Δεν βλέπω να υπάρχει συμμετοχή σε αυτή την ενότητα, παρά τις αρχικές δηλώσεις μερικών ότι θα συμμετέχουν. Δεν βαριέσαι. Θητεύοντας τόσα χρόνια στην κοινότητα των ερασιτεχνών ψαράδων, έχω χορτάσει περισσότερο από δηλώσεις που δεν τηρούνται και λιγότερο από … ψάρια.
Εγώ πάντως, όπως εξ αρχής είπα, έχω πάρα πολλές έτοιμες ιστορίες στο αρχείο μου και αποφάσισα να δημοσιεύω μία κάθε εβδομάδα ανεξάρτητα από το τι θα κάνουν οι υπόλοιποι.
Αν πάλι κανείς θεωρεί ότι κάνω κατάχρηση του χώρου που μας φιλοξενεί, ας μου το πει έγκαιρα για να … σταματήσω.
Βρισκόμαστε στις αρχές της 10ετίας του 1980. Την εποχή αυτή υπήρξε ένα μικρό διάστημα όπου λόγω διαφόρων οικογενειακών και άλλων προβλημάτων δεν διέθετα ιδιόκτητη βάρκα. Έτσι όταν βρισκόμουνα κοντά σε θάλασσα ψάρευα από τη στεριά με τους τρόπους που είχα μάθει από μικρός. Είχα βρει ένα μέρος στην περιοχή που ψαρεύω σήμερα, (περιοχή Ερμιονίδας), όπου έστηνα σκηνή σε ελεύθερο κάμπινγκ, ξεκινώντας περίπου από το Πάσχα μέχρι και τα τέλη Οκτωβρίου. Η περιοχή ήταν τόσο έρημη τότε, ώστε δεν χρειαζόταν κάθε φορά να ξεστήνω τη σκηνή. Την άφηνα στημένη όταν έφευγα και όταν κατάφερνα να ξαναπάω, την εύρισκα απείραχτη εκεί που την άφηνα.
Τα ψαρέματα που έκανα τότε ήταν αποκλειστικά δύο.
- Πεταχτάρι με το χέρι τα απογεύματα με δόλωμα ζωντανή καρτσίνα που τη μάζευα επί τόπου, με το οποίο «τάραζα» τους σπάρους, και
- Καλάμι «απίκο» με το οποίο έπιανα κάτι γιγάντιους κεφάλους, αφού τα μέρη ήταν τελείως παρθένα.
Την εποχή εκείνη είχα και έναν καλό φίλο με τον οποίο τα συζήταγα όλα αυτά. Αυτός ήταν φροντιστής και πολύ πιεσμένος εργασιακά και οικογενειακά γιατί είχε τρία παιδιά και πολλές άλλες οικογενειακές υποχρεώσεις. Ακούγοντας τις διηγήσεις μου αναστέναζε και μόνιμα γκρίνιαζε για το ότι δεν μπορούσε να ξεκόψει λίγο χρόνο να έρθει μαζί μου στην εξοχή. Κάποια στιγμή όμως τα κατάφερε και ένα Σαββάτο απόγευμα κατά τις 06:00 νάτος ο Μανώλης μαζί με τη σύζυγο και τα τρία τους παιδιά στο Δορούφι, όπως λεγόταν η τοποθεσία που γίνονταν όλα αυτά.
Περιχαρής άνοιξε το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του και μετά την τεράστια σκηνή που έβγαλε, μου εμφάνισε και μια μεγάλη βαλίτσα που μου δήλωσε ότι ήταν πτυσσόμενο μικρό φουσκωτό και αμέσως μετά ένα μικρό «τσόλι» με ένα μανωμένο δίχτυ 100 μέτρων.
«Τώρα θα δεις τι θα γίνει» μου λέει.
«Εγώ δεν ξέρω από δίχτυα Μανώλη» του απαντάω.
«Μη σε νοιάζει, ξέρω εγώ» μου λέει και ανοίγει τη βαλίτσα, βγάζει το φουσκωτό και αρχίζει να το φουσκώνει με μια μικρή τρόμπα. Λίγο μετά το φουσκωτό ήταν έτοιμο, όπως επίσης και η σκηνή που είχε στηθεί από την σύζυγό του Ολυμπία και τα μικρά παιδιά τους που ήταν εκπαιδευμένα να βοηθάνε. Στο μεταξύ είχε νυχτώσει και ο Μανώλης μου λέει:
«Είναι ώρα να πάμε να ρίξουμε το δίχτυ».
Αμέσως ο Μανώλης βγάζει από το αυτοκίνητο δυο μεγάλα σπρέι και όπως ήταν ακουμπισμένος ο μπόγος με το δίχτυ στην παραλία, τον ανοίγει, απλώνει κάπως το δίχτυ και αρχίζει να το ψεκάζει παντού. Στην ερώτησή μου τι είναι αυτό που κάνει μου απαντάει ως εξής:
«Αυτό το σπρέι είναι ειδικό για να προσελκύει τα ψάρια. Μου το σύστησε ένας φίλος που ξέρει από αυτά, οπότε θα δεις τι έχει να γίνει».
Αφού τελείωσε το ψέκασμα, μπήκαμε στο μικρό φουσκωτό, ανοιχτήκαμε καμιά πενηνταριά μέτρα από την παραλία και ρίξαμε το δίχτυ σε βάθος 7-8 μέτρων. Αφού επιστρέψαμε στη στεριά, ο Μανώλης είπε ότι σε 2-3 ώρες μπορούσαμε να σηκώσουμε το δίχτυ, γιατί λόγω του σπρέι δεν χρειαζόταν να μείνει πολύ στη θάλασσα για να … γεμίσει ψάρια. Έτσι κι έγινε.
Η νύχτα δεν είχε καθόλου φεγγάρι, η θάλασσα ήταν τελείως λάδι, οπότε όλα ήταν ευνοϊκά. Μόλις φτάσαμε στο σημείο που είχαμε ρίξει το δίχτυ, στο βυθό της θάλασσας φαινόταν κάτι σαν φωτεινός τοίχος. Ήταν το δίχτυ μας το οποίο φωσφόριζε πολύ εντυπωσιακά σε όλο του το μήκος και φυσικά όταν το σηκώσαμε δεν είχε ούτε λέπι.
Προφανώς το σπρέι το οποίο είχε συστήσει ο «γνώστης» στο φίλο μου ήταν από αυτά που ψεκάζουν το δόλωμα για να προκαλεί τα ψάρια και όχι για να ψεκάζεις τα δίχτυα τα οποία προσπαθούμε να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο αόρατα.
Αυτό που κάναμε εμείς, ήταν σαν να λέγαμε στα ψάρια:
«Προσοχή δίχτυ!!!»
.