banner psaremagr

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΤΑΡΑΞΕΙΣ: Αναφορές στην Ισλανδική, στην Ιρλανδική και στην Ισπανική κρίση

Οι «κρίσεις των κρίσεων» που προαναγγέλθηκαν, οι δημοσιονομικές δηλαδή, έχουν «καταλάβει» ήδη πολλά Ευρωπαϊκά κράτη
- μεταξύ των οποίων και τη χώρα μας. Βέβαια «έπονται» αρκετά άλλα, όταν συγκεκριμενοποιηθεί το ύψος της ανεργίας (από το δεύτερο τρίμηνο του 2010), καθώς επίσης όταν ακολουθήσει η «απόσυρση» της επί πλέον ρευστότητας από την ΕΚΤ. Ας ελπίσουμε ότι, η «απορρόφηση» της πλεονάζουσας ρευστότητας θα ακολουθήσει σε συνεννόηση και σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες ενέργειες, τόσο εκ μέρους της Fed, όσο και των υπολοίπων κεντρικών τραπεζών.

Εάν παρ’ ελπίδα η ΕΚΤ λειτουργήσει ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες, αποκλειστικά και μόνο σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, οι συνέπειες για την Ε.Ε. θα είναι, κατά την άποψη μας, καταστροφικές (άρθρο μας: «Στο έλεος των τραπεζών»). Πόσο μάλλον όταν η καταπολέμηση της κρίσης από κοινού «απαιτεί» μία ελεγχόμενη πληθωριστική πολιτική, μία διακρατική «ομοψυχία», καθώς επίσης ένα ανταγωνιστικό Ευρώ (άρθρο μας: «Ο αδύναμος κρίκος») – αν και είναι πολύ πιθανόν το Ευρώ να υποχωρήσει από μόνο του, «άτακτα» ίσως, κάτω από το βάρος των πολλαπλών δημοσιονομικών «πιέσεων» εντός της Ε.Ε.

Επιθυμώντας να περιγράψουμε τα γεγονότα που συμβαίνουν σε ορισμένες από τις ήδη σοβαρά «πληγείσες» χώρες (Ισλανδία, Ιρλανδία), καθώς επίσης  στην Ισπανία (η κρίση στην Πορτογαλία θα ακολουθήσει ενδεχομένως αργότερα, στην Ιταλία επίσης, ενώ στην Ελλάδα έχουμε αναφερθεί αρκετές φορές), θα ξεκινήσουμε με τον επόμενο Πίνακα, στον οποίο αναφέρουμε ορισμένα από τα βασικά μεγέθη των «κρατικών Ισολογισμών», έτσι όπως αποτυπώνονταν το 2007

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Βασικοί οικονομικοί δείκτες (2007, ΑΕΠ-Προϋπολογισμός-Ταμείο-Εξαγωγές-Εισαγωγές-Εμπορικό Ισοζύγιο, Εξωτερικό χρέος σε δις $, f.o.b.)

Δείκτες

Ισπανία

Ελλάδα

Ιρλανδία

Πορτογαλία

Ισλανδία

ΑΕΠ

1.153,00

237,90

219,70

184,20

14,52

Κατά κεφαλήν εισ.*

33.700

30.500

45.600

21.800

39.400

Εργαζόμενοι

22,01

4,94

2,21

5,62

0,180

Ανεργία (%)

7,60

8,40

5,00

8,00

1,00

Πληθωρισμός (%)

2,40

2,60

4,70

2,40

4,90

Δημ. Χρέος (% ΑΕΠ)

35,70

81,70

21,10

65,80

27,70

Έσοδα (Budget)

571,10

111,90

93,85

92,35

9,49

Έξοδα (Budget)

544,90

120,70

91,07

99,59

8,43

Έσοδα-Έξοδα

26,20

-8,80

2,78

-7,24

1,06

Βιομ. παραγ. (%)**

3,00

3,20

5,00

1,80

9,00

Ταμείο

-126,30

-36,4

-12,60

-18,53

-3,38

Ρεζέρβες συν/χρυσός

16,32

2,70

0,84

10,40

2,44

Εξαγωγές

248,30

25,76

124,80

50,72

4,57

Εισαγωγές

359.10

79,92

90,35

72,19

5,78

Εμπορικό Ισοζύγιο

-110,08

-54,16

34,45

-21,47

-1,21

Εξωτερικό χρέος

2.047,00

371,50

1.841,00

415,50

3,07

* PPP σε $ (Purchasing power parity): Σε αγοραστική αξία  Πηγή: iq Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

** Ποσοστό αύξησης της βιομηχανικής παραγωγής


Κοινός αρνητικός δείκτης σε όλες τις παραπάνω χώρες είναι το «Ταμείο», έναντι του οποίου υπάρχουν ελάχιστες ρεζέρβες σε συνάλλαγμα και χρυσό. Επίσης, το αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο (με εξαίρεση την Ιρλανδία, όπου όμως το εξωτερικό χρέος ήταν εννεαπλάσιο του ΑΕΠ - λόγω της δυσανάλογης τραπεζικής της επέκτασης), στο οποίο οφείλεται ο αυξανόμενος δανεισμός που οδήγησε στην επιδείνωση του δημοσίου χρέους τα επόμενα έτη (πόσο μάλλον όταν θα αρχίσουν να εμφανίζονται μειώσεις του ΑΕΠ – αρνητική οικονομική ανάπτυξη κλπ).

 

Ειδικά στην περίπτωση της Ιρλανδίας παρατηρούμε πως το ΑΕΠ της, παρά το ότι αντιστοιχεί σε λιγότερους εργαζομένους (σχεδόν τους μισούς σε σχέση με την Ελλάδα και την Πορτογαλία), είναι ελαφρά χαμηλότερο από το Ελληνικό (όπου όμως αυξήθηκε «τεχνητά», κατά το υποτιθέμενο ύψος της παραοικονομίας) και μεγαλύτερο από το Πορτογαλικό. Επίσης, το κατά κεφαλήν εισόδημα τόσο της Ιρλανδίας, όσο και της Ισλανδίας, είναι υψηλότερο ακόμη και από αυτό της Γερμανίας (34.400 $) ή της Γαλλίας (33.800 $) - ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα της Πορτογαλίας είναι αρκετά χαμηλό.

 

Η ΙΣΛΑΝΔΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

 

Για τους «αποταμιευτές», οι οποίοι αναζητούσαν υψηλές, αλλά σίγουρες αποδόσεις για τις οικονομίες τους (επιτόκια καταθέσεων), η Ισλανδία αποτελούσε ανέκαθεν μία όαση – θεωρούταν η «Ελβετία του Βόρειου Ατλαντικού». Οι ισλανδικές ιδιωτικές τράπεζες, προσφέροντας «αστρονομικά» επιτόκια και ανοίγοντας υποκαταστήματα στις ανεπτυγμένες χώρες, συγκέντρωναν τα χρήματα πολλών καταθετών (κυρίως Βρετανών και Ολλανδών), αυξάνοντας συνεχώς, με απίστευτα γρήγορους ρυθμούς, τα μεγέθη τους.

 

Δυστυχώς όμως, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση στάθηκε απότομα εμπόδιο στο δρόμο της ανάπτυξης τους - με αποτέλεσμα να χρεοκοπήσει πρώτη η «Landesbanki», ακολουθουμένη από τις δύο υπόλοιπες (τρείς συνολικά). Οι Βρετανοί όμως, με καταθέσεις στις ισλανδικές τράπεζες περί τα 4 δις $, καθώς επίσης οι Ολλανδοί, με 2 δις $, κατάφεραν να επιτύχουν την άμεση επιστροφή των χρημάτων τους - από τις κυβερνήσεις των κρατών τους, τα οποία ουσιαστικά τους αποζημίωσαν για τις ζημίες από την απώλεια των καταθέσεων τους. Το γεγονός αυτό αποτελεί, κατά την άποψη μας, «διαστρέβλωση» της ελεύθερης αγοράς, επειδή ο κάθε επενδυτής γνωρίζει ότι, οι υψηλές αποδόσεις είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με αντίστοιχο ρίσκο, για το οποίο δεν μπορεί να απαιτεί την οικονομική στήριξη της Πολιτείας (κατ’ επέκταση, των υπολοίπων Πολιτών της χώρας του).

 

Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση της Ισλανδίας κρατικοποίησε παραδόξως τις χρεοκοπημένες τράπεζες (αυθαίρετα προφανώς, χωρίς να ζητήσει δηλαδή τη γνώμη των Πολιτών της), αναλαμβάνοντας τα χρέη τους - όταν δε το 2008 δεν μπόρεσε να εξοφλήσει μία ληξιπρόθεσμη οφειλή, ουσιαστικά χρεοκόπησε. Στις 19.11.2008 συμφωνήθηκε να λάβει το ποσόν των 2,1 δις $ από το ΔΝΤ (σταδιακά), με στόχο τη σταθεροποίηση του νομίσματος, την πληρωμή των υποχρεώσεων και την αναδιοργάνωση του τραπεζικού της συστήματος. Αμέσως μετά, οι σκανδιναβικές χώρες Σουηδία, Νορβηγία, Δανία και Φιλανδία έθεσαν στη διάθεση της Ισλανδίας, μέσω του ΔΝΤ, δάνειο ύψους 2,5 δις $, ενώ η Πολωνία, η Ρωσία και τα νησιά Φερόε συμμετείχαν επίσης, με 500 εκ. $, στο πρόγραμμα διάσωσης.

 

Περαιτέρω, το ΔΝΤ συνέδεσε τη χρηματοδότηση της Ισλανδίας (ως συνήθως), με αυστηρά δημοσιονομικά μέτρα - οπότε η ανεργία αυξήθηκε, η ύφεση εντάθηκε και τα ελλείμματα έγιναν ανεξέλεγκτα, «εξακοντίζοντας» το δημόσιο χρέος στα ύψη. Η «αγορά συναλλάγματος» κατέρρευσε και η οικονομία της χώρας απειλήθηκε με την ολοκληρωτική καταστροφή - απόλυτα πλέον εξαρτημένη από τις εισαγωγές προϊόντων (αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο). Το έλλειμμα για το 2009 υπολογίζεται να ξεπεράσει το 14%, ενώ το δημόσιο χρέος το 109% του ΑΕΠ - από μόλις 27% το 2007.

 

Συνεχίζοντας, ο πρόεδρος της κυβέρνησης της Ισλανδίας έφερε προς ψήφιση έναν νόμο, ο οποίος «αποδέχθηκε», με την οριακή πλειοψηφία του Κοινοβουλίου, την πληρωμή των χρεών των τραπεζών από το κράτος (περίπου 6 δις $), έντοκα και μέσα σε 15 έτη (κυρίως της διαδικτυακής τράπεζας «Icesave», η οποία οφείλει το ποσόν των περίπου 3,8 δις € σε 340.000 Βρετανούς και Ολλανδούς καταθέτες).

 

Εν τούτοις, υποχρεώθηκε τελικά από τους Πολίτες της χώρας του (340.000) να καταφύγει σε δημοψήφισμα, αφού η πλειοψηφία (70%) αρνήθηκε «δημοσκοπικά» να πληρώσει (μέσω φορολόγησης προφανώς) τα χρέη των τραπεζών. Στην πραγματικότητα βέβαια, οι Ισλανδοί δεν αντιτίθενται απέναντι στην πληρωμή των χρεών, αλλά στη συμφωνία της κυβέρνησης τους να υπολογίζονται οι τόκοι με επιτόκιο 5,55% - ποσόν που αντιστοιχεί με το 50% του κόστους του ισλανδικού συστήματος υγείας. Επίσης, οι Ισλανδοί θεωρούν άδικη την επιβάρυνση τους με τα λάθη των ιδιωτικών τραπεζών, οι οποίες επεκτάθηκαν ραγδαία, στηριζόμενες σε δανειακά κεφάλαια, για τα οποία τώρα πρέπει να πληρώσουν οι ίδιοι.

 

Η συνδυασμένη αντίδραση του διεθνούς καπιταλισμού, απέναντι στη δημοκρατική διαδικασία που αποφασίσθηκε στην Ισλανδία, ήταν γρήγορη, βίαιη και τρομακτική: με τη «βοήθεια» των εταιρειών «τύπου Fitch», τα ισλανδικά ομόλογα δημοσίου έλαβαν τη χειρότερη δυνατή αξιολόγηση (Junk), το νόμισμα «αποκηρύχθηκε» εντελώς από τη διεθνή κοινότητα (BBB+ από ΒΒ+ προηγουμένως) και οι συζητήσεις, για την ενδεχόμενη είσοδο της χώρας στην Ε.Ε., σταμάτησαν, πριν ακόμη ξεκινήσουν.

 

Το ΔΝΤ, όπως και οι  υπόλοιπες χώρες, αρνήθηκαν να εμβάσουν τις επόμενες δόσεις του συμφωνηθέντος δανείου. Μέχρι σήμερα έχει ληφθεί το 50% περίπου, ενώ η πληρωμή έχει συνδεθεί με την εκπλήρωση συγκεκριμένων δεσμεύσεων εκ μέρους της Ισλανδίας - μεταξύ των οποίων η εξόφληση των υποχρεώσεων της τράπεζας «Icesave». Ουσιαστικά λοιπόν, αποκλείσθηκε η χώρα από τις διεθνείς χρηματαγορές και απομονώθηκε από όλους τους δανειστές της, έτσι ώστε να υποχρεωθεί να «αναθεωρήσει» τις απόψεις της.

 

Παλαιότερα, μία χρεοκοπημένη χώρα απλά υποδουλωνόταν στους κατακτητές της. Αργότερα, η συμπεριφορά απέναντι της ήταν αντίστοιχη με αυτήν μίας επιχείρησης από τους δανειστές της: μία άλλη χώρα ή μία ομάδα κρατών, όπως σήμερα το ΔΝΤ, αναλαμβάνει την Οικονομία της - ακριβώς όπως «ορίζεται» ένας σύνδικος, για να διεκπεραιώσει τις υποθέσεις μίας χρεοκοπημένης επιχείρησης. Δηλαδή, ο «σύνδικος» θα μπορούσε θεωρητικά να πουλήσει όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Ισλανδίας, με στόχο να εξοφληθούν οι υποχρεώσεις της, οι οποίες «στατιστικά» αντιστοιχούν σε 20.000 $ ανά Ισλανδό πολίτη.

 

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ

 

Η Ιρλανδία, μέχρι τη δεκαετία του 1990, ήταν μία από τις τελευταίες χώρες της Ευρώπης, καταφέρνοντας δύσκολα να ανταπεξέρχεται με τις υποχρεώσεις της - ο τουρισμός ήταν η κυριότερη πηγή των εσόδων της. Στη συνέχεια, μεταξύ των ετών 1998 και 2003, μείωσε δραστικά τη φορολογία εισοδήματος, από το 32% στο 12,5% - ελάχιστη επιβάρυνση για ιδιώτες κάτω από 10%. Πρακτικά, ακόμη και τα ανώτατα εισοδηματικά στρώματα πλήρωναν φόρους κάτω από 35%, λόγω των μεγάλων δυνατοτήτων «συμψηφισμού εξόδων» που προσέφερε η χώρα.

 

Το γεγονός αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να «μετακομίσουν» πάνω από 400 ξένες επιχειρήσεις στον Ιρλανδικό φορολογικό παράδεισο, μαζί με τους ιδιοκτήτες τους. Έτσι, από την κάποτε αγροτική χώρα, δημιουργήθηκε ένα μεγάλο βιομηχανικό κράτος, το οποίο συμμετείχε με πάνω από το 50% στο εθνικό ΑΕΠ. Κάθε τρίτος Ιρλανδός εργαζόταν στη βιομηχανία, ξένοι εργάτες εισέρρεαν στη χώρα μαζικά, κυρίως από την Ευρώπη, ενώ οι βιομηχανικές εξαγωγές αποτελούσαν το 80% των συνολικών εξαγωγών της χώρας (εξ αυτού, στον Πίνακα Ι, το εντυπωσιακά θετικό εμπορικό ισοζύγιο της χώρας).

 

Περαιτέρω, η σκόπιμη «απλοποίηση» των τραπεζικών νόμων και διαδικασιών, αντιμετωπίσθηκε θετικά από τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα - με αποτέλεσμα να συγκεντρωθούν στη χώρα πάνω από 60 διαφορετικές τράπεζες, καθώς επίσης αρκετές «εταιρείες ειδικών σκοπών» («σκιώδεις τράπεζες» δηλαδή). Όλα αυτά τα «ιδρύματα» αγόραζαν μαζικά, μεταξύ άλλων, αμερικανικά δάνεια χαμηλής εξασφάλισης (Subprimes), χρηματοδοτώντας τα με βραχυπρόθεσμες πιστώσεις και επιτυγχάνοντας υψηλές αποδόσεις για τις μητρικές τράπεζες της Γερμανίας, της Μ. Βρετανίας κλπ.

 

Το 1999/2002 υιοθετήθηκε το Ευρώ, αντικαθιστώντας τη μέχρι τότε αρκετά αδύναμη ιρλανδική λίρα, μειώνοντας κατά 50% τον πληθωρισμό και προσελκύοντας ακόμη περισσότερα ξένα κεφάλαια στο κράτος. Ο αριθμός των απασχολουμένων στο χρηματοπιστωτικό κλάδο οχταπλασιάστηκε, ενώ ιδρύθηκαν πάρα πολλά call centers, δικηγορικές εταιρείες και μεσιτικά χρηματιστηριακά γραφεία - με αποτέλεσμα να μετατραπεί ο τομέας των υπηρεσιών της Ιρλανδίας σε μία διεθνή «μηχανή παραγωγής χρημάτων».

 

Σαν «λογικό» επακόλουθο της παραπάνω διαδικασίας, οι Ιρλανδοί δανείζονταν όλο και περισσότερα χρήματα - κυρίως για την αγορά ακινήτων, οπότε οι τιμές τους εκτοξεύθηκαν στα ύψη. Κατοικίες που στην αρχή κόστιζαν μόλις 20.000 €, αγοράζονταν το 2004/2005 μέχρι και έναντι 250.000 € - φυσικά επί πιστώσει. Οι Ιρλανδοί, όπως και οι Αμερικανοί την ίδια περίπου εποχή, πίστευαν ότι οι συνεχώς  αυξανόμενες τιμές των κατοικιών, θα εξοφλούσαν από μόνες τους τις υποχρεώσεις που αναλάμβαναν. Στο τέλος, το ποσοστό των ιδιόκτητων κατοικιών στην Ιρλανδία ξεπέρασε το 80%  - το μεγαλύτερο στην Ευρώπη.

 

Με το ξέσπασμα όμως της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης άλλαξε εντελώς το τοπίο, ξεκινώντας με την εβδομαδιαία σχεδόν χρεοκοπία των «εταιρειών ειδικών σκοπών», λόγω του ότι ήταν αδύνατον πλέον να εξασφαλίσουν βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις. Πρώτη από όλες χρεοκόπησε η γερμανική IKB, η οποία τελικά διασώθηκε από τη μητρική της KFW - με τη βοήθεια δισεκατομμυρίων € των γερμανών φορολογουμένων (αιώνιοι «είλωτες» του ισχυρού κράτους τους). Στη συνέχεια, τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα άρχισαν να εγκαταλείπουν μαζικά τη χώρα, ενώ το 2008 η παγκόσμια κρίση «χτύπησε» και τις Ιρλανδικές τράπεζες. «Μπορεί κανείς να δει πια δια γυμνού οφθαλμού, πώς βυθίζονται οι τράπεζες στη θάλασσα», ήταν η χαρακτηριστική έκφραση ενός Ιρλανδού τραπεζίτη.

 

Το κράτος λοιπόν αναγκάσθηκε να διασώσει τις τρείς μεγάλες τράπεζες (Bank of Ireland, Allied Irish, Anglo Irish), επενδύοντας 13 δις € και συμμετέχοντας με 25% στα ίδια κεφάλαια τους. Όμως, η κρίση συνέχισε το δρόμο της, με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν συνεχείς χρεοκοπίες εταιρειών και μαζικές απολύσεις εργαζομένων, οι οποίες δημιούργησαν τεράστιες ουρές στα γραφεία ευρέσεως εργασίας, καθώς επίσης στα ταμεία ανεργίας της χώρας.

 

Η αγορά ακινήτων στη Ιρλανδία έχει πλέον σχεδόν καταρρεύσει, με τις τιμές να ακολουθούν μία συνεχή πτωτική πορεία (-30% μέσα σε λίγους μήνες), με χιλιάδες «πωλητήρια» να διακοσμούν σχεδόν ολόκληρες, «νεκρές» από κατοίκους, συνοικίες και με τις δόσεις των ενυπόθηκων δανείων να μην μπορούν να εξοφληθούν από τους ιδιοκτήτες τους.

 

Οι ξένοι επενδυτές εγκαταλείπουν μαζικά τη χώρα, κλείνοντας τις βιομηχανίες τους (για παράδειγμα η αμερικανική Dell, ένας από τους μεγαλύτερους εργοδότες της χώρας, με 14.000 εργαζομένους, καθώς επίσης ο παραγωγός πορσελάνης Waterford Wedgwood, η μητρική εταιρεία της γερμανικής Rosenthal, η οποία πτώχευσε κλπ). Πολλοί υπολογίζουν ότι, η ανεργία στη χώρα θα ξεπεράσει το 2010 ακόμη και το 40%, κυρίως επειδή η ελάχιστη αμοιβή ανά εργαζόμενο, λόγω των «επίμονων» συνδικάτων, παραμένει στο ύψος των 8,65 €/ώρα – μία από τις υψηλότερες παγκοσμίως. Επίσης, η ελάχιστη σύνταξη για όλους ανεξαιρέτως τους Ιρλανδούς παραμένει στα 223 € την εβδομάδα, παρά το ότι το δημόσιο αδυνατεί να ανταπεξέλθει με τέτοια βάρη.

 

Ουσιαστικά λοιπόν η Ιρλανδία έχει πτωχεύσει, λίγους μήνες μετά από την Ισλανδία – το επιτόκιο του δανεισμού της φτάνει μέχρι και το 7%. Εν τούτοις, η συμμετοχή της στη ζώνη του Ευρώ δεν επιτρέπει την εγκατάλειψη της, κατά το ισλανδικό παράδειγμα, στα «νύχια» του ΔΝΤ, αφού κάτι τέτοιο θα προκαλούσε μεγάλη ζημία στο κοινό νόμισμα. Όμως, το δωρεάν εκπαιδευτικό της σύστημα είναι αδύνατον πια να χρηματοδοτηθεί, όπως επίσης το σύστημα υγείας της, στο οποίο ο ασθενής δεν επιβαρυνόταν με κανενός είδους συμμετοχή στο κόστος των νοσηλίων.

 

Ολοκληρώνοντας, τα κεντρικά σημεία της ιρλανδικής κρίσης, τα οποία θα επιδεινώσουν ακόμη περισσότερο τα μεγέθη της χώρας, είναι:

 

(α) η κρατική διάσωση των ιρλανδικών τραπεζών από τη χρεοκοπία, κόστος που υπολογίζεται να ανέλθει στο 33% του ΑΕΠ της χώρας (περίπου στα 70 δις $), διαμορφώνοντας το δημόσιο χρέος της πολύ πάνω από το 50% του ΑΕΠ της (από 21% το 2007) και

 

(β) η υπερβολή (φούσκα) στην αγορά ακινήτων, η οποία θα έχει επίσης αρνητικές συνέπειες τόσο στο ΑΕΠ, όσο και γενικότερα στην Οικονομία της χώρας.

 

Αιτία της «διπλής κρίσης» της Ιρλανδίας θεωρείται ότι είναι η αδιαφανής, μυστικοπαθής και «καρτελοποιημένη» διαμόρφωση των πολιτικών, ειδικά στους δύο αυτούς τομείς της Οικονομίας (ο έλεγχος των ρυθμιστικών Αρχών από τους υποτιθέμενους ελεγχόμενους, με αποτέλεσμα οι ρυθμιστικές Αρχές να μην εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον).

 

Η ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

 

Η Ισπανία πλήττεται κυρίως από την κρίση της αγοράς ακινήτων, η οποία έχει δημιουργήσει στη χώρα απίστευτα ποσοστά ανεργίας – κατά την Eurostat ξεπερνούν το 19% (η ανεργία των νέων ευρίσκεται στο 39%, κυρίως λόγω της ελλιπούς εκπαίδευσης τους, αφού το 25% περίπου εγκαταλείπουν πρόωρα τη μέση εκπαίδευση). Ουσιαστικά, η αγορά «εκδικείται» την χρήση της «υπερτιμολόγησης» για την αγορά ακινήτων, η οποία ήταν συνήθης πρακτική, ακόμη και μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

 

Για παράδειγμα, εάν για την αγορά ενός ακινήτου απαιτούνταν 210.000 € οι μεσιτικές εταιρείες, γνωρίζοντας ότι οι τράπεζες δάνειζαν το 70% της αξίας του ακινήτου υποθηκεύοντας το, εξασφάλιζαν στους πελάτες τους αξιολογήσεις, οι οποίες «εκτιμούσαν» την κατοικία  στα 300.000 € - στην πραγματικότητα «κατ’ εντολή» των ίδιων των τραπεζών. Έτσι λοιπόν η τράπεζα, χρηματοδοτώντας «τυπικά» το 70% της αξιολόγησης, ουσιαστικά δάνειζε (παράνομα και εν γνώσει της), το 100% της πραγματικής αξίας του ακινήτου (210.000 €), «κατασκευάζοντας» έντεχνα «σίγουρα δάνεια» (τα οποία στη συνέχεια «τιτλοποιούσε» στις διεθνείς χρηματαγορές, κατά το επιτυχημένο παράδειγμα των αμερικανικών και λοιπών τραπεζών).

 

Από το 1997 έως το 2006 οι τιμές των ακινήτων αυξάνονταν ετησίως κατά 11%, με την οικοδομική δραστηριότητα να αποτελεί το 18% του ισπανικού ΑΕΠ – ένα πραγματικά υπερβολικό ποσοστό. Οι 860.000 κατοικίες που κατασκευάσθηκαν μόνο το 2006, αποτελούν ευρωπαϊκό ρεκόρ – ένας ανάλογος αριθμός κατοικιών «αντιπροσωπεύει» όλες τις νέες κατοικίες, για το ίδιο έτος, στις Γερμανία, Γαλλία και Μ. Βρετανία μαζί. Μεταξύ των ετών 2003 και 2006, ο αριθμός των νέων κατοικιών στην Ισπανία ήταν κατά 1,2 εκ. υψηλότερος από την υφιστάμενη ζήτηση (κατά τον οικονομολόγο Jose Garcia Montalvo).

 

Με το ξεκίνημα της αμερικανικής κρίσης των ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης, σταμάτησε απότομα η οικοδομική ανάπτυξη της Ισπανίας. Τον Ιανουάριο του 2008, οι τιμές των ακινήτων ήταν κατά -27% χαμηλότερες από τον αντίστοιχο μήνα του προηγουμένου έτους, ενώ για το 2008 υπολογίζεται μείωση της οικοδομικής δραστηριότητας κατά -72%. Το γεγονός αυτό θα έχει μεγάλες επιπτώσεις στις τράπεζες, το αργότερο όταν οι ιδιοκτήτες των ακινήτων θελήσουν να τα πουλήσουν, μη έχοντας τη δυνατότητα να ανταποκριθούν στις οικονομικές υποχρεώσεις τους (δόσεις δανείων).

 

Φυσικά, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, οι ισπανικές τράπεζες έχουν τιτλοποιήσει τα ανυπόθηκα δάνεια, δημιουργώντας από αυτά τα γνωστά προϊόντα RMBS (retail mortgage backed securities). Σύμφωνα με τη Moodys, το 2006 οι τράπεζες πούλησαν στις διεθνείς αγορές τέτοια προϊόντα αξίας 38 δις € - το 2007 ακόμη περισσότερα, συνολικής αξίας 62 δις €. Μετά το ξέσπασμα της κρίσης όμως, ακόμη και RMBS με αξιολόγηση ΑΑΑ πουλιούνται πολύ δύσκολα, καθώς επίσης σε πολύ χαμηλές τιμές (γύρω στο 55% της ονομαστικής τους αξίας).

 

Οι ισπανικές όμως τράπεζες, δεν είναι διατεθειμένες να πουλήσουν σε τόσο χαμηλές τιμές, αφού έχουν τη δυνατότητα να τα τοποθετήσουν σαν εγγυήσεις στην ΕΚΤ, έναντι βραχυπρόθεσμων πιστώσεων εκ μέρους της (!). Στην προκειμένη περίπτωση, η μειωμένη εκτίμηση εκ μέρους της ΕΚΤ είναι μόλις -18%, γεγονός που σημαίνει ότι οι τράπεζες, για κάθε «τιτλοποιημένο» ενυπόθηκο δάνειο τους, «εισπράττουν», δανείζονται δηλαδή από την ΕΚΤ, το 80% περίπου της αξίας του (κατά την άποψη μας, μία ιδιαίτερα ενοχλητική αυθαιρεσία εκ μέρους της ΕΚΤ, η οποία θεωρεί ότι «νομιμοποιείται» να ελέγχει άλλα κράτη, όπως το δικό μας, χωρίς η ίδια να ελέγχεται αντίστοιχα).

 

Η «αποφασιστική» ερώτηση όμως έχει σχέση με την πραγματική αξία των RMBS, τα οποία αξιολογούνται με ΑΑΑ. Εάν δηλαδή η αξιολόγηση τους βασίζεται στις αστρονομικές τιμές των κατοικιών πριν από το 2007, καθώς επίσης στις υπερτιμολογήσεις των μεσιτικών εταιρειών που εξασφάλιζαν την 100% χρηματοδότηση των ακινήτων, τότε τα ισπανικά RMBS δεν αξίζουν ούτε καν το χαρτί, επάνω στο οποίο «τιτλοποιήθηκαν».

 

Το χειρότερο δυνατόν σενάριο βέβαια θα ήταν τυχόν χρεοκοπία κάποιας από τις ισπανικές τράπεζες, οι οποίες έχουν τοποθετήσει τα RMBS σαν εγγύηση για τη λήψη δανείων εκ μέρους της ΕΚΤ. Τότε η ΕΚΤ θα ήταν υποχρεωμένη να ζητήσει η ίδια την εξόφληση των επί μέρους δανείων από τους Ισπανούς, οι οποίοι τα έχουν λάβει υποθηκεύοντας τις κατοικίες τους. Εάν δεν τα καταφέρει να εισπράξει αυτές τις απαιτήσεις, τότε οι ζημίες θα επιβαρύνουν την Ευρωζώνη – επομένως όλους τους Ευρωπαίους Πολίτες, οι οποίοι θα κληθούν να αναλάβουν τα χρέη της ΕΚΤ, χωρίς καν να ερωτηθούν προηγουμένως Πρόκειται λοιπόν για μία ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της Οικονομίας της Ε.Ε., μεγάλης ισχύος, εξαιρετικά απειλητική, καθώς επίσης αποφασιστική για το μέλλον της – όπως και για το νόμισμα της.

 

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, ο πίνακας που ακολουθεί, δείχνει την εξέλιξη ενός άλλου σημαντικού προβλήματος της Ισπανικής Οικονομίας: του εξωτερικού χρέους, το οποίο υπερδιπλασιάστηκε (177% το 2007) σε σχέση με το ΑΕΠ (σχεδόν αντίστοιχη πορεία με αυτήν της Πορτογαλίας). Το γεγονός αυτό προέρχεται προφανώς από το αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο της χώρας ( -110 δις $ το 2007 ή σχεδόν 10% του ΑΕΠ της), το οποίο οφείλεται στη συνεχώς μειούμενη ανταγωνιστικότητα της Οικονομίας, η οποία αναγκάζει την Ισπανία να εισάγει όλο και περισσότερα προϊόντα, εξάγοντας όλο και λιγότερα (επίδραση του ισχυρού € κλπ)

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Εξωτερικό και δημόσιο χρέος της Ισπανίας

 

Έτος

Εξωτερικό χρέος / $

Διαφορά

Δημόσιο χρέος σε % ΑΕΠ

2002

90.000.000.000

2003*

718.400.000.000

698,22%

62,70

2004

771.100.000.000

7,34%

53,20

2005

970.700.000.000

25,89%

42,90

2006

1.591.000.000.000

63,90%

39,90

2007

2.047.000.000.000

28,66%

35,70

Πηγή: CIA World Factbook – 16 Μαίου 2008 – 01.01.2008 Δημόσιο Χρέος (Β. Βιλιάρδος)

* Η παρατηρούμενη τεράστια αύξηση του εξωτερικού χρέους κατά 700% το έτος 2003 «αναδεικνύει» προφανώς ένα ιδιαίτερα μεγάλο (πιθανότατα τραπεζικό) και ξαφνικό «άνοιγμα» της  Ισπανίας, το οποίο ενδεχομένως θα «συρρικνωθεί» στο μέλλον.

 

Παρά το συνεχώς αυξανόμενο εξωτερικό χρέος, το δημόσιο χρέος της Ισπανίας, μετά το 2003, έβαινε συνεχώς μειούμενο (παραδόξως κατά την άποψη μας), όπως αποδεικνύεται από τον προηγούμενο πίνακα (τελευταία στήλη). Σύμφωνα όμως με την πρόσφατη έκθεση της Standard & Poors, το δημόσιο χρέος σχεδόν θα διπλασιαστεί στα τέλη του 2009 και θα ανέλθει στο 67% του ΑΕΠ - σαν αποτέλεσμα του ελλείμματος του προϋπολογισμού της, το οποίο φαίνεται ότι θα ξεπεράσει το -10%.

 

Περαιτέρω, το εθνικό στατιστικό ινστιτούτο της χώρας (ΙΝΕ) δίνει τα παρακάτω μεγέθη για το Σεπτέμβριο του 2009, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγουμένου έτους:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Δείκτες της Ισπανίας Σεπτέμβριος 2009 / Σεπτέμβριος 2008

 

Τιμές καταναλωτικών αγαθών

-1,00%

Τιμές βιομηχανικών προϊόντων

-5,40%

Βιομηχανική παραγωγή

-20,00%

ΑΕΠ

-4,20%

Εργατικό κόστος

+3,90%

Ανεργία * (επί πλέον 90.000 άτομα τον Οκτώβρη)

+6,60%

Νέες υποθήκες

-11,60%

Κάλυψη ξενοδοχείων

-7,80%

Πληθυσμός (46.662.000)

+1,10%

Κάτοικοι χωρίς ισπανικό διαβατήριο (5,6 εκ)

+6,30%

Πηγή: INE Espana Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* Επίσημος δείκτης ανεργίας Σεπτέμβριος 2009 17,93% - 6,60% υψηλότερα

 

Εάν συνδέσει κανείς όλες αυτές τις δυσμενείς εξελίξεις, τις προβλέψεις και τους δείκτες, θα συμπεράνει μάλλον εύκολα ότι, η Ισπανική Οικονομία θα εξελιχθεί πολύ πιθανόν σε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Ευρωζώνης - ειδικά της ΕΚΤ (το μέγεθος του ΑΕΠ της είναι εξαπλάσιο του Ελληνικού). Η Ισπανία είναι σε θέση να καταρρεύσει απότομα, πιθανόν συνεπικουρούμενη από την ακόμη μεγαλύτερη Ιταλία (ΑΕΠ 2007 περίπου 1,862 τρις $), βασικό «μειονέκτημα» της οποίας δεν είναι τόσο το αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο (-8,8 δις $ το 2007), όσο το τεράστιο δημόσιο χρέος της (105,6% το 2007), καθώς επίσης το έλλειμμα της (-53 δις $ το 2007).

 

Ενδεχομένως λοιπόν, συμπεριλαμβάνοντας και την επέκταση των Αυστριακών τραπεζών στην Ανατολική Ευρώπη (όπου τα δάνεια τους υπολογίζονται στο 100% του ΑΕΠ της χώρας), η Ελλάδα να αντιμετωπίζει «συγκριτικά» τα λιγότερα προβλήματα όλων – πόσο μάλλον όταν απλά και μόνο ο εξορθολογισμός του δημοσίου τομέα της, σε συνδυασμό με τα μεγάλα περιθώρια μείωσης των δαπανών της (μισθοί ΔΥ, σπατάλη κλπ), μπορεί να επαναφέρει το έλλειμμα πολύ γρήγορα σε, φυσιολογικά για την εποχή, επίπεδα.

 

 

ΠΗΓΗ: ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ-ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ 10


banner psaremagr

© 2004 - 2019 All Rights Reserved. | Φιλοξενία & Κατασκευή HostPlus LTD

hostplus 35

No Internet Connection