρεις τέσσερις ριξιές μετά, νέο απότομο χτύπημα, ίδια και πιο άγρια κατάσταση από
πριν, τώρα όταν έρχεται, έρχεται τρομερά βαριά, το καλάμι φτάνει κι αυτό στα όρια, προσέχω
συνέχεια μην υπερβάλλω την γωνιά μισινέζας – μύτης. Τραβάω με όλη την δύναμη του
σώματος για να πάρω μόλις τριάντα σαράντα πόντους, το δεξί χέρι μου πονάει αλλά την
φέρνω. Επιτέλους βλέπω τον κυματισμό της αστραφτερής επιδερμίδας της, την σέρνω μέχρι
την μέση. Τινάζεται με τέτοια δύναμη που δεν ελέγχεται εύκολα... και ξαφνικά η μισινέζα
κόβεται και η σπάθα με μια αστραπιαία εκτίναξη γίνεται καπνός με το τεχνητό στο στόμα.
«Ηρεμία σκέφτομαι» και εκείνη την ώρα χτυπάει το τηλέφωνο, είναι ο Γιώργος που γύρισε
σπίτι. «Τι γίνεται;...». Του λέω χαμός, το και το. «Έρχομαι...» απαντάει ξερά και κλείνει.
Μήνυμα στον Νίκο. «Νικόλα χαμός... που είσαι;». Ο Νίκος βρίζει την καταραμένη
τεχνολογία που τον κρατά ακόμη δεμένο.
Μετά από ... άλλες δύο σπάθες, έφτασε κι ο Γιώργος. Ρίχνει με βαριά τεχνητά για heavy
spinning, στην δεύτερη βολή φέρνει την πρώτη του σπάθα. Σε λίγο άλλη μία, μικρότερη αλλά
μαχητική, χτυπά σε μένα, και όπως πάω να την σηκώσω απ’ το τεχνητό μ’ ένα τίναγμα μου
καρφώνει την ελεύθερη σαλαγγιά ανάμεσα στα δάκτυλα μου. Φέρνει ο Γιώργος μυτοτσίμπιδο
απελευθερώνω το τεχνητό απ’ την σπάθα και μένα και πάω να την ακουμπήσω μαζί με τις
άλλες. Μόλις γυρνώ την πλάτη, φωνάζει ο Γιώργος. «Τρέχα, φεύγει...», γυρνάω και βλέπω
μια σπάθα να σπαρταράει δίπλα στον αφρό. Τρέχω την προλαβαίνω μόλις μπαίνει στο νερό
και την αρπάζω απ’ την μέση. Γλιστράει και φεύγει. Σηκώνομαι και βλέπω τις σπάθες δίπλα.
Πέντε. «Ρε συ πέντε είχα» σκέφτομαι και συνειδητοποιώ ότι άλλη ήταν η σπάθα που μου
γλίστρησε. «Ρε Γιώργη, αυτές πηδούν έξω μοναχές τους» του λέω. «Σώπα ρε, δεν μέτρησες
καλά τα ‘χασες...» με πειράζει. Όμως δεν πέρασε δεκάλεπτο και όπως στεκόμαστε βλέπουμε
άλλη μια να πετάγεται στην παραλία. «Βλέπεις...» λέω στον Γιώργο, «Πως γίνεται ένα ψάρι
των πολύ βαθιών νερών (depth range 100 – 600m deep-water, πηγή fishbase) να βγαίνει να
κυνηγήσει μέχρι και τα βότσαλα, μήπως παίζει τίποτα πιο μεγάλο μέσα;»
- Ρε τι deep-water,... Του βουνού και του λόγγου είναι. Μου λέει γελώντας ο Γιώργος.
Συνεχίσαμε αυτός με heavy και εγώ με light μέχρι τις έξι. Αποτέλεσμα εφτά σπάθες εγώ και
έξι ο Γιώργος. Αμέτρητες μάχες με ψάρια που απαγκιστρώθηκαν σε κάποια φάση της μάχης.
Ήταν τόσο έντονη εμπειρία, τέτοια έξαψη και συγκίνηση που είναι δύσκολο να περιγραφεί με
λέξεις. Ακόμα δεν έχει καταλαγιάσει τελείως μέσα μου.