banner psaremagr

Κρυφά χρέη και ελλείμματα πίσω από το χάος των στατιστικών στοιχείων

Tις αθέατες πλευρές ενός, μη καταγεγραμμένου στα επίσημα στοιχεία και ανυπολόγιστου σε ύψος, δημοσίου χρέους εντόπισαν οι έξι εμπειρογνώμονες της επιτροπής για την αξιοπιστία των δημοσιονομικών στοιχείων, που συστάθηκε στο υπουργείο Οικονομικών με στόχο τη διερεύνηση των αιτιών για τα αναξιόπιστα δημοσιονομικά στοιχεία της χώρας.

Στην πολυσέλιδη έκθεση της Επιτροπής* που έχει στα χέρια του ο υπουργός Οικονομικών κ. Γ. Παπακωνσταντίνου καταγράφονται λεπτομερώς όλες οι στρεβλώσεις και παρανοήσεις του συστήματος συλλογής και παρακολούθησης στοιχείων. Ομως, τα στοιχεία εκείνα που μπορεί να οδηγήσουν στο συμπέρασμα πως πρόκειται για μια έκθεση - καταπέλτη για τα δημοσιονομικά προβλήματα της χώρας είναι αυτά που αφορούν στον τρόπο καταγραφής ή μη καταγραφής του δημοσίου χρέους. Ορισμένες από τις παρατηρήσεις των εμπειρογνωμόνων σε αυτό το θέμα είναι οι εξής:

1. Το χρέος, όπως καταγράφεται σήμερα, είναι μειωμένο από διάφορες «συμφωνίες ανταλλαγής επιτοκίου» ή «συναλλάγματος», δηλαδή τα swaps. Μία από τις «συμφωνίες» αυτές είναι αυτή με την Εθνική Τράπεζα, όπου ουσιαστικά το Δημόσιο «οφείλει» στην Εθνική περίπου 5,5 δισ. ευρώ, τα οποία δεν καταγράφονται στο υπόλοιπο του χρέους. Η συμφωνία αυτή είχε γίνει αρχικά με την GoldmaSachs και στη συνέχεια η Εθνική υπεισήλθε στη θέση της GoldmaSachs. Το ποσό των 5,5 δισ. ευρώ θα εξοφληθεί σε 30 χρόνια, καθώς το Δημόσιο θα πληρώνει πολύ μεγαλύτερους τόκους στην Εθνική απ' ό, τι η Εθνική στο Δημόσιο. Δηλαδή, η «εξόφληση» του χρέους θα συντελείται με την καταβολή αυξημένων «τόκων» και όχι χρεολυσίων.

2. Δεν περιλαμβάνει επίσης τις «πιστώσεις προμηθευτών». Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εθνικών Λογαριασμών δεν προβλέπει κάτι τέτοιο επειδή οι οφειλές του Δημοσίου πρέπει να εξοφλούνται το αργότερο εντός 60 ημερών. Στην Ελλάδα, όμως, δεν τηρείται ο κανονισμός για την έγκαιρη εξόφληση, με αποτέλεσμα να συσσωρεύονται χρέη δισεκατομμυρίων, τα οποία αργότερα οδηγούν σε αναθεώρηση του ελλείμματος και του χρέους. Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή των δημοσίων νοσοκομείων, τα οποία έως τις 30 Σεπτεμβρίου του 2009 χρωστούσαν στους προμηθευτές τους (για την περίοδο 2005 - Σεπτεμβρίου 2009) 6,3 δισ. ευρώ. Η πρόσφατη καταγραφή αυτών των υποχρεώσεων (21 Οκτωβρίου 2009) οδήγησε στην αύξηση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης για τα έτη 2008 και 2009 και θα προκαλέσει αντίστοιχη αύξηση του χρέους. Πέραν των χρεών των νοσοκομείων, εκτιμάται ότι υπάρχουν ακόμη ανεξόφλητες υποχρεώσεις του Δημοσίου, ύψους 6,0 δισ. ευρώ περίπου. Οταν εξοφληθούν αυτές οι υποχρεώσεις (ή καταχωρισθούν στα επίσημα στοιχεία), τότε το δημόσιο χρέος θα αναθεωρηθεί προς τα άνω.

3. Το υπόλοιπο του χρέους δεν περιλαμβάνει επίσης τον δανεισμό διαφόρων δημοσίων φορέων, ο οποίος έχει πραγματοποιηθεί με την εγγύηση του Δημοσίου. Το εγγυημένο από το Δημόσιο χρέος έφθασε στο τέλος του 2009 τα 26,2 δισ. ευρώ (ή 10,9% του ΑΕΠ), από 6,2% του ΑΕΠ το 2002. Το 40% περίπου αυτού του χρέους το οφείλει ο ΟΣΕ και δεν είναι σε θέση να το αποπληρώσει. Σημαντικές είναι επίσης και οι υποχρεώσεις των ΕΛΓΑ.

4. Η παραπάνω εξέλιξη οφείλεται στην εξής πρακτική. Πολλές φορές, για να μην αυξηθούν το έλλειμμα του προϋπολογισμού και το χρέος, διάφοροι δημόσιοι φορείς εξωθούνται σε τραπεζικό δανεισμό με την εγγύηση του Δημοσίου (που δεν καταγράφεται ως χρέος), συνήθως με μεγαλύτερο επιτόκιο απ' ό, τι εάν δανειζόταν απ' ευθείας το Δημόσιο και στη συνέχεια επιχορηγούσε αυτούς τους φορείς. Με τον τρόπο αυτό, σημαντικές υποχρεώσεις του Δημοσίου παραμένουν διάχυτες στο τραπεζικό σύστημα για μερικά έτη, χωρίς να εμφανίζονται στο χρέος. Οταν οι υποχρεώσεις αυτές αναληφθούν επίσημα από το Δημόσιο, προκαλείται αιφνίδια αύξηση του χρέους.

5. Στο μέλλον, πολύ σημαντικές αναθεωρήσεις του ύψους του χρέους είναι δυνατόν να προέλθουν από τις Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) για την κατασκευή δημοσίων έργων. Κατά τη διάρκεια του 2008 και του 2009 υπογράφτηκαν πολλές τέτοιες συμβάσεις. Προς το παρόν, κανένα από αυτά τα έργα δεν έχει ταξινομηθεί ως δημόσια επένδυση και δεν έχει επιβαρύνει το έλλειμμα ή το χρέος της γενικής κυβέρνησης. Για να ταξινομηθούν, όμως, οι επενδύσεις αυτές ως ιδιωτικές θα πρέπει να πληρούν ορισμένα κριτήρια που έχει θέσει η Eurostat. Το πιθανότερο είναι ότι οι περισσότερες συμπράξεις που έχουν υπογραφεί έως τώρα δεν πληρούν αυτά τα κριτήρια και τελικά θα επιβαρύνουν το χρέος, όταν αξιολογηθούν από την Eurostat.

Η επιτροπή κάνει λόγο για «διακίνηση στοιχείων ατύπως και ανεύθυνα», εντοπίζει «μεγάλη καθυστέρηση (2 έως 4 χρόνια) στη δημοσιοποίηση των απολογιστικών στοιχείων (για δήμους και κοινότητες), υπενθυμίζει ότι «το διπλογραφικό λογιστικό σύστημα των νοσοκομείων ακόμη σχεδιάζεται», για να καταλήξει στο συμπέρασμα πως «οι διοικητικές πηγές δεν προσφέρουν πληροφόρηση που να καθίσταται άμεσα αξιοποιήσιμη για την κατάρτιση των εθνικών λογαριασμών της χώρας και ειδικότερα για τον υπολογισμό χρηματοοικονομικών και μη χρηματοοικονομικών λογαριασμών των φορέων εκτός Γενικής Κυβέρνησης». Αλλά και η συλλογή των στοιχείων από την ΕΣΥΕ (ακόμη γίνεται σε έντυπη μορφή (!), η διακίνηση ερωτηματολογίων με τους φορείς, εμφανίζει σοβαρά προβλήματα. «Για παράδειγμα, τα τελευταία στοιχεία για τους δήμους και τις κοινότητες, με βάση αυτήν την πηγή, αφορούν το 2006 και έγιναν διαθέσιμα τον Σεπτέμβριο του 2009». Η παρουσίαση ισολογισμών από τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης δεν έχει προχωρήσει και μόλις το 2007, η διοίκηση του ΙΚΑ, για πρώτη φορά μετά πάρα πολλά χρόνια, παρέδωσε στο Δ. Σ. τους ισολογισμούς των ετών 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 και 2005.


Διάτρητο το σύστημα ελέγχου των δημοσίων δαπανών από το υπουργείο Οικονομικών

Η υπερεκτίμηση του πλεονάσματος των ασφαλιστικών Ταμείων και των φορολογικών εσόδων (κυρίως από ΦΠΑ), η ελλιπής καταγραφή των αμυντικών δαπανών, η μη ακριβής καταχώριση της ανάληψης των χρεών και καταγραφής της κεφαλαιοποίησης των τόκων, καθώς και η μη ορθή ταξινόμηση των κεφαλαιακών μεταβιβάσεων, καταγράφονται από την «Επιτροπή για την αξιοπιστία των δημοσιονομικών στοιχείων» ως οι σοβαρότερες αδυναμίες πίσω από τις αναθεωρήσεις των στοιχείων.

Χαρακτηριστική είναι η αναφορά της Επιτροπής στο «σοβαρό αίτιο της κατάρρευσης της αξιοπιστίας του συστήματος» που δεν είναι άλλο από το φαινόμενο των «διαφαινόμενων πολιτικών παρεμβάσεων». Η δυνατότητα πολιτικών παρεμβάσεων συνδέεται «κυρίως με τη στενή σχέση της ΕΣΥΕ με το υπουργείο Οικονομικών και την αδυναμία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους να λειτουργήσει αυτόνομα και υπεύθυνα».

Σύμφωνα με την έκθεση, τα μέλη της οποίας συμφώνησαν «χωρίς επιφυλάξεις», το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (ΓΛΚ) εμφανίζεται να μην έχει καμία στατιστική πληροφόρηση ειδικά για τις πρακτικές ανάληψης υποχρεώσεων εκτός προϋπολογισμού. «Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ένας υπουργός αποφασίζει τη διενέργεια μιας νέας δαπάνης η οποία δεν περιλαμβάνεται στον προϋπολογισμό. Το ΓΛΚ θα το πληροφορηθεί αυτό πολύ αργότερα, έως και 18 μήνες μετά, όταν θα ζητηθούν πιστώσεις. Δεν έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί τις αναλήψεις νέων υποχρεώσεων από τα υπουργεία (δηλαδή από τους υπουργούς που είναι κύριοι "διατάκτες"). Μια τέτοια περίπτωση είναι και τα χρέη των νοσοκομείων. Εκτιμάται ότι σε ετήσια βάση η ανάληψη νέων υποχρεώσεων ανέρχεται σε 1 δισ. ευρώ.

Το ΓΛΚ πληροφορείται το γεγονός με μεγάλη καθυστέρηση, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται υπερβάσεις στον προϋπολογισμό και να καθίσταται αναγκαία η αναθεώρηση του ελλείμματος. Μια τέτοια περίπτωση είναι αυτή του ΕΟΤ, ο οποίος φέρεται να οφείλει 128 εκατ. ευρώ, ενώ το ΓΛΚ δεν γνωρίζει απολύτως τίποτε».

Οι Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου (πρώην εντελλόμενα) που αποτελούν τον σύνδεσμο του υπουργείου Οικονομικών με τα άλλα υπουργεία «δεν φαίνεται να εκπληρώνουν την αποστολή τους, καθώς δεν υπάρχει ο απαιτούμενος συντονισμός με το υπουργείο Οικονομικών. Ως αποτέλεσμα, η Διεύθυνση Προϋπολογισμού του ΓΛΚ δεν έχει καμία στατιστική πληροφόρηση από τις Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου (ΥΔΕ). Αλλά και οι ΥΔΕ δεν γνωρίζουν τι γίνεται στο Οικονομικών. Οταν δε το 2009 αποφασίσθηκε η μείωση των αμοιβών για συμμετοχή υπαλλήλων σε πάσης φύσεως επιτροπές και συμβούλια, η ΥΔΕ στη Γ.Γ. Αθλητισμού συνέχιζε να εγκρίνει αμοιβές για συμμετοχή σε επιτροπές χωρίς την αποφασισθείσα μείωση».

Οι αδυναμίες στην οργάνωση της διαδικασίας συγκέντρωσης των πληροφοριών αγγίζει όλες τις πηγές άντλησης στοιχείων (εφορίες, Υπόλογο, Προκαταβολές και στρατιωτικά Ταμεία)... Αν και το συνολικό ύψος των μηνιαίων δαπανών είναι γνωστό με χρονική υστέρηση ενός περίπου μηνός, η διάρθρωσή τους δεν είναι πλήρως γνωστή.

Το ΓΛΚ, π.χ., όταν δημοσιοποίησε τα στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του 2009, δεν γνώριζε εάν στις δαπάνες αυτές είχαν καταχωρισθεί οι πληρωμές που συνδέονταν με την εφαρμογή του νέου μισθολογίου των ιατρών του ΕΣΥ ή όχι. Ο χρόνος υλοποίησης νέων μέτρων εξαρτάται από τα υπουργεία ή άλλους φορείς, ενώ το ΓΛΚ στερείται έγκαιρης πληροφόρησης.

Η έκθεση εντοπίζει «συνεχή καταγραφή θετικών στατιστικών διαφορών» όπως στην περίπτωση των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και παραθέτει το εξής εντυπωσιακό στοιχείo: μεταξύ της πρώτης (1/4/2009) και της τρίτης (21/10/2009) κοινοποίησης της ΕΣΥΕ προς την Eurostat το 2009, το λειτουργικό πλεόνασμα (working balance) των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ) για το 2008 αναθεωρήθηκε κατά 16,1% (1/4/2009: 2.797 εκατ. ευρώ, 2/10/2009 και 21/10/2009: 2.346 εκατ. ευρώ) και παράλληλα η καθαρή χορήγηση δανείων από τους ΟΚΑ προς τους άλλους τομείς της οικονομίας περιορίστηκε κατά 70% ή κατά 1,3% του ΑΕΠ (1/4/2009: 4.405 εκατ. ευρώ, 21/10/2009: 1.314 εκατ. ευρώ).


ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ


banner psaremagr

© 2004 - 2019 All Rights Reserved. | Φιλοξενία & Κατασκευή HostPlus LTD

hostplus 35

No Internet Connection