ΑΠΟΨΕ ΕΙΔΑ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ...
Είδα το χωριο μου, κάπως μπερδεμένα βέβαια. Είδα το σχολείο μου, την εκκλησιά μας. Δάκρυζε το σχολείο μου και το δάκρυ έβγαινε από τα μάτια του, τα ανοιχτά ξεχασμένα παραθυρα. Είδα την εκκλησιά μας που από χρόνια γκρεμίστηκε γιατί χάθηκε το παγκάρι της, με τους συγχωριανούς στην Σαλονίκη, στην Αθήνα , στο Μόναχο. Κάποιος μάζεψε τις πέτρες, έβαλε δύο εικόνες σε μια προφυλαγμένη γωνιά και άναψε ένα κερί...Είδα τα χωράφια μας να γεμίζουν οξιές και τις πέτρες στα συνορά τους, να ξαναπαίρνουν το χρώμα των βράχων...
Είδα το σπίτι των παιδικών μου χρόνων, να μπερδεύεται με την γεωγραφία της πικρής μας πατρίδας. Έτσι όπως γίνεται συχνά στα όνειρα...Έστεκε άλλοτε χωρίς σκεπή, άλλοτε ριμαγμένο, άλλοτε χωρίς παραθυρα και πόρτες. Οι πέτρες του άρχισαν να παίρνουν το χρώμα των βράχων και αυτές...Εκεί στην άκρη του χωριού, εκεί στην γωνιά της σκέψης μας, υπάρχει πάντα ένα σπίτι. Ενα σπίτι πέτρινο, ένα όνειρο που φεύγει και έρχεται πολλές φορές την ημέρα. Είναι η φωνή της μάνας που μας καλεί να φάμε, είναι το κοπάδι του χωριού που επιστρέφει το σούρουπο. Ακούς τα κουδούνια των ζώων.
Οι άνθρωποι καθισμένοι στις πεζούλες, περίμεναν τον γυρισμό του κοπαδιού.Το κοπάδι ήταν κομμάτι της ζωής τους. Έτρωγαν πρώτα τα ζωντανα του χωριού και μετά η οικογένεια.
Εξω απ τις μαντρόχτιστες αυλές, οι νοικοκυρές στη σειρά, έβλεπαν, άκουαν και δεν σταματούσαν. Ποιος έκανε, τι έκανε, πώς το έκανε... Κι από στόμα σε στόμα, η είδηση αβγάταινε, γινόταν σούσουρο, γινόταν θρύλος. Και στα καφενεία είχαν τα άλλα νέα, τις δουλειές, τα τσίπουρα, τη σοδειά, τον έμπορα...
Καλοκαίριαζε κι έρχονταν τα καρπούζια, οι ντομάτες, τα ατέλειωτα μπάνια στο ποτάμι. Ψαρέματα που τέλειωναν τη νύκτα, τσατάλια από κρανιά, λάστιχα από σαμπρέλα. Πιάναμε τα νερόφιδα στο ποτάμι, κυνηγούσαμε άφοβα τις οχιές και πέφταμε στα πρώτα κορόμηλα σαν την... ακρίδα. Κι όταν ωρίμαζε το σταφύλι, όταν μέλωνε το σύκο, ο ήλιος ξεχνιόταν πάνω στους κάμπους και τα βουνά μας. Χάζευε κι αυτός το ετήσιο θαύμα του... Γέμιζαν τα αμπέλια περδικάκια, οι λαγοί λιαζότανε καταμεσήμερα, στη σκιά των πέτρινων τοίχων.
- Σωτήρηηηη... Ακούω την Πόντια γιαγιά μου, να με καλεί. Ετσι, προληπτικά, χωρίς λόγο, έβγαζε σαν τον χότζα, κάθε δυο -τρεις ώρες μια κραυγή. Φώναζε μόνο εμένα ...και τις κότες, όταν εντόπιζε γεράκι ψηλά. Εβαζε πουρνάρια και έκαιε τον φούρνο. Εβγαζε μετά τις στάχτες κι έσπρωχνε μια μεγάλη φόρμα με ένα τεράστιο κολοκύθι μέσα.
Η... πρόοδος
Σφράγιζε τον φούρνο, ένα μερόνυχτο ολόκληρο. Οταν άνοιγε το καπάκι, μοσχοβολούσε η γειτονιά. Ολα τα μέλια της γης κι όλες οι χαρές της γλώσσας συνεδρίαζαν πάνω στη φόρμα της γιαγιάς. Κι ένα λεφούσι παιδιά, κραδαίνοντας κουτάλια, χούφτες και ...κουτάλες, έπεφτε...ηρωικά πάνω στο χρυσοκίτρινο γλύκισμα της φύσης.
Πέρασαν χρόνοι πολλοί, η γιαγιά έφυγε. Πολλά σπίτια ερήμωσαν ή τα ερήμωσαν οι καιροί, οι δουλειές, η ζωή που τρέχει αμείλικτα, πιο μπροστά από τα ανθρώπινα σχέδια. Πιο μπροστά από τα ανθρώπινα μεράκια.
Μας μίλησαν για πρόοδο, για προκοπή για ευτυχία. Είχε ο παππούς μας ένα κοκοροντούφεκο, αλλά είχε και κυνήγι... Είχε ένα βασανισμένο πέτρινο υποστατικό, δυο βόδια και κάτι ανεμοδαρμένα και πετροστολισμένα στρέμματα, αλλά έγερνε ήσυχος τις νύχτες στο προσκέφαλο. Είχαμε μια εκκλησιά, που έμπαζε βροχή όταν κατέβαινε η μανία των θεών στη γη. Τώρα γεμίσαμε εκκλησιές «του κουτιού».
Κι έρχονται τώρα τα πνευματικά παιδιά της παγκοσμιοποίησης, τα παιδιά αυτών που χάλασαν τον τόπο, να διορθώσουν τα κακώς κείμενα. Ανθρωποι, που είδαν τη λάσπη στον κινηματογράφο, είδαν τα γεράκια στην TV και τα πέτρινα σπίτια στον αγροτουρισμό. Και μεις, εμείς που δεν χαλάσαμε τον τόπο, εμείς που οργώνουμε βουνά και κάμπους, εμείς που δακρύζουμε στη θωριά της λησμονημένης ομηρικής εστίας, αμέριμνα βαδίζουμε... Εμείς που γευτήκαμε το ξερό ψωμί βουτηγμένο στο νερό και στολισμένο ζάχαρη, εμείς που μετρούσαμε τις ελιές στο κολατσιό μας...
Θα μας τα φτιάξουν λέει, αυτοί που τα χάλασαν. Εμείς, που χτίσαμε και την ψυχή του μάστορα στις πέτρες, πιστεύουμε αυτούς που χτίσαν την ψυχή τους στην εφήμερη απόλαυση, στην αφθονία της καθημερινής εικονικής πραγματικότητας. Σε λίγες μέρες, θα ψηφίσουμε. Οχι βέβαια αυτούς. Ας ψηφίσουμε αυτούς που ξυπνάνε την ίδια ώρα με μας. Αυτούς που βαδίζουν στη βροχή, στο χιόνι, στο λιοπύρι, σαν εμάς. Αυτούς που μάτωσαν στους θάμνους, που χάθηκαν στο δάσος, που έκλαψαν για ένα σκύλο... Ακόμη κι αν ξέρουμε το τέλος, τους πρέπει η τιμή, όπως θα έλεγε ο ποιητής. Κι όπως είπε ένας άλλος πατριώτης, που κάποιοι τον τίμησαν με νόμπελ ποίησης, τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα σαν τα γυμνώσεις. Κι αυτοί που μας τα γύμνωσαν, ομοτράπεζοι αυτών που θέλουν να τα φτιάξουν, είναι... (Καβάφης).
"απόσπασμα από το έθνος κυνήγι της Τετάρτης