Εψες την νυχτα φιλοι μου αρματωσαμε καλαμια
κι αντι να παμε θαλασσα πηραμε τα ρουμανια.
Γυριζαμε στην σκοτεινια καλο να βρουμε τοπο
να στησουμε τα καλαμια μας με ενα ωραιο τροπο.
Κατα η ωρα 12 και με καμποση τυχη
βρηκαμε το σημειο μας στου φραγματος τα τειχη.
Εστησα τα καλαμια μου και εστριψα τσιγαρο
και μεχρι η ωρα 3 εγινικα φουγαρο.
Και να σου τοτε ξαφνικα αρχισαν οι καμπανες
και με το φιλο γιναμε και οι δυο μας λαμπαδες.
Αρχισε πρωτος να τραβα και εβγαλε θηριο
και με μιας ξεχασαμε το τσουχτερο το κρυο.
Υστερα ηρθε η σειρα να μπω και γω στην μαχη
το μονο που καταφερα να παρω ηταν ανθη.
Ο φιλος εσυνεχισε πηρε ακομη ενα
και'γω ακομη παλευα με εφταμετρη αντενα.
Ετσι το ριχνω στο ποτο την δυνατη ζιβανα
και πηρα στο τηλεφωνο την φιλη τη Γιοβανα.
Ειναι γουρλου η κοπελια και η τυχη μου αλλαζει
και το κουδουνι αρχισε εμενα να φωναζει.
Τα παραταω ολα εκει και παιρνω το καλαμι
εμενα με ετιμησε ενα καλο γριβαδι.
Η νυχτα σχεδον ετελιωσε πηρε να ξημερωνει
και η κουραση στα σωματα αρχισε να απλωνει.
Ετσι τα εδιπλωσαμε και πηγαμε στο σπιτι
και τελιωσε το ψαρεμα μεχρι την αλλη Τριτη.