Loading...
  • 211 800 86 86
  • info@psarema.gr

    Η Τέχνη της Συρτής Β! μέρος

    Οι διάφορες καινοτομίες
    Όσα σημείωσα μέχρι τώρα αφορούν την κλασική (ή παραδοσιακή) συρτή βυθού που γνωρίζουν και χρησιμοποιούν οι περισσότεροι από αυτούς που α-σχολούνται με αυτό το ψάρεμα. Τα τελευταία χρόνια πολλοί από αυτούς, μεταξύ των οποίων και εγώ, έχουν κάνει κάμποσες καινοτομίες, που έχουν διευκολύνει αυτό το ψάρεμα. Θα αναφέρω όσες έχω υπόψη μου, ξεκινώντας από αυτές που έχω σκεφτεί και έχω χρησιμοποιήσει ο ίδιος.
    Οι ηλεκτρικές ανέμες
    Οι ηλεκτρικές ανέμες είναι μηχανάκια τα οποία βοηθούν κυρίως στο γρήγορο και ξεκούραστο σήκωμα της συρτής, όταν αυτό γίνεται δύσκολο λόγω του μεγάλου βάθους στο οποίο προσπαθούμε να ψαρέψουμε. (Εικόνα 15). Άλλω-στε οι μηχανισμοί αυτοί αρχικά κατασκευάστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν αρ-χικά για να διευκολύνουν το ψάρεμα της βαθιάς καθετής που φτάνει στα απί-στευτα βάθη μέχρι και 400 μέτρων, όπου ψαρεύει κυρίως μεγάλους μπαλάδες. Με κατάλληλες τροποποιήσεις τα ίδια μηχανάκια χρησιμοποιούνται και στη συρτή βυθού.
    Τα μηχανάκια αυτά, ανάλογα και με το είδος τους, διαθέτουν συνήθως δύο ταχύτητες, κίνηση εμπρός και πίσω και κατάλληλα ρυθμιζόμενα φρένα, ώστε να «πατινάρουν» όταν η συρτή κολλήσει ή πιάσει κάποιο μεγάλο ψάρι και κιν-δυνεύει να κοπεί. Απαιτούν όμως και κατανάλωση αρκετού ρεύματος, που υ-ποχρεώνει όσους τα χρησιμοποιούν να έχουν οπωσδήποτε μηχανή που να μπο-ρεί να παράγει ρεύμα με κάποιου είδους δυναμό, γιατί πολλές φορές ακόμη και μια καλά φορτισμένη μπαταρία μπορεί να μην αρκέσει για ένα πολύωρο ψάρε-μα συρτής.
    Μερικοί ισχυρίζονται ότι με τη βοήθεια αυτών των εργαλείων μπορούμε να οδηγήσουμε τη συρτή μας σε μεγαλύτερα βάθη από αυτό των 50 μέτρων που έθεσα στα προηγούμενα ως όριο, εγώ όμως δεν το έχω ποτέ καταφέρει, γιατί όσες φορές το προσπάθησα μου φάνηκε ιδιαίτερα δύσκολος έως αδύνατος ο έλεγχος της συρτής, λόγω του τεράστιου μήκους του νήματος που σέρνεται πί-σω από τη βάρκα.
    Στην ηλεκτρική ανέμη που χρησιμοποίησα εγώ (είναι αυτή που φαίνεται δε-ξιά στην εικόνα 15) είχα κάνει και μια μικρή καινοτομία τοποθετώντας με κα-τάλληλη διάταξη ένα κανταράκι ώστε να μου δείχνει και όλα όσα συμβαίνουν στο βυθό, χωρίς να είμαι υποχρεωμένος να κρατάω συνεχώς στο χέρι τη βαριά συρτή, αλλά παρατηρώντας αντ’ αυτού συνέχεια το κανταράκι.
    Δυστυχώς αυτή την ανέμη μου την έκλεψαν οι γύφτοι, μαζί και με διάφορα άλλα πράγματα, όταν μπήκαν στη βάρκα μου και δεν την αντικατέστησα γιατί στο μεταξύ, όπως ήδη ανέφερα, είχα ήδη σχεδόν σταματήσει να ψαρεύω συρτή βυθού, λόγω ... έλλειψης ψαριών. Έτσι δεν μπορώ να την παρουσιάσω σε φω-τογραφία, μπορώ όμως και θα την δείξω ικανοποιητικά με το σκαρίφημα της Εικόνας 16 για κάποιον που τυχόν θα θελήσει να κάνει το ίδιο.
    Αυτή η καινοτομία δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί εάν η συρτή είχε τα μεγάλα μολύβια των 150 γραμμαρίων, γιατί αυτά δεν θα μπορούσαν να πε-ράσουν από το ράουλο που φαίνεται στο σκαρίφημα που παραθέτω.
    Τα διαφορετικά μολύβια
    Ο κανόνας που έθεσα πιο πάνω, δηλαδή η τακτική των δετών μολυβιών των 150 γραμμαρίων ανά 8 μέτρα, μπορεί να μετατραπεί σε άλλον, αν αυτό μας ε-ξυπηρετεί καλύτερα, αρκεί να διατηρεί το μοίρασμα του βάρους με τις ίδιες ανα-λογίες.
    Εγώ αντί να χρησιμοποιήσω τα διάφορα μολύβια των 150 γραμμαρίων που κυκλοφορούν στο εμπόριο, χρησιμοποίησα μικρά περαστά μολυβάκια τα οποία μοίρασα ως εξής:
    Ανά 4 μέτρα έβαλα μια «ομάδα» από 3 περαστά μολυβάκια των 20 γραμμα-ρίων και ένα των 15 γραμμαρίων, δηλαδή συνολικά 75 γραμμάρια ανά 4 μέτρα, που σημαίνει προφανώς ότι είναι το ίδιο με το να βάλεις 150 γραμμάρια ανά 8 μέτρα. Η διάταξη αυτή έχει το ίδιο αποτέλεσμα με την προηγούμενη, αλλά ε-ξυπηρετεί πολύ καλύτερα στο ότι τα μολύβια τυλίγονται πολύ πιο στρωτά στην ηλεκτρική ανέμη, αφού είναι σαν κομπολόι και έχουν και λιγότερη αντίσταση στο νερό. Ένα ακόμη πλεονέκτημα που έχουν είναι ότι η αρίθμησή τους αντι-στοιχεί ακριβώς με το βάθος, αφού κάθε ομάδα μολυβιών των 75 γραμμαρίων κατεβάζει τη συρτή κατά 1 μέτρο. Η συρτή δηλαδή αντί να έχει 25 μολύβια των 150 γραμμαρίων ανά 8 μέτρα με αρίθμηση από 1 έως 25, έχει 50 ομάδες των 75 γραμμαρίων ανά 4 μέτρα με αρίθμηση από 1 έως 50, όσος δηλαδή ακριβώς εί-ναι και ο μέγιστος αριθμός μέτρων που μπορεί να κατέβει. Αυτό έχει σαν απο-τέλεσμα όταν στο χέρι σου κρατάς το μολύβι με αριθμό 27 ξέρεις ότι η συρτή σου ψαρεύει σε βάθος 27 μέτρων κι έτσι λόγω της ταύτισης αυτών των αριθμών δεν χρειάζεται να κάνεις άλλους υπολογισμούς από μνήμης.
    Μετά που μου έκλεψαν την ηλεκτρική ανέμη και μου έμεινε η αναπληρωμα-τική συρτή, που πάντα είχα για την περίπτωση που θα πάθαινε κάποια ζημιά η βασική, ανακάλυψα ότι αυτός ο τρόπος διάταξης των μολυβιών βολεύει πολύ καλύτερα και στο μάζεμα με το χέρι, γιατί έχοντας περισσότερα «πιασίματα» η μάνα την μαζεύεις πολύ πιο ξεκούραστα. Τα περαστά μολυβάκια συγκρατούνται στην θέση τους με δυο κόμπους που κάνω στο νήμα μπρος και πίσω από κάθε ομάδα με μολυβάκια. Στο εδάφιο με τις συρτές αφρού θα δείξω κάτι ανάλογο σχεδιαστικά και εκεί θα γίνει ευκολότερα αντιληπτό.
    Επειδή δεν έχω πια ηλεκτρική ανέμη για να δείξω πώς τυλίγεται επάνω της η συρτή βυθού όταν τα μολύβια της δεν είναι ενιαία αλλά 3 μικρά των 20 γραμ-μαρίων και ένα των 15 γραμμαρίων του τύπου «περαστά» και όχι «δετά», έχω φωτογραφήσει και δείχνω στην Εικόνα 17 μια από τις συρτές αφρού για τις ο-ποίες θα μιλήσω παρακάτω για να δείξω το ίδιο πράγμα, το οποίο θεωρώ ότι είναι ένα πολύ εξυπηρετικό σύστημα. Με τον τρόπο αυτό μπορείς να έχεις και μια μικρότερη συρτή βυθού που να έχει 29 μολυβάκια των 75 γραμμαρίων και ένα των 40 γραμμαρίων στην αρχή, με την οποία θα ψαρεύεις σε βάθη έως 30 μέτρα και θα την τυλίγεις άνετα σε ένα μεγάλο καρούλι χωρίς πρόβλημα.
    Η πολλαπλές συρτές
    Αυτή είναι μια καινοτομία την οποία έχω δει σε βιβλία και επεχείρησα να πραγματοποιήσω στο παρελθόν με πλήρη αποτυχία. Την παραθέτω σχεδιαστικά με το σχετικό σκαρίφημα, (Εικόνα 18), μήπως και κάποιος θελήσει να την δοκιμάσει. Στην δική μου περίπτωση το εγχείρημα κατέληξε σε ένα αρκετά πο-λύπλοκο ... μπέρδεμα και μερικές ώρες ψαρέματος στο βρόντο.
    Στην πατρίδα μου το Ναύπλιο ψαρεύαμε με δυο συρτές βυθού γιατί τα νερά ήταν, όπως έχω ήδη αναφέρει, ρηχά και οι συρτές στέκονταν σε μικρή σχετικά απόσταση πίσω από τη βάρκα χωρίς να μπερδεύονται εύκολα. Φυσικά τις κρε-μάγαμε στα πλαϊνά της βάρκας με κουδουνάκια, όπως θα δούμε ότι ψαρεύονται και οι συρτές αφρού παρακάτω και όχι τη μία ... επάνω στην άλλη. Αυτό το κά-ναμε γιατί το ψάρεμα με δυο συρτές αυξάνει τις πιθανότητες και σου δίνει τη δυνατότητα να δοκιμάζεις και να συγκρίνεις διαφόρων ειδών δολώματα. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει όταν οι συρτές είναι πολύ μακριές, αφού χρειάζεται να πηγαίνουν σε μεγάλα βάθη, δηλαδή άνω των 10 ή 15 μέτρων. Από εκεί και πέρα τα πράγματα γίνονται εξαιρετικά πολύπλοκα και οι συρτές μπερδεύονται άσχημα τις περισσότερες φορές.
    Θέμα 2ο: Η συρτή αφρού
    Με την ονομασία «συρτή αφρού» εννοούμε ένα είδος συρτής, που στοχεύει σε είδη ψαριών που συχνάζουν κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας ή και στα μεσόνερα, δηλαδή σε βάθος μέχρι 10 το πολύ μέτρα από την επιφάνεια.
    Τέτοια ψάρια είναι τα εξής: γοφάρι, ζαργάνα, κοκκάλι, κολιός, σκουμπρί, κυνηγός ή λίπερο, λαβράκι, λίτσα, λούτσος, μαγιάτικο, μανάλι (μικρό μαγιάτι-κο), μελανούρι, ξιφίας, παλαμίδα, σαυρίδι, σκουμπρί, τόνος, φρίσσα, τονάκια ή ορτσίνια ή λεκατίκια.
    Τα περισσότερα από αυτά ψαρεύονται με τα διάφορα είδη της συρτής αφρού, μερικά όμως ψαρεύονται και με άλλα είδη ψαρέματος.
    Για παράδειγμα το μαγιάτικο μπορεί να ψαρευτεί με τις συρτές του αφρού, ψαρεύεται όμως και με τα διάφορα είδη συρτής βυθού και με παραγάδια κ.λ.π. γιατί είναι ψάρι που κυκλοφορεί παντού, από την επιφάνεια μέχρι και σε πολύ βαθιά νερά.
    Όλα πάντως τα είδη που αναφέρω παραπάνω έχει παρατηρηθεί ότι μπορούν να ψαρευτούν με την τεχνική της συρτής αφρού, δηλαδή μιας συρτής, που κα-τεβάζει το δόλωμά της το πολύ μέχρι το βάθος των 5-6 μέτρων και σπανιότερα ακόμη περισσότερο μέχρι το βάθος των 10 μέτρων το πολύ.
    Από αυτό το βάθος και πάρα κάτω, τη σκυτάλη παραλαμβάνουν άλλα εργα-λεία, όπως η συρτή βυθού, η συρτή με μολύβι φύλακα, η ζόκα, η τεχνική του πλάνου, το downrigger, οι διάφοροι καταβυθιστές κ.λ.π.
    Τα μέρη από τα οποία αποτελείται μια συρτή αφρού, οι τρόποι που κατα-σκευάζονται αυτά και οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται στην πράξη, περιγρά-φονται στα παρακάτω, με ταυτόχρονη παράθεση αναλυτικών σχεδίων και φω-τογραφιών όπου χρειάζεται.
    Η αρματωσιά
    Όταν λέμε αρματωσιά εννοούμε το τελευταίο μέρος της συρτής, δηλαδή αυ-τό που είναι κοντά στο δόλωμα. Το μέρος αυτό συνήθως αποτελεί ιδιαίτερο κομμάτι του εργαλείου, γιατί είναι και αυτό που έρχεται σε απευθείας «επαφή» με το υποψήφιο θήραμα.
    Δύο από τις πιο συνηθισμένες αρματωσιές συρτής αφρού, φαίνονται στην Εικόνα 19, αν και στο ψάρεμα αυτό υπάρχουν πάρα πολλές παραλλαγές και εμπνεύσεις κατά τόπους και είδη θηραμάτων.
    Η υπόλοιπη μάνα
    Το κυρίως μέρος του εργαλείου, η λεγόμενη μάνα, μπορεί να είναι είτε από νήμα, που εξασφαλίζει ευαισθησία ακόμη και στο παραμικρό χτύπημα, είτε μια οποιαδήποτε μεσηνέζα καλής ποιότητας και ανάλογης με τα υποψήφια θηρά-ματα αντοχής, γιατί την ίδια θα την χρησιμοποιούμε για πολλά χρόνια. Εγώ προτιμώ το νήμα. Τις μάνες στις συρτές που έχω, ούτε που θυμάμαι πότε τις έ-φτιαξα για πρώτη φορά.
    Για την κατασκευή αυτού του μέρους του εργαλείου υπάρχουν αρκετές εκ-δοχές κατά περίπτωση. Εδώ θα καταγράψω μόνο αυτές που χρησιμοποιώ εγώ και τις ξέρω καλά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απορρίπτω όλες τις υπόλοιπες, γιατί κατά τόπους και είδη θηραμάτων οι τεχνικές διαφέρουν.
    Η 1η εκδοχή είναι ένα συνεχές νήμα ή μεσηνέζα, όπως ήδη είπαμε, μήκους 50 μέτρων, τυλιγμένο σε καρούλι, το οποίο στην άκρη του καταλήγει σε ένα μικρό περαστό μολυβάκι 10-20 γραμμαρίων που συγκρατείται με στριφτάρι, όπως φαίνεται στην Εικόνα 20. Στο στριφτάρι αυτό προσαρτάται η παραμάνα της όποιας αρματωσιάς έχουμε επιλέξει για το συγκεκριμένο ψάρεμα που θέλουμε να κάνουμε.
    Η 2η εκδοχή είναι το ίδιο συνεχές νήμα ή μεσηνέζα, αλλά σε αυτήν έχουμε «περάσει» περαστά μολυβάκια των 20 γραμμαρίων ανά 8 μέτρα, έτσι ώστε συ-νολικά η μάνα μας να έχει 6 μολυβάκια των 20 γραμμαρίων στη σειρά. Έτσι στο τέλος της μάνας που βρίσκεται προς τη μεριά του καρουλιού, θα έχουμε ένα κομμάτι μάνας 10 μέτρων, χωρίς μολύβια. Τα μολυβάκια αυτά συγκρατούνται στις θέσεις τους με 2 κόμπους που κάνουμε μπρος και πίσω τους, εκτός αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε κάποιο άλλο είδος «stop» από αυτά που κυκλο-φορούν στην αγορά. Όπως και στην προηγούμενη εκδοχή, το πρώτο μολυβάκι προς τη μεριά της αρματωσιάς συγκρατείται στη θέση του με ένα στριφτάρι, όπως φαίνεται στην Εικόνα 20, στο οποίο προσαρτούμε την αρματωσιά της α-ρεσκείας μας όταν ξεκινάμε το ψάρεμα.
    Η 3η εκδοχή είναι ακριβώς ίδια με την 2η με μόνη διαφορά ότι αντί για ένα μολυβάκι των 20 γραμμαρίων ανά 8 μέτρα στις επόμενες πέντε θέσεις, εκτός από την πρώτη, περνάμε 3 μολυβάκια των 20 γραμμαρίων (συνολικά 60 γραμ-μάρια) κολλητά, όπως φαίνεται στην Εικόνα 20. Έτσι αντί να έχουμε μονά μο-λυβάκια των 20 γραμμαρίων, έχουμε ομάδες μολυβιών των 60 συνολικά γραμ-μαρίων.
    Σημείωση: Όπως ήδη σημείωσα και στην συρτή βυθού έτσι κι εδώ η χρησι-μοποίηση μικρών περαστών μολυβιών βολεύει πολύ και στο τύλιγμα της συρ-τής σε καρούλι γιατί αυτά «στρώνουν» πολύ καλύτερα, έτσι όπως είναι περα-σμένα στην μάνα σαν κομπολόι.
    Οι τεχνικές
    Η συρτή αφρού ψαρεύεται ως εξής:
    Αφού φύγουμε από το αγκυροβόλιό μας και ξανοιχτούμε στον τόπο που θέ-λουμε να ψαρέψουμε, σταθεροποιούμε την ταχύτητα της βάρκας μας στα 3,5 - 4,5 μίλια ανά ώρα. Όσο πιο γρήγορα τρέχει η βάρκα, τόσο καλύτερα δουλεύουν τα τεχνητά δολώματα, όμως το όριο των 4,5 μιλίων καλό είναι να μην το υπερ-βαίνουμε, γιατί αν τρέχουμε περισσότερο, ορισμένα ψάρια δεν θα ... προλαβαί-νουν το δόλωμά μας. (Εγώ προτιμώ την ταχύτητα των 4 μιλίων).
    Ταξιδεύοντας με την ταχύτητα αυτή, αφήνουμε από το πίσω μέρος της βάρ-κας τη συρτή ξεκινώντας από την αρματωσιά και συνεχίζοντας μέχρι στο κα-ρούλι μας να απομείνουν 10 μέτρα. Το σημείο αυτό, είναι η θέση του τελευταί-ου μολυβιού, όταν η μάνα μας έχει και μολύβια, ενώ αν δεν έχει, καλό είναι να το έχουμε σημαδέψει με κάποιο τρόπο. Έτσι το μέρος της συρτής που θα βρί-σκεται πίσω από τη βάρκα θα είναι 45 μέτρα.
    Με την ταχύτητα αυτή, η άκρη της συρτής μας που φέρει και το δόλωμα (τεχνητό ή αληθινό), όταν θα χρησιμοποιούμε τη μάνα που δεν έχει μολύβια, (1η εκδοχή) θα βρίσκεται λίγο κάτω από την επιφάνεια, περίπου στα 30-50 εκα-τοστά.
    Εφόσον χρησιμοποιούμε τη μάνα της 2ης εκδοχής, τότε η άκρη της συρτής μας θα βρίσκεται σε βάθος 2,5 - 3 μέτρα, ενώ στην 3η εκδοχή η άκρη της συρτής θα βρίσκεται στα 5 περίπου μέτρα βάθος από την επιφάνεια.
    Προφανώς αν ψαρέψουμε με τη μάνα της 3ης εκδοχής σε βάθος π.χ. 4 μέ-τρων, το δόλωμά μας θα κολλήσει στο βυθό και θα το χάσουμε.
    Με τα τρία αυτά βασικά είδη συρτής ψαρεύονται τα διάφορα ψάρια που κυ-κλοφορούν στην επιφάνεια μέχρι και τα μεσόνερα της θάλασσας.
    Για παράδειγμα τα τονάκια ή ορτσίνια ή λεκατίκια ψαρεύονται με την μάνα της 1ης εκδοχής, δηλαδή χωρίς καθόλου μολυβάκια, εκτός από το ένα των 20 γραμμαρίων που βρίσκεται στην άκρη της μάνας και στην ουσία τοποθετείται εκεί, όχι για να βυθίζει τη συρτή σε κάποιο βάθος, αλλά για να στρώνει το νήμα και να το κρατάει κάπως τεντωμένο μέσα στη θάλασσα. Μερικοί αυτήν την τε-χνική τη λένε «φούσκα», δηλαδή στον αφρό.
    Δεν ξέρω ποιες τεχνικές ή παραδοσιακές συνήθειες μπορεί να επικρατούν ανάλογα με τους τόπους και τα είδη των θηραμάτων ανά την Ελλάδα, γιατί φυ-σικά τα μέρη που εγώ έχω ψαρέψει είναι ελάχιστα μπροστά στο σύνολο της Επικράτειας.
    Εγώ διαθέτω τέσσερις βασικές αρματωσιές. Δύο σκέτες, δηλαδή που στις δυο άκρες τους έχουν από μία στριφταροπαραμάνα, έτσι ώστε στη μία άκρη να προσαρτάται η μάνα και στην άλλη το δόλωμα (τεχνητό ή φυσικό) και δύο με 3 σιλικονούχα πριν από το τεχνητό. Τελευταία έκανα και μία ακόμη αρματωσιά που αντί για σιλικονούχα έχει μικρά κουταλάκια.
    Στη βάρκα μου ψαρεύω πάντα με δυο συρτές αφρού, τις οποίες κρεμάω δε-ξιά και αριστερά από λαστιχάκια που στην άκρη τους έχουν κουδουνάκια για να με ειδοποιούν όταν τσιμπάει, όπως δείχνω στην Εικόνα 21.
    Συνήθως οι δυο αυτές συρτές είναι ακριβώς ίδιες, δηλαδή ή και οι δυο «φούσκα» ή και οι δυο με μονά μολυβάκια ή και οι δυο με ομάδες των τριών μολυβιών ανά 8 μέτρα.
    Όταν συμβαίνει αυτό, οι δυο αυτές συρτές σπάνια μπερδεύονται μεταξύ τους. Τις περισσότερες φορές αυτό συμβαίνει μόνο όταν πιαστούν ψάρια που τις τραβολογάνε πέρα δώθε, αλλά και τότε σπάνια.
    Όταν οι δυο συρτές είναι διαφορετικές, μπερδεύονται πιο εύκολα μεταξύ τους. Από την πείρα μου έχω συμπεράνει ότι όταν έχουν το ίδιο μήκος, σπάνια μπερδεύονται, έστω και αν δεν είναι ίδιες κατά τα άλλα.
    Ήρθε η ώρα να εξηγήσω γιατί έχω τόσα είδη και όχι μόνο μία εκδοχή συρ-τής.
    Από την πείρα μου έχω διαπιστώσει μερικά πράγματα που είμαι σίγουρος ότι ισχύουν μόνο στα μέρη που ψαρεύω εγώ και για τα είδη των ψαριών που στοχεύω, ενώ όσες φορές έτυχε να ψαρέψω σε άλλες περιοχές, οι λογικές αυτές δεν ίσχυαν πάντα με την ίδια επιτυχία. Το θεωρώ φυσιολογικό γιατί κάθε τόπος στο ψάρεμα έχει τις ιδιαιτερότητές του. Είναι αυτό που λέει και η παροιμία: «Όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος».
    Στην περιοχή λοιπόν που ψαρεύω εγώ, (Πόρτο Χέλι), έχω διαπιστώσει ότι στη συρτή που δεν έχει μολύβια (φούσκα) χτυπάνε αποκλειστικά και μόνο το-νάκια. Μέχρι σήμερα δεν μου έχει τύχει να πιάσω άλλο ψάρι με αυτόν τον τρό-πο.
    Στην ίδια περιοχή, έχω διαπιστώσει ότι όταν ψαρεύω στα ρηχά, σε κάποια σημεία που υπάρχουν αμμουδιές με σποραδικά βραχάκια, πιάνω απίστευτες ποσότητες σκαρμών και μερικές δράκαινες. Σε αυτές τις περιπτώσεις δηλαδή η συρτή αφρού που με τα μολυβάκια βυθίζεται σε βάθος 5-6 μέτρων λειτουργεί σαν συρτή βυθού, αφού λόγω του ότι το βάθος είναι 6-8 μέτρα, τα ψάρια του βυθού «βλέπουν» κανονικά τη συρτή.
    Στις συρτές που έχουν μολύβια και βυθίζονται στα 3-6 περίπου μέτρα από την επιφάνεια, (ανάλογα και με την εκάστοτε ταχύτητα της βάρκας, τα ρεύματα και τους κυματισμούς), έχω πιάσει κυρίως λούτσους, (μερικούς πολύ μεγάλους, πάνω από 2 κιλά), αρκετά κοκάλια, μερικά μανάλια, κυνηγούς, λίτσες, παλαμί-δες και λαβράκια, και είχα και λίγες απρόσμενες επιτυχίες εκτός προγράμματος (δηλαδή αυτό που στη γλώσσα μας το λέμε «κωλοφαρδία») που είναι πολύ χα-ρακτηριστικές και θα τις αναφέρω μία προς μία.
    Έχω πιάσει στο Πόρτο Χέλι 3 φορές μικρές σφυρίδες 1 - 1,5 κιλό περνώντας με τη συρτή αφρού πάνω από σημεία με βάθος 8-10 μέτρα.
    Δεν θυμάμαι ακριβώς, αλλά νομίζω ότι έχω πιάσει και άλλες τόσες ίδιου με-γέθους στήρες, στα ίδια περίπου μέρη.
    Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο έπιασα και έναν ροφό 1,2 κιλού στα ίδια μέρη.
    Κάποια φορά πριν 10 περίπου χρόνια, τη στιγμή που κατευθυνόμουνα από βάθος 50 περίπου μέτρων προς το κεφάλι μιας ξέρας που ανέβαινε στα 6 μέτρα μου χτύπησε μια μικρή συναγρίδα 800 γραμμαρίων.
    Προφανώς τα ψάρια αυτά δεν είναι είδη που πιάνονται με τη συρτή αφρού, αλλά ψάρια που πετάχτηκαν από το βυθό στον οποίο συνηθίζουν να βρίσκονται, λίγα μέτρα πιο πάνω για να φάνε το δόλωμα της συρτής μου και έφαγαν ... το κεφάλι τους.
    Να σημειωθεί ότι αυτά συνέβησαν 10-15 χρόνια πριν. Από τότε μέχρι σήμε-ρα σε αυτά τα μέρη δεν έπιασα τίποτα παρόμοιο.
    Το 1976, στο Ναύπλιο, την πατρίδα μου, με συρτή αφρού και δόλωμα το κοινό κουταλάκι, (τότε δεν υπήρχαν σιλικονούχα και άλλα τέτοια), έπιασα ένα λαβράκι 9,5 κιλών σε ένα εντελώς πρόχειρο ψάρεμα της μιας ώρας (αν έχεις τύχη διάβαινε), σε μέρος που το βάθος είναι 7 μέτρα.
    Το 1988 στην Κέρκυρα, σε έναν τόπο που ψάρευα για πρώτη φορά, έπιασα σε βάθος 3 μέτρων(!) ένα φαγκρί 5,5 κιλών (αυτό ήταν το πιο παράξενο γεγονός που μου έχει συμβεί μέχρι σήμερα στη θάλασσα. Το περιγράφω με λεπτο-μέρειες στη σελίδα 15).
    Λίγο αργότερα στο Πόρτο Χέλι έπιασα έναν λούτσο 4,5 κιλών. Θυμάμαι ότι τον έβαλα στο τραπέζι για να τον φωτογραφήσω και το οπτικό πεδίο της φωτο-γραφικής μηχανής δεν τον χώραγε, αν δεν ανέβαινα με τη σκάλα ψηλά στο τα-βάνι του σπιτιού.
    Και το 2002, ψαρεύοντας σε μια ξέρα που είναι ανοιχτά στο Λαγονήσι στη Βούλα Αττικής, με τη βάρκα ενός φίλου μου και γείτονα, τον οποίο τον μάθαινα να ψαρεύει συρτές, έπιασα έναν τόνο 7,5 κιλών που ήταν και το τελευταίο μεγάλο ψάρι που έχω πιάσει με αυτό το εργαλείο.
    Όπως ήδη έχω σημειώσει, αυτές οι «επιτυχίες» θεωρώ ότι «δεν» ανήκουν στην «εμβέλεια» αυτού του ψαρέματος, αλλά ότι ήταν απλώς τυχαία περιστα-τικά, από αυτά που λίγο - πολύ έχουν συμβεί σε πολλούς. Ήταν φυσικό να συμβούν και σε μένα, αφού τόσο χρόνια περιφέρομαι στη θάλασσα, σέρνοντας πίσω από τη βάρκα μου σχεδόν πάντα δύο συρτές αφρού. Αυτό πράγματι μου έχει γίνει μια πολύ καλή συνήθεια. Σχεδόν πάντα όταν πηγαίνω να ψαρέψω π.χ. παραγάδι, στη διαδρομή είτε προς, είτε από τον τόπο, ρίχνω τις συρτές αφρού, που τις έχω πάντα μαζί μου. Δεν είναι λίγες οι φορές που η συνήθειά μου αυτή με έχει ... ξελασπώσει.
    Γυρίζω από αποτυχημένο, για διάφορους λόγους, ψάρεμα παραγαδιού και πάνω που κλαίω τη μοίρα μου και ψάχνω τρόπους να ανταπεξέλθω στην κα-ζούρα των φίλων και γνωστών, «ντριν - ντριν» νάσου και χτυπάει το κουδουνάκι της συρτής αφρού και ένα καλό ψαράκι γεμίζει το άδειο ψυγείο μου. Κάποιος λούτσος, ένα κοκκάλι και άλλα τέτοια παρηγορητικά. Γι’ αυτό το αγαπάω αυτό το ψάρεμα. Βέβαια για να σου συμβεί αυτό η βάρκα πρέπει να τρέχει με ταχύτητα συρτής και όχι παραπάνω. Και εδώ ίσως είναι η κατάλληλη στιγμή να ανοίξω και ένα άλλο μεγάλο θέμα, το παρακάτω:
    Η επιλογή του σωστού σκάφους και της σωστής μηχανής
    Στον κόσμο των ερασιτεχνών έχει επικρατήσει με συντριπτική πλειοψηφία η φιλοσοφία του γρήγορου σκάφους. Εγώ πιστεύω ότι στις περισσότερες των πε-ριπτώσεων αυτό είναι λάθος. Προσοχή! Δεν λέω σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά στις περισσότερες. Και εξηγούμαι:
    Τα πλεονεκτήματα του γρήγορου σκάφους είναι πάρα πολλά, όμως και τα μειονεκτήματά του δεν πάνε πίσω. Η γνώμη μου είναι ότι το λάθος δεν βρίσκε-ται στα διάφορα σκάφη, αλλά στο μυαλό των ερασιτεχνών ψαράδων, οι οποίοι αγοράζουν σκάφος κατά κανόνα πριν ακόμη μάθουν αρκετά τη θάλασσα και το χειρότερο πολύ πριν αποφασίσουν για το τι θέλουν να κάνουν σε αυτήν.
    Ο σωστός τρόπος για να αγοράσει κανείς σκάφος και να ικανοποιήσει μέσα από αυτό όλα τα θέλω του χωρίς να ξεπαραδιαστεί, είναι πρώτα να αποφασίσει τι ακριβώς θέλει να κάνει στη θάλασσα και μετά να κοιτάξει να αποκτήσει το σκάφος που θα μπορεί να το κάνει αυτό και όχι το ανάποδο. Γιατί η εμπειρία έχει πέραν πάσης αμφιβολίας αποδείξει ότι το σκάφος που στη θάλασσα θα μπορεί να τα κάνει όλα με την ίδια ευκολία δεν έχει ακόμη ... εφευρεθεί.
    Άνοιξα αυτό το θέμα εδώ για να τονίσω ότι αν για παράδειγμα κανείς είναι «κολλημένος» κυρίως με τα κάθε είδους ψαρέματα της συρτής, τότε το σκάφος που του χρειάζεται για να τα κάνει με ευχέρεια είναι ένα βαρύ μετρίου μεγέθους ξύλινο ή πλαστικό που θα κινείται με μια μικρή εσωλέμβια μηχανή πετρελαίου.
    Το ιδανικό μήκος ενός τέτοιου σκάφους είναι 4,5 - 5,5 μέτρα το πολύ ώστε να μπορεί να μεταφέρεται με ευχέρεια και με τρέιλερ οπουδήποτε.
    Οι λόγοι που συστήνω ένα τέτοιο σκάφος είναι επιγραμματικά οι εξής:
     Η απαίτηση στα περισσότερα ψαρέματα συρτής για σταθερή και πολλές φορές πολύ χαμηλή ταχύτητα (1 μίλι ή και μικρότερη) είναι πολύ πιο εύ-κολο να ικανοποιηθεί με ένα τέτοιο σκάφος, ενώ είναι ιδιαίτερα δύσκολο να την πετύχουμε με φουσκωτά κ.λ.π. Δεδομένου ότι επίσης σε κανένα ψάρεμα συρτής δεν απαιτείται ταχύτητα μεγαλύτερη των 5 μιλίων, δεν υπάρχει κανένας λόγος να επιλέξει κανείς μια γρήγορη εξωλέμβια μηχανή αν δεν την χρειάζεται ταυτόχρονα και για κάποια άλλη χρήση, γιατί η σύγκριση στα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης ανάμεσα σε αυτά τα δυο είδη μηχανών είναι εντυπωσιακά υπέρ της εσωλέμβιας μηχανής.
     Τα περισσότερα ψαρέματα συρτής θέλουν τη μηχανή να δουλεύει συνε-χώς και για πολλές ώρες, πράγμα που κάνει το ψάρεμα ιδιαίτερα δαπανη-ρό όταν αυτό γίνεται με εξωλέμβιες μηχανές, που καταναλώνουν πολύ περισσότερο και ακριβότερο καύσιμο από τις εσωλέμβιες.
     Για να ψαρέψουμε με τα διάφορα είδη συρτής, δεν χρειάζεται να διανύ-σουμε μεγάλες αποστάσεις. Συνήθως ψαρεύουμε κοντά σε ακτές, πράγμα που άνετα το πετυχαίνουμε και με αργές βάρκες. Εδώ πρέπει να κάνουμε εξαίρεση για τα ψαρέματα με μολύβι φύλακα ή με πλάνο (jigging) ή ακό-μα και αυτά του τσαπαρί, για τα οποία ίσως κατά τόπους να χρειαστεί να ανοιχτούμε σε απομακρυσμένες από τη στεριά ξέρες και πάγκους, όπου πράγματι οι γρήγορες βάρκες πλεονεκτούν όχι μόνο στους χρόνους μετα-φοράς, αλλά και στην ασφάλεια που παρέχουν, κατορθώνοντας λόγω τα-χύτητας, εύκολα να αποφεύγουν τα ξαφνικά μπουρίνια και τις θύελλες που είναι φυσικά κίνδυνος - θάνατος.
    Όλα όσα ανέφερα πιο πάνω είναι παράγοντες που ο υποψήφιος ερασιτέχνης συρταδόρος πρέπει να τα σκεφτεί πολύ σοβαρά, γιατί τα σκάφη δεν αγοράζονται κάθε μέρα. Εκτός βέβαια αν διαθέτει γερό πορτοφόλι!
    Η δική μου βάρκα δεν είναι γρήγορη. Είναι βαριά, έχει εκτόπισμα και κινεί-ται με ταχύτητες κάτω των έξι μιλίων την ώρα που είναι το μέγιστό της. Η μη-χανή που την κινεί είναι μια μικρή εσωλέμβια πετρελαίου αργόστροφη, και για το λόγο αυτόν πολύ σταθερή. Η επιλογή αυτή έχει γίνει συνειδητά, γιατί η τα-χύτητα στη θάλασσα ήταν κάτι που ενώ σε ορισμένα ζητήματα με εξυπηρετού-σε, τα αρνητικά και οι απώλειες ήταν δυσανάλογα πολλές. Η βάρκα που έχω είναι η 7η στη σειρά που έχω αποκτήσει και προφανώς είναι ακριβώς αυτό που ήθελα πάντα, αφού στην επιλογή της έφτασα μετά από πολλών χρονών αναζη-τήσεις στην πράξη.
    Την έχω στην κατοχή μου 15 χρόνια και μάλλον θα τερματίσω την ψαρευτική μου σταδιοδρομία με αυτήν εκτός αν αυτή προλάβει να ... χαλάσει νωρίτερα από ότι ... εγώ. Αν εξηγήσω πώς έφτασα στην επιλογή της ίσως να πέσει και γέλιο, αφού τα πράγματα που προσπάθησα να συνδυάσω με την απόκτησή της ήταν πολύ ετερόκλιτα.
    Αυτά που κάνω εγώ στη θάλασσα είναι όλα σχεδόν τα ψαρέματα συρτής, πολλά, μα πάρα πολλά παραγάδια όλων των ειδών και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, πριν 25 περίπου χρόνια μου κόλλησε και το μικρόβιο της ιστιοπλοΐας.
    Ποτέ μου δεν πίστευα ότι όλα αυτά θα μπορούσα να τα κάνω με ένα και μό-νο σκάφος, μέχρι που συνάντησα το συγκεκριμένο. Από τότε το έψαχνα παντού για 3 ολόκληρα χρόνια. Ο λόγος ήταν ότι σαν καινούργιο δεν υπήρχε, αφού η εταιρεία που το κατασκεύαζε είχε κλείσει, οπότε έπρεπε οπωσδήποτε να το βρω μεταχειρισμένο, που έτσι κι αλλιώς το προτιμούσα κιόλας. Όταν κατάφερα και το βρήκα μισοβουλιαγμένο στη Ραφήνα, το αγόρασα χωρίς δεύτερη κουβέντα.
    Οι διάφορες απαραίτητες τροποποιήσεις που του έκανα διάρκεσαν για 2 πε-ρίπου χρόνια και όταν άρχισα να το χρησιμοποιώ στη θάλασσα διαπίστωσα ότι όλες μου οι προβλέψεις ήσαν απολύτως σωστές.
    Περιττό νομίζω να σημειώσω ότι η σχέση του ερασιτέχνη ψαρά με το σκά-φος του πρέπει να είναι και λίγο ... ερωτική!
    Στις δυο φωτογραφίες που παραθέτω (Εικόνες 22 και 23) μπορείς να δεις το αντικείμενο ... του πόθου μου.
    Οι ειδικές περιπτώσεις
    Εκτός από τις παραπάνω τεχνικές που ήδη περιέγραψα, στη συρτή αφρού πρέπει να εντάξουμε και τις εξής ειδικές περιπτώσεις:
    Η συρτή αφρού για ζαργάνες με ψαροδόλι
    Πρόκειται για ένα εύκολο ψάρεμα και πολύ αποδοτικό, αρκεί να υπάρχουν ζαργάνες. Το είχα ψαρέψει συστηματικά τη 10ετία του 1970 στην Πάχη Μεγά-ρων.
    Αφήνεις πίσω από τη βάρκα 20-25 μέτρα μιας όσο το δυνατόν πιο ψιλής με-σηνέζας με ένα απλό αγκίστρι στην άκρη της, στο οποίο έχεις δολώσει ένα α-νάλογου μεγέθους φιλέτο οποιουδήποτε ψαριού. Η βάρκα πρέπει να προχωράει με πολύ μικρή ταχύτητα (περίπου όπως ψαρεύουμε κολπάδα για χταπόδια) και κάθε τόσο να σταματάει και να σέρνεις πολύ σιγά την μεσηνέζα προς το μέρος σου. Κάνοντας αυτό το πράγμα συνέχεια, κάποια στιγμή αισθάνεσαι ένα κανο-νικό τσίμπημα, (προσοχή όχι τράβηγμα). Είναι η στιγμή που η ζαργάνα πιάνει το δόλωμα στο ράμφος της. Μόλις αισθανθείς αυτό το κάπως ιδιότροπο τσίμπημα, αφήνεις για λίγο (δευτερόλεπτα) την μεσηνέζα τελείως ελεύθερη, για να δώσεις τη δυνατότητα στη ζαργάνα να κατεβάσει το δόλωμα στο στομάχι της. Αμέσως μετά κάνεις ένα απότομο τράβηγμα για να καρφώσεις τη ζαργάνα και το θέμα έχει τελειώσει.
    Μόλις πιάσεις την πρώτη ζαργάνα, κόβεις ένα μακρόστενο φιλέτο από την ίδια, το οποίο έχει αποδειχθεί ότι είναι το καταλληλότερο γιατί είναι σκληρό και κρατάει, (φαίνεται ότι η ζαργάνα είναι κανίβαλος και δεν αρνείται να φάει τους ομοίους της) και συνεχίζεις το ψάρεμα με τον ίδιο τρόπο.
    Όταν στο μέρος που ψαρεύεις υπάρχουν ζαργάνες, με αυτόν τον τρόπο θα πιάνεις τη μία πίσω από την άλλη.
    Η συρτή αφρού για ζαργάνες με ματασίνα
    Η ματασίνα είναι ένα είδος «πλαστικού μαλλιού» που μοιάζει περίπου με το κανάβι που χρησιμοποιούν οι υδραυλικοί. (Βλέπε Εικόνα 24).
    Τις κουλούρες που φαίνονται στην Εικόνα 24 τις μετατρέπουμε σε αρματω-σιά συρτής αφρού με πολύ απλό τρόπο. Κόβουμε τη ματασίνα στο ένα από τα δύο «δεσίματα» που έχει και από το άλλο τη δένουμε με όποιο τρόπο προτιμά-με (συνήθως θηλιά) στην δεύτερη αρματωσιά της συρτής αφρού που φαίνεται στην Εικόνα 19, αντικαθιστώντας δηλαδή με αυτήν τις σιλικόνες.
    Με την αρματωσιά αυτή ψαρεύουμε συρτή αφρού με την μάνα που έχει ένα μόνο μολυβάκι. Η ζαργάνα προσελκύεται και πηγαίνοντας να δαγκώσει αυτό το δόλωμα μπλέκει τα δόντια της στο «πλαστικό μαλλί» και συλλαμβάνεται χωρίς καν να πληγωθεί.
    Το ψάρεμα αυτό δεν το έχω κάνει ποτέ, αν και τα 4-5 τελευταία χρόνια έχω στον εξοπλισμό μου ματασίνες. Ο λόγος είναι ότι δυστυχώς τα τελευταία χρόνια στην περιοχή μου οι ζαργάνες σπανίζουν. Ακούω από διάφορες συζητήσεις ότι με αυτόν τον τρόπο πιάνουν ζαργάνες τις οποίες χρησιμοποιούν για δόλωμα για γοφάρια και μαγιάτικα σε μολύβι φύλακα και ομολογώ ότι ... ζηλεύω.
    Στην γειτονιά μου στο Πόρτο Χέλι μένει τα 2 τελευταία χρόνια ένας άνθρω-πος Αλβανικής καταγωγής, πολύ καλό παιδί και καλός οικογενειάρχης, ο οποίος έχει τρελάνει τα γοφάρια με τα οποία τροφοδοτεί όλη τη γειτονιά (τα πουλάει φυσικά). Φέρνει ψάρια των 2-3 κιλών και στο σπίτι του έχει δυο καταψύκτες για να μπορεί να τα αποθηκεύει.
    Μου έχει μιλήσει αναλυτικά για το πώς τα ψαρεύει. Πηγαίνει σε ένα ιχθυο-τροφείο της περιοχής και ψαρεύει απ’ έξω με το καλάμι του ζαργάνες με ματα-σίνες. Αυτές τις δολώνει σε ειδική αρματωσιά, πάλι με το καλάμι του και πιάνει τα γοφάρια. Το πρόβλημά του είναι ότι δεν καταφέρνει πάντα να πιάσει όσες ζαργάνες του χρειάζονται. Μου έχει πει ότι σχεδόν κάθε ζωντανή ζαργάνα α-ντιστοιχεί σε ένα γοφάρι.
    Η συρτή αφρού για κυνηγούς με δόλωμα καλαμάρι
    Άλλο ένα ειδικό είδος συρτής αφρού που δεν το έχω κάνει ποτέ και το έχω απλώς ακουστά από διηγήσεις και περιγραφές φίλων.
    Είναι το ίδιο περίπου με το ψάρεμα της ζαργάνας. Δηλαδή μια απλή μεσηνέ-ζα με ένα κατάλληλο αγκίστρι στην άκρη της δολωμένο με φιλέτο καλαμαριού, σέρνεται πίσω από τη βάρκα που ταξιδεύει με μικρή ταχύτητα.
    Ακούω ότι ο κυνηγός χτυπάει σε αυτό το είδος συρτής και πρέπει να μην τον βγάλεις από τη θάλασσα, αλλά να τον σέρνεις πίσω από τη βάρκα, γιατί με αυ-τόν τον τρόπο παρασέρνει όλο το κοπάδι, ενώ εσύ συνεχίζεις να ψαρεύεις με μία άλλη συρτή ίδια με την προηγούμενη.
    Σχετικά με αυτό το ψάρεμα έχω επίσης ακούσει ότι ρίχνουν στη θάλασσα ξύλινες παλέτες ή δέματα κλαριών, τα οποία προσελκύουν τους κυνηγούς, που συγκεντρώνονται από κάτω τους.
    Στο μέρος που ψαρεύω εγώ το ψάρι αυτό σπανίζει και μόνο μια φορά είδα ένα τέτοιο δεμάτι να επιπλέει στη θάλασσα αλλά ψάρια κοντά του δεν είδα.
    Εγώ έχω πιάσει 5-6 κυνηγούς στη ζωή μου σε άλλες περιοχές με τις συρτές αφρού που έχω περιγράψει παραπάνω.
    Ειδικές συρτές για λαβράκια.
    Στην πατρίδα μου το Ναύπλιο αρκετοί προχωρημένοι ψαράδες συρτής έκα-ναν και ένα είδος συρτής που δεν το έχω συναντήσει πουθενά αλλού. Εγώ δεν το έχω κάνει ποτέ, μου το έχουν όμως περιγράψει πολλοί γνωστοί μου ψαρά-δες. Με μια μακριά απόχη και με φακό έπιαναν πολλές γαρίδες στον μώλο του λιμανιού τις οποίες διατηρούσαν ζωντανές σε κουβά με θαλασσινό νερό. Αυτές τις γαρίδες τις δόλωναν σε μια συρτή σαν κι αυτή που περιέγραψα παραπάνω για τις ζαργάνες, δηλαδή μια λεπτή μεσηνέζα που στην άκρη της είχε ένα μο-ναδικό αγκίστρι κατάλληλο για λαυράκια. Σε αυτό το αγκίστρι δόλωναν ζωντα-νές μια δυο γαρίδες και λάμνοντας πολύ ήσυχα και προσεκτικά τις έσερναν πί-σω από τη βάρκα στα μεσόνερα. Το μέρος στο οποίο έκαναν αυτό το ψάρεμα ήταν αμμολασπώδης βυθός, ιδανικός για τα λαβράκια τα οποία ήταν τα θηρά-ματα στα οποία απευθύνονταν.
    Οι βασικές απαιτήσεις του ψαρέματος αυτού ήταν η πολλή ησυχία που α-παιτούσε και η ώρα που έπρεπε να είναι νύχτα με πολύ φεγγάρι. Φυσικά γινόταν με απόλυτη μπουνάτσα και στην βάρκα δεν επιτρεπόταν ούτε να κινείσαι ζωηρά για να μην διαταράσσεις την ησυχία. Η μεσηνέζα ακολουθούσε τη βάρκα σε απόσταση 20-30 μέτρων. Τα λαβράκια που έπιαναν με αυτόν τον τρόπο ήταν εντυπωσιακά.
    Πολλοί έλεγαν ότι όσοι έκαναν αυτό το ψάρεμα έμπαιναν λαθραία και στην τότε απαγορευμένη αυστηρά περιοχή του λιμανιού του Ναυπλίου.
    Πλοηγοί και αεροπλανάκια
    Οι πλοηγοί και τα αεροπλανάκια δεν είναι διαφορετικό είδος συρτής αφρού, αλλά διάφορα είδη ιδιαίτερης αρματωσιάς ή μάλλον τεχνητού δολώματος για τη συρτή αφρού, και απευθύνονται συνήθως σε συγκεκριμένα είδη θηραμάτων.
    Προσωπικά βρίσκω πολύ ενδιαφέροντες τους διάφορους πλοηγούς που βοη-θάνε στο να δολώνουμε νωπά δολώματα στη συρτή, γιατί θεωρώ ότι το νωπό δόλωμα είναι το καλύτερο και γι’ αυτά τα ψαρέματα. Έχω μάλιστα και ο ίδιος κατασκευάσει κάποια είδη πλοηγών, ακολουθώντας την παράδοση των ψαρά-δων της πατρίδας μου, όπου αυτό ήταν πολύ συνηθισμένο και για τη συρτή α-φρού και για τη συρτή του βυθού. (Βλέπε Εικόνα 11).
    Βρίσκω εδώ την ευκαιρία να αναφέρω ότι όταν ήμουνα μικρό παιδί θυμάμαι ότι οι διάφοροι συρταδόροι της εποχής κατασκεύαζαν τεχνητά ψαράκια από την ταρταρούγα του κορμού της παλαιού τύπου τσατσάρας, η οποία σιγά - σιγά καταστρεφόταν όταν έσπαγαν τα δόντια της. Τροχίζοντας αυτό το μέρος της τσατσάρας, του έδιναν σχήμα ψαριού και με διάφορους τρόπους του προσαρ-τούσαν σαλαγγιές και αγκίστρια ώστε να ψαρεύουν με αυτό συρτή. «Η πενία τέχνες κατεργάζεται» λέει η σχετική λαϊκή ρήση και πολλές φορές με μεγάλη επιτυχία, θα πρόσθετα εγώ, αν και είναι αλήθεια ότι τέτοια ψαράκια σήμερα δεν θα είχαν καμία ... τύχη.
    Τα διαφόρων ειδών αεροπλανάκια (Βλέπε Εικόνα 00) με τα οποία μπορούμε να σέρνουμε πολλά τεχνητά δολώματα ταυτόχρονα ώστε να δίνουμε εικόνα μι-κρών κοπαδιών, τα βρίσκω πολύπλοκα και δεν νομίζω ότι κάνουν σωστά τη δουλειά που υπόσχονται οι κατασκευαστές τους.
    Για το είδος αυτό τεχνητού δολώματος, ομολογώ ότι δεν έχω και πολύ θετι-κές πληροφορίες να μεταδώσω, δεδομένου ότι δεν το έχω χρησιμοποιήσει ο ίδιος ποτέ. Κάποιες φορές προσπάθησα να χρησιμοποιήσω παρόμοιες μεθό-δους, αλλά το κυριότερο πρόβλημα που διαπίστωσα ήταν σοβαρά μπερδέματα όταν τύχαινε να πιαστεί κάποιο ψάρι και μεγάλες καθυστερήσεις, που έφταναν πολλές φορές να μου χαλάνε ολόκληρο το ψάρεμα. Όσοι ψαρεύουν με τσαπαρί θα καταλαβαίνουν τι θέλω να πω, γιατί κάτι παρόμοιο συμβαίνει και σε αυτό το ψάρεμα όπου χρησιμοποιούνται αρματωσιές με πολλά αγκίστρια και το μπέρ-δεμα είναι ο εφιάλτης των ψαράδων.
    Αν κάποιος γνωρίζει κάτι περισσότερο, θα ήμουν υπόχρεος αν έμπαινε στον κόπο να μου το μεταδώσει με κάποιον τρόπο.
    Τα καλάμια
    Τα τελευταία χρόνια βλέπω όλο και περισσότερες βάρκες να ψαρεύουν συρ-τές αφρού χρησιμοποιώντας καλάμια διαφόρων ειδών.
    Εγώ δεν νομίζω ότι θα καταφέρω να προσαρμοστώ ποτέ στις τεχνικές που χρησιμοποιούν αυτοί οι ερασιτέχνες, γιατί μετά από τόσα χρόνια εμπειριών στη θάλασσα, έχω μάθει τόσα πολλά που ακόμη και ο πολύς ελεύθερος χρόνος που πλέον διαθέτω ως συνταξιούχος δεν μου φτάνει για να τα κάνω πράξη στη θά-λασσα.
    Φυσικά δεν απορρίπτω αυτές τις τεχνικές. Πώς θα μπορούσα άλλωστε, αφού δεν τις γνωρίζω. Απλά τις αφήνω στους νεώτερους επερχόμενους ερασιτέχνες ψαράδες.
    Το μόνο που βέβαια είναι οφθαλμοφανές και δεν χρειάζεται να είναι κανείς σοφός για να το καταλάβει, είναι ότι ψαρεύοντας συρτή αφρού με κάποιου εί-δους καλάμι, δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις μολυβάκια σαν και αυτά που πε-ριγράφω πιο πάνω στη μάνα της συρτής και επομένως αν αυτή χρειαστεί να ψαρέψει σε κάποιο βάθος, έστω λίγων μέτρων, με κάποιον άλλον τρόπο θα πρέπει να επιτευχθεί αυτό. Πιθανώς βέβαια να μου διαφεύγουν πράγματα και νέες τεχνικές και να λέω απλώς ανακρίβειες.
    Όποιος διαβάσει αυτό το κείμενο και έχει κάτι καινούργιο να μου πει πάνω σ’ αυτό, θα του είμαι υπόχρεος αν το κάνει.
    Οι πολλαπλές συρτές αφρού
    Εγώ στη βάρκα μου ψαρεύω πάντα με δυο συρτές αφρού ταυτόχρονα, οι ο-ποίες, όπως και παραπάνω σημείωσα, είναι τις περισσότερες φορές ακριβώς ίδιες.
    Σε διάφορα περιοδικά έχω δει σχέδια και φωτογραφίες, όπου δείχνονται μέ-θοδοι με τις οποίες μπορεί κανείς να ψαρέψει ταυτόχρονα με ακόμη περισσότε-ρες συρτές (έχω δει μέχρι και οκτώ).
    Όσες φορές προσπάθησα να προσθέσω και μια τρίτη συρτή στη βάρκα μου, όλες απέτυχα οικτρά. Ιδιαίτερα όταν συνέβη να πιαστούν ψάρια σε παραπάνω από μία ταυτόχρονα (όταν έπεσα σε πυκνό κοπάδι με τονάκια) μπερδεύτηκε το σύμπαν και όλα έγιναν μαλλιά - κουβάρια.
    Πιθανώς κι εδώ να μου διαφεύγουν πράγματα, τα οποία και πάλι παρακαλώ όσους γνωρίζουν να μου τα μεταδώσουν, αν έχουν την καλοσύνη.
    Οι «βαριές συρτές αφρού» για πολύ μεγάλα ψάρια
    Ακούω και διαβάζω επίσης σε βιβλία, περιοδικά και ιστότοπους για «βαριές συρτές αφρού», με τις οποίες ψαρεύονται μεγάλα ψάρια, όπως ξιφίες, μεγάλοι τόνοι, ακόμη και καρχαρίες (μπορεί και φάλαινες!).
    Από αρκετά μάλιστα αναγνώσματα τα οποία έχω μελετήσει αναλυτικότερα, περισσότερο από περιέργεια και λιγότερο για το ενδεχόμενο να ασχοληθώ ο ίδιος, εντυπωσιάζομαι πάρα πολύ από το αστρονομικό κόστος των εξοπλισμών που συστήνονται από τους συντάκτες τους.
    Διαβάζω για πανάκριβα σκάφη, με πολύ ισχυρές μηχανές, ιδιαίτερα ακριβούς εξοπλισμούς σε τεχνικά μέσα και όργανα ανίχνευσης (βυθόμετρα, ραντάρ και άλλα πολλά) που υποτίθεται ότι καλύπτουν ακόμη και υπερπόντια ψαρέματα.
    Δεν χρειάζεται νομίζω να συνεχίσω σε ότι αφορά τους εξοπλισμούς σε είδη αλιείας, όπου παρουσιάζονται ολόκληρες συλλογές από πανάκριβα καλάμια και μηχανισμούς, για να μην αναφερθώ στα ειδικά καθίσματα και ζώνες «μάχης», λες και πάμε να ... ψαρέψουμε στο ... «Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας».
    Δεν διστάζω να δηλώσω «ευθαρσώς και εν γνώσει των συνεπειών του νό-μου» ότι πρόκειται προφανώς για υπερβολές των διαφόρων εταιρειών που ε-μπορεύονται αυτά τα είδη και μάλλον οι αρθρογράφοι των σχετικών περιοδικών στα οποία αυτές διαφημίζονται, έχουν επιεικώς ... ξεφύγει.
    Δεν γνωρίζω αν αυτά τα ψαρέματα γίνονται και στην Ελλάδα ή μόνο σε διάφορες άλλες περιοχές του πλανήτη, προσωπικά πάντως ομολογώ ότι δεν έχω ιδέα για κάτι τέτοιο, ούτε έτυχε ποτέ κανείς να μου μιλήσει ή να μου επιδείξει κάτι παρόμοιο σχετικά. Μακάρι να κάνω λάθος σε αυτές τις εκτιμήσεις μου, γιατί αυτό θα σημαίνει ότι ο τόπος μου (εννοώ η Ελλάδα ως ψαρευτική Επι-κράτεια) διαθέτει πολύ περισσότερα ψάρια από αυτά που νομίζω εγώ.
    Γνωρίζω βέβαια ότι από παλιά ψαρεύονταν τέτοια ψάρια (τόνοι κ.λ.π.) σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, ένα των οποίων βρίσκεται και κοντά στην περιοχή μου, αλλά οι ψαράδες (στην πλειοψηφία τους επαγγελματίες) που έκαναν αυτά τα ψαρέματα δεν είδα ποτέ να χρησιμοποιούν τέτοια εργαλεία, αλλά κάποια άλλα που είχαν πολύ ... λογικότερο κόστος.
    Αν υπάρχει κάτι που μου διαφεύγει πολύ θα ήθελα να το μάθω.
    Θέμα 3ο: Η ζόκα
    Ίσως να κάνω λάθος που χαρακτηρίζω την ζόκα ως «συρτή» και όχι ως «κα-θετή», γιατί και αυτός ο χαρακτηρισμός θα αντιστοιχούσε επιτυχώς στο ψάρεμα αυτό, αφού το ψάρεμα της ζόκας απαιτεί μεν και αυτό «κίνηση», πλην όμως τόσο αργή, που μάλλον σε καθετή προσομοιάζει παρά σε συρτή.
    Θα έλεγα ότι η ζόκα είναι ένα ψάρεμα που βρίσκεται ανάμεσα στη συρτή βυθού και τη συρτή με μολύβι φύλακα, που θα περιγράψω πιο κάτω.
    Με τη συρτή βυθού μοιάζει γιατί στοχεύει περίπου στην ίδια κατηγορία ψα-ριών, ενώ με τη συρτή με μολύβι φύλακα πλησιάζει, γιατί χρησιμοποιεί περίπου τα ίδια δολώματα και τεχνικές.
    Διαβάζοντας τα πάρα κάτω ο αναγνώστης, ας το καταχωρίσει ο ίδιος σε όποια κατηγορία ψαρεμάτων προτιμά.
    Σαν εργαλείο η ζόκα είναι εξαιρετικά απλό. Αποτελείται από ένα ειδικό α-γκίστρι (βλέπε Εικόνα 26 και 27), του οποίου η ιδιαιτερότητα συνίσταται στο ότι είναι ενσωματωμένο, πακτωμένο θα έλεγα καλύτερα, με μία ποσότητα μο-λυβιού ειδικού σχήματος, από την μάνα, που είναι ένα αρκετά ισχυρό και αρκε-τού μήκους νήμα, ώστε να φτάνει από τη βάρκα μας μέχρι τον εκάστοτε πυθμέ-να, δεδομένου ότι η ζόκα για την οποία μιλάμε εδώ, απευθύνεται κυρίως σε με-γάλα ψάρια, μερικά των οποίων είναι και αρκετά δυναμικά, και ένα ή δύο κατά περίπτωση ισχυρά αγκίστρια, που παίζουν το ρόλο του «κλέφτη», τον οποίο οι περισσότεροι ερασιτέχνες ήδη γνωρίζουμε.
    Στο σημείο αυτό θα ήθελα να διευκρινίσω ότι στο παρόν κείμενο αναφέρο-μαι στην παραδοσιακή μεγάλη ζόκα με την οποία ψαρεύουμε σε βαθιά συνήθως νερά για μεγάλα ψάρια, κυρίως φαγκριά, τσαούσια, συναγρίδες, σφυρίδες, ροφούς, βλάχους κ.λ.π. και όχι τη μικρή ζόκα (το ζογκάκι) με την οποία ψα-ρεύουμε χωρίς κλέφτη και με διαφορετικά (μικρά πάντως) δολώματα για σαρ-γούς, τσιπούρες, μουρμούρες και τα παρόμοια μικρότερα ψάρια.
    Το ψάρεμα αυτό θεωρητικά μπορεί να γίνει όλες τις ώρες της ημέρας, άρι-στες όμως είναι το ξημέρωμα και μέχρι την πλήρη εμφάνιση του ήλιου και το ηλιοβασίλεμα, ενώ μπορεί να ψαρευτεί και τη νύχτα, αλλά με πολύ φεγγάρι, ιδανικά με πανσέληνο, παρακάτω θα εξηγήσω γιατί.
    Τα καλύτερα δολώματα γι’ αυτό το ψάρεμα είναι οι σουπιές, τα καλαμάρια και διάφορα είδη ψαριών κατά περίπτωση, πάντα όμως ζωντανά (και γι’ αυτό χρειάζεται απαραίτητα δεξαμενή διατήρησης ζωντανού) και το χταπόδι και ο μοσχιός, που μπορούν να δουλέψουν και ως νωπά. Ειδικά αυτά τα τελευταία θα χρειαστεί να τα ασπρίσουμε πριν τα δολώσουμε, διαδικασία που επιτυγχάνεται με διάφορους τρόπους, κυρίως με ζεμάτισμα σε βραστό νερό για πολύ λίγο (1-2 λεπτά), οπότε αφαιρείται εύκολα το δέρμα τους και ασπρίζουν.
    Ο τρόπος και οι τόποι που ψαρεύεται η ζόκα είναι τέτοιοι που μπορούμε να πούμε ότι συμπληρώνει με επιτυχία τη συρτή βυθού, γιατί ψαρεύει σχεδόν α-κριβώς εκεί που δεν μπορεί να ψαρέψει αυτή. Δηλαδή η ζόκα μπορεί να ψαρέ-ψει και σε νερά πολύ βαθύτερα από τα 50 μέτρα που έχω θέσει ως όριο στη συρτή βυθού, αλλά και σε μέρη με πολλές ανωμαλίες, δηλαδή πάγκους, απότο-μες αποχές κ.λ.π. Αυτά τα δυο είναι τα βασικά της πλεονεκτήματα.
    Αυτό που θα διαπιστώσεις πιο κάτω, όπου θα περιγράψω τον τρόπο που ψα-ρεύεται η ζόκα, είναι ότι στο μόνο που μειονεκτεί, όπως και η συρτή με μολύβι φύλακα, σε σχέση με τη συρτή βυθού, είναι ότι σε κάθε ψάρεμα μπορεί να «ψάξει» μικρή έκταση συγκριτικά.
    Το ψάρεμα αυτό έχει διευκολυνθεί μέχρι ... τελικού θανάτου όλων ανεξαιρέ-τως των υποψήφιων θυμάτων, με την εμφάνιση των εξελιγμένων βυθομέτρων / ανιχνευτών ψαριών (των λεγόμενων fish finder), που έχουν αναλάβει την α-σφαλή ... καθοδήγηση όσων το εξασκούν, ώστε να μπορούν να κατεβάζουν τη ζόκα ακριβώς μπροστά στο στόμα των υποψήφιων θυμάτων.
    Φυσικά οι ψαράδες του παρελθόντος δεν είχαν αυτό το προνόμιο. Είχαν ό-μως κάποιο άλλο, που ενδεχομένως από πολλούς να θεωρηθεί προτιμότερο.
    Μπορεί σήμερα οι χρήστες της ζόκας να καταφέρνουν να στέλνουν το δό-λωμά τους ακριβώς μπροστά στο στόμα του υποψήφιου θύματος, όμως δυσκο-λεύονται πολύ για να το ανακαλύψουν, ακόμη κι αν έχουν τον τελειότερο ανι-χνευτή ψαριών, γιατί απλά το ψάρι που ψάχνουν έχει αρχίσει να γίνεται πλέον ... «είδος εν ανεπαρκεία», σε αντίθεση με τις εποχές που απέχουν μερικά χρόνια προς τα πίσω, όπου μπορεί μεν να μην βρίσκανε εύκολα τα ψάρια γιατί δεν εί-χαν ανιχνευτή, αυτά όμως ήταν τόσο πολλά και τόσο απονήρευτα, που ... εύρι-σκαν αυτά πρώτα τον ζογκαδόρο υποψήφιο θύτη τους.
    Χαρακτηριστικό της παραπάνω διαπίστωσης είναι και το γεγονός ότι από όσα ψαρέματα περιγράφονται σε αυτό το κείμενο, σχεδόν μόνο η ζόκα ψαρευόταν στο παρελθόν συστηματικά και από επαγγελματίες ψαράδες, πράγμα που σημαίνει ότι στο παρελθόν αυτό το ψάρεμα ήταν ιδιαιτέρως αποδοτικό. Για να είμαι πιο ακριβής στα λεγόμενά μου, θα σημειώσω εδώ ότι εκτός από τη ζόκα αρκετοί επαγγελματίες ψάρευαν περισσότερο στο παρελθόν και λιγότερο σή-μερα και με τσαπαρί και κολπάδες τις κατάλληλες εποχές.
    Οι λόγοι που συνέβαινε αυτό ήταν δύο:
    Ο πρώτος γιατί οι επαγγελματίες είχαν πολύ εύκολα στη διάθεσή τους πολλά από τα απαραίτητα ζωντανά δολώματα που απαιτούνται για το ψάρεμα αυτό. Ιδίως οι ζωντανές σουπιές ήταν πολύ εύκολες γι’ αυτούς που έριχναν δίχτυα. Έτσι μόλις σπατσάριζαν με το σήκωμα των διχτυών, όδευαν προς τις άγριες ξέρες που ήξεραν ότι κρατάνε μεγάλα ψάρια και δολώνοντας τις ζωντανές σου-πιές που διατηρούσαν μέσα σε ένα βαρελάκι με θαλασσινό νερό, συμπλήρωναν την ψαριά της ημέρας.
    Ο δεύτερος ήταν γιατί μόνο αυτοί ήξεραν σαν το σπίτι τους τούς τόπους όπου σύχναζαν τα μεγάλα ψάρια που ήταν κατάλληλα για το ψάρεμα της ζόκας. Σήμερα με τη χρήση των εξελιγμένων βυθομέτρων τα μέρη αυτά τα ξέρει και η ... κουτσή Μαρία.
    Ο τρόπος που δολώνεται η ζόκα εξαρτάται από το εκάστοτε δόλωμα. Στην Εικόνα 27 φαίνεται ο τρόπος δόλωσης με νωπό χταπόδι, όπου το μολύβι της «κρύβεται» μέσα στην σακούλα του χταποδιού και ο κλέφτης προβάλει ανάμε-σα στα πλοκάμια του. Όταν το δόλωμα είναι ζωντανό αυτό δεν ισχύει, γιατί το μολύβι πρέπει να φαίνεται. Κάπου ανάμεσα στα πλοκάμια του χταποδιού ή της σουπιάς ή του καλαμαριού, καρφώνουμε και κρύβουμε τον κλέφτη ο οποίος δένεται με ένα μικρό παράμαλλο είτε πάνω στο αγκίστρι της ζόκας, είτε στον ειδικό κρίκο που διαθέτουν πολλές από αυτές. (Βλέπε Εικόνα 27).
    Σε μερικές περιπτώσεις μπορούμε να βάλουμε και διπλό κλέφτη, δηλαδή ένα παράμαλλο κατάλληλου μήκους το οποίο περνάμε μέσα από τον κρίκο της ζό-κας και δένουμε δύο αγκίστρια στα άκρα του. Πολλές κατατοπιστικές εικόνες για όλα αυτά μπορεί να δει κανείς στο διαδίκτυο.
    Με τα δολώματα που ανέφερα παραπάνω η ζόκα δολώνεται λίγο πριν την κατεβάσουμε στο βυθό, όπου την κατεβάζουμε σιγά - σιγά μέχρι που να τον «βρει» και τότε την σηκώνουμε λίγο πιο πάνω. Οι καιρικές συνθήκες πρέπει να είναι τελείως ή σχεδόν τελείως άπνοια. Θα έλεγα ότι είναι επιθυμητό ένα απαλό αεράκι που να μετακινεί τη βάρκα μας πολύ αργά, δηλαδή με ταχύτητα 0,2 - 0,5 μίλια, ίσα - ίσα για να αλλάζουμε λίγο - λίγο τόπο, χωρίς να χρειάζεται να λά-μνουμε που και που με τα κουπιά, γιατί για μηχανή δεν πρέπει να γίνεται καν λόγος. Η ζόκα χρειάζεται απαραίτητα απόλυτη ησυχία.
    Όπως η βάρκα μετακινείται έτσι, ο ζογκαδόρος κουνάει ομαλά την ζόκα πά-νω - κάτω, ανεβοκατεβάζοντάς την σε ύψος 1 - 1,5 μέτρο από τον πυθμένα, πε-ρίπου σαν κομπολόι, ενώ σε αραιά διαστήματα κάνει και κάποια απότομα τι-νάγματα, όπως περίπου κάνουμε και στο ψάρεμα της καθετής, ώστε να προ-σελκύσει το θήραμα.
    Κάπου - κάπου βέβαια πρέπει να φροντίζεις να ακουμπάς, με προσοχή για να μην κολλήσεις, στο βυθό, ώστε να ελέγχεις ότι δεν έχεις απομακρυνθεί από αυτόν και ψαρεύεις στα χαμένα.
    Το μολύβι της ζόκας γυαλίζεται (αστράφτει) όταν το τρίψουμε κατά διαστή-ματα με γυαλόχαρτο και στη συνέχεια το «πατήσουμε» με κάποιο μεταλλικό αντικείμενο. Δυστυχώς τη λέξη «πατήσουμε» δεν μπορώ να την εξηγήσω κα-λύτερα, αλλά μόνο να την επιδείξω. Μπορείς να δοκιμάσεις το εξής: Αφού τρί-ψεις καλά την επιφάνεια της ζόκας με ψιλό γυαλόχαρτο, στη συνέχεια «σέρνεις» πάνω στη γυαλοχαρτισμένη επιφάνεια ένα μαχαίρι, χωρίς να το πιέζεις δυνατά. Κάνοντας αυτή την κίνηση θα δεις ότι σε κάποια σημεία που θα περνάει το μεταλλικό αντικείμενο, το μολύβι θα γυαλίζει πολύ. Κάνοντας πολλές τέτοιες δοκιμές, σιγά - σιγά θα πετύχεις το γυάλισμα ολόκληρης της ζόκας. Αυτό μπορείς να το δοκιμάσεις με την ησυχία σου στο σπίτι, πάνω σε ένα οποιοδή-ποτε κομμάτι μολυβιού για να καταλάβεις τη διαδικασία του «πατήματος».
    Όταν η ζόκα γυαλίζει κατ’ αυτόν τον τρόπο, τότε σε συνδυασμό με το δο-λωμένο ζωντανό καλαμάρι ή τη σουπιά, δείχνει σαν ένα ψάρι που κυνηγιέται από το κεφαλόποδο και όλο αυτό στοιχειοθετεί την επιθυμητή «φυσική» εικόνα που μπορεί να ξεγελάσει το θήραμα.
    Οι παλαιότεροι γυάλιζαν τη ζόκα τρίβοντάς την με σταγόνες υδραργύρου που έριχναν πάνω σε ένα κομμάτι πανί ή βαμβάκι. Ο υδράργυρος πουλιόταν παλιότερα στα καταστήματα ειδών αλιείας συσκευασμένος σε μικρά πλαστικά μπουκαλάκια, πάνε όμως πολλά χρόνια που έχει απαγορευτεί η διάθεση αυτού του προϊόντος, γιατί είναι πολύ ισχυρό δηλητήριο και η χρήση του οικολογικά απαράδεκτη.
    Ένα ακόμη που χρειάζεται να συμπληρώσω για να ολοκληρώσω την τεχνική της ζόκας είναι ότι το τσίμπημα του θηράματος δεν γίνεται συνήθως αντιληπτό με κάποιο δυνατό τράνταγμα, ανάλογο του μεγέθους του, όπως θα περιμένει ίσως να νιώσει ο πρωτόπειρος ζογκαδόρος. Συνήθως αισθανόμαστε ένα ελα-φρύ, σχεδόν ανεπαίσθητο τρέμουλο, τη στιγμή που το ψάρι έχει πάρει το δό-λωμα στο στόμα του και στέκεται ακίνητο. Εκείνη τη στιγμή πρέπει να τραβή-ξουμε με δύναμη για να καρφώσουμε το θήραμα. Στο σημείο αυτό πολύ ευερ-γετικές είναι οι ιδιότητες των νημάτων που δεν έχουν καθόλου ελαστικότητα κι έτσι εξασφαλίζουν σχεδόν απόλυτη ... υπακοή στα ... κελεύσματα του ζογκα-δόρου. Η χρησιμοποίησή τους όμως προϋποθέτει την πρόσθεση αρματωσιάς από καλής ποιότητας μεσηνέζας στην αρχή της μάνας.
    Και μια τελευταία παρατήρηση
    Σημείωσα στα παραπάνω ότι το ψάρεμα της ζόκας μπορεί να γίνει και τις βραδινές ώρες, μόνο όμως όταν υπάρχει πολύ φεγγάρι, ιδανικά πανσέληνος. Στα παρακάτω θα εξηγήσω το λόγο για τον οποίο συμβαίνει αυτό, για να μπορείς να καταλαβαίνεις και τη λογική με την οποία λειτουργούν τα πράγματα στη θά-λασσα.
    Αν έχεις ψαρέψει παραγάδι ή κάποιου είδους καθετή τη νύχτα με τέλεια μπουνάτσα και απόλυτο σκοτάδι, δηλαδή σε νύχτα χωρίς φεγγάρι και μακριά από στεριές που έχουν πολλά φώτα, τότε θα παρατήρησες ενδεχομένως ότι η διαδρομή του νήματός σου στο νερό διακρίνεται με μεγάλη ευχέρεια και σε αρκετή απόσταση από τη βάρκα σου, λόγω του φωσφορισμού των εκατομμυ-ρίων μικροοργανισμών (πλαγκτόν ονομάζονται) που αιωρούνται μέσα στο θα-λασσινό νερό.
    Το φαινόμενο αυτό μπορείς να το παρομοιάσεις με τις ακτίνες του ήλιου που διακρίνονται με ευχέρεια όταν μπαίνουν μέσω κάποια σχισμής ή τρύπας σε σκοτεινό χώρο στον οποίο υπάρχει αιωρούμενη σκόνη, που όταν δεν υπάρχουν ακτίνες αλλά απλό διάχυτο φως, δεν φαίνεται. Πρόκειται ακριβώς για την ίδια λογική. Όπως και στη θάλασσα, έτσι και εδώ αυτά τα αιωρούμενα μικροσωμα-τίδια προδίδουν την διαδρομή της μεσηνέζας από τη μια και της ακτίνας του ήλιου από την άλλη.
    Όταν η νύχτα είναι θεοσκότεινη, το σύνολο των εργαλείων που βυθίζουμε για να φτάσουμε στο βυθό που βρίσκεται το ψάρι διακρίνονται με απίστευτη ... μεγαλοπρέπεια, άσχετα αν τα νήματα που χρησιμοποιούμε είναι τα λεγόμενα αόρατα (και πανάκριβα) ή κοινά (και φτηνά). Αυτό που τα προδίδει δεν είναι η μικρή διαφάνεια, αλλά η παραμικρή κίνηση. Και φυσικά κανένα ψάρι δεν θα πλησιάσει κάτι που του φαίνεται εντελώς αφύσικο, ειδικά αν είναι και πονηρε-μένο και επιφυλακτικό, όπως είναι όλα ανεξαιρέτως τα μεγάλα ψάρια σήμερα.
    Αντίθετα όταν έχει πολύ φεγγάρι (πανσέληνο) τότε το φως εξαφανίζει αυτόν τον φωσφορισμό και τα εργαλεία φαίνονται ακριβώς όσο θα φαίνονταν αν ήταν ηλιόλουστη ημέρα.
    Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο με τη ζόκα μπορούμε να ψαρεύουμε και νύχτα, αλλά μόνο όταν έχει πολύ φεγγάρι.
    Από την κατασταλαγμένη εμπειρία των παλαιοτέρων αποδεικνύεται ότι την νύχτα με φεγγάρι ψαρεύονται καλύτερα τα μαύρα ψάρια, όπως σφυρίδες, στή-ρες, ροφοί κ.λ.π. ενώ τα άσπρα όπως συναγρίδες, φαγκριά κ.λ.π. προτιμούν την ημέρα.
    Η διατήρηση του ζωντανού δολώματος
    Για να εξασκήσουμε τα ψαρέματα που χρειάζονται απαραίτητα ζωντανό δό-λωμα, πρέπει το σκάφος μας να διαθέτει και την απαραίτητη υποδομή για την διατήρησή τους. Η υποδομή αυτή λέγεται «δεξαμενή διατήρησης ζωντανού» και στην Εικόνα 29 έχω φτιάξει ένα σκαρίφημα στο οποίο δείχνω πώς μπορεί κανείς να την κατασκευάσει και είτε να την εγκαταστήσει μόνιμα στο σκάφος του, είτε να την έχει φορητή, αν δεν διαθέτει άπλετο χώρο, και να την παίρνει μαζί του μόνο όταν πρόκειται να ψαρέψει το σχετικό ψάρεμα.
    Τα απαραίτητα για την κατασκευή αυτή είναι ένα σχετικά μεγάλο δοχείο χωρητικότητας 30-50 λίτρων νερού (όσο μεγαλύτερο τόσο το καλύτερο) και μια αντλία θαλασσινού νερού.
    Σαν τέτοιο δοχείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα φορητό ισοθερμικό ψυγείο (igloo) μεγάλου μεγέθους ή κάποιο άλλο πλαστικό δοχείο ανάλογου μεγέθους, το οποίο θα τρυπήσουμε κατάλληλα ώστε να το τροφοδοτούμε συνεχώς με φρέσκο θαλασσινό νερό, το περισσευούμενο από το οποίο θα επιστρέφει στη θάλασσα μέσω μιας τρύπας υπερχείλισης, που πρέπει να διαθέτει επίσης το δο-χείο μας.
    Για την όλη κατασκευή θα χρειαστούν διάφορα εξαρτήματα (ρακόρ κ.λ.π.) υδραυλικής φύσεως, τα οποία καλό είναι να είναι πλαστικά για να μην σκου-ριάζουν και αχρηστεύονται.
    Αν δεν μπορούμε να την κατασκευάσουμε μόνοι μας θα πρέπει να απευθυν-θούμε σε κάποιον υδραυλικό.
    Αρκετοί προσπαθούν να διατηρήσουν ζωντανά δολώματα χρησιμοποιώντας αντί για δεξαμενή στην οποία να ρέει συνεχώς θαλασσινό νερό, την μέθοδο της απλής οξυγόνωσης ενός στάσιμου θαλασσινού νερού. Αυτός ο τρόπος μπορεί να μας εξασφαλίσει ζωντανό δόλωμα, αλλά αφ’ ενός για πολύ λιγότερο διά-στημα απ’ ότι ο προηγούμενος και αφετέρου όχι για όλα τα είδη των δολωμά-των. Ο λόγος είναι ότι οι διάφοροι θαλάσσιοι οργανισμοί τους οποίους προ-σπαθούμε να διατηρήσουμε, δεν έχουν απαιτήσεις μόνο σε οξυγόνο αλλά και σε θερμοκρασία, την οποία μόνο η συνεχής ροή θαλασσινού νερού μπορεί να μας εξασφαλίσει, αν και σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις ούτε και αυτή ε-παρκεί και χρειάζεται να προσπαθήσουμε να ρυθμίσουμε τη θερμοκρασία βά-ζοντας μέσα στη δεξαμενή παγοκύστες, μπουκάλια με παγωμένο νερό κ.λ.π.
    Στο σημείωμα αυτό δεν θα περιγράψω όλες τις περιπτώσεις μία - μία ξεχω-ριστά γιατί είναι πάρα πολλές. Όταν κάποιος φτάσει σε αυτό το σημείο όλο και κάποιος φίλος ή μια σχετική ερώτηση στο διαδίκτυο μπορεί να τον βοηθήσει.
    Η υποδομή αυτή είναι απαραίτητη για τα ψαρέματα με μολύβι φύλακα, με ζόκα αλλά και με παραγάδι ζωντανού και τις γνωστές μονάγκιστρες πετονιές με τις οποίες ψαρεύουμε ροφούς κ.λ.π.
    Θέμα 4ο: Ο πλάνος ή τσαπαρί του βυθού (jigging)
    Ίσως ξενίζει τους νεότερους η παραπάνω ονομασία (πλάνος) αυτού του ψα-ρέματος, γιατί πολλοί από αυτούς ενδεχομένως να μην την έχουν ακούσει κα-θόλου. Αυτός είναι και ο λόγος που με υποχρέωσε να καταχωρίσω σε παρένθε-ση και την ξενόφερτη ονομασία jigging, η οποία φυσικά δεν σημαίνει τίποτε το διαφορετικό, αλλά ακριβώς το ίδιο με το ελληνικό «πλάνος» ή όπως το έλεγαν και αρκετοί από τους παλαιότερους «τσαπαρί του βυθού».
    Και κάνουν λάθος όσοι πιστεύουν ότι το ψάρεμα αυτό μας ήρθε από το ... εξωτερικό. Το μόνο που μας ήρθε από εκεί, είναι η καινούργια ονομασία του (jigging). Όλα τα υπόλοιπα έχουν την αφετηρία τους εδώ, στη θάλασσα του Αιγαίου και κυρίως τα παράλια της Μικράς Ασίας και του Βοσπόρου, όπου α-νέκαθεν αναπτύχθηκαν σχεδόν όλες οι τεχνικές ψαρέματος αυτού του τύπου, οι οποίες στη συνέχεια με τις μετακινήσεις των πληθυσμών και τη φυσική ροή της γνώσης, μεταδόθηκαν και στους υπόλοιπους λαούς, κυρίως της Ευρώπης, που πάντοτε ακολουθούσαν και ουδέποτε προηγήθηκαν σε αυτές τουλάχιστον τις ... επιστήμες.
    Αν θα μπορούσε κανείς να μου εξηγήσει γιατί με τις ... ευλογίες μας αυτοί οι ρόλοι τις τελευταίες δεκαετίες αντιστράφηκαν και αντί να μαθαίνουμε εμείς αυτούς, ως κατεξοχήν θαλασσινοί, καταλήξαμε να μαθαίνουν αυτοί εμάς, θα ήμουνα ευτυχής, γιατί για μένα αυτό είναι κάτι το ανεξήγητο.
    Η μόνη καινοτομία, αν θα μπορούσε κανείς να την πει έτσι, που προστέθηκε σε αυτό το ψάρεμα με την επανεμφάνισή του τα τελευταία χρόνια, είναι η εκτέ-λεσή του με τη βοήθεια των ειδικών καλαμιών, που σε μερικές περιπτώσεις πράγματι διευκολύνουν, αν και προσωπικά πιστεύω ότι η αξία τους είναι μάλλον υπερτιμημένη, κυρίως για λόγους εμπορικούς.
    Εν πάση περιπτώσει, επειδή το θέμα αυτό σηκώνει πολύ συζήτηση που δεν είναι ο στόχος μου να την ανοίξω σε αυτό το κείμενο, ας αφήσω τους αναγνώ-στες να προβληματιστούν από μόνοι τους και ας βγάλει ο καθένας τα δικά του συμπεράσματα. Εγώ σε αυτό το κείμενο ας ασχοληθώ καλύτερα με την πράξη.
    Το ψάρεμα με το εργαλείο του πλάνου κάνει ότι δεν κάνει η συρτή βυθού. Δηλαδή ενώ η συρτή βυθού ψαρεύει οριζόντια, οδηγώντας παράλληλα πάνω από το βυθό και όσο πιο κοντά σε αυτόν μπορεί το δόλωμά της, ο πλάνος ψα-ρεύει κάθετα (από εδώ και το επίσης ξενόφερτο vertical που σημαίνει κάθετα ή κατακόρυφα) ως προς το βυθό, ανεβοκατεβάζοντας μέχρι κάποιο ύψος το δό-λωμά του, που είναι πάντα ένα τεχνητό δόλωμα σε σχήμα ψαριού, αλλά εξολο-κλήρου μεταλλικό και βαρύ, σε αντίθεση με τα τεχνητά δολώματα της συρτής βυθού που είναι συνήθως από ελαφρά υλικά, πλαστικά ή ξύλινα. Ο λόγος που το δόλωμα του πλάνου είναι μεταλλικό, είναι γιατί εκτός από το ρόλο του δο-λώματος, έχει να παίξει και το ρόλο του βαριδιού που βυθίζει το εργαλείο αυτό στο απαραίτητο βάθος, που μερικές φορές μπορεί και να υπερβαίνει τα 100 και πλέον μέτρα. Αυτό είναι το δεύτερο πλεονέκτημα του πλάνου σε σύγκριση με τη συρτή βυθού, της οποίας η εμβέλεια από πλευράς βάθους είναι αρκετά περι-ορισμένη συγκριτικά.
    Από την πλευρά αυτή δηλαδή, το ψάρεμα του πλάνου έχει πολλές ομοιότητες με το ψάρεμα της ζόκας. Η διαφορά του με αυτό το τελευταίο, είναι ότι ενώ στην ζόκα η κίνηση του δολώματος συνήθως ενυπάρχει από του φυσικού, αφού χρησιμοποιούμε κυρίως ζωντανά δολώματα, στον πλάνο προσπαθούμε να δώ-σουμε φυσική κίνηση σε ένα τεχνητό δόλωμα, είτε με το χέρι μας, είτε με διά-φορα συστήματα που μας εξασφαλίζουν οι σύγχρονες επιβοηθητικές τεχνικές (διάφορα ειδικά μηχανάκια κ.λ.π.).
    Τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί στην αγορά των ειδών αλιείας και αρκετά είδη καινούργιων τεχνητών δολωμάτων, άλλα των οποίων είναι εξολο-κλήρου τεχνητά και άλλα έχουν τη μορφή πλοηγού, που έχει πολλές ομοιότητες με την παραδοσιακή ζόκα, στον οποίο έχουμε τη δυνατότητα να δολώσουμε και διάφορα είδη νωπού δολώματος (κομμάτια ψαριών, σουπιές, καλαμάρια κ.λ.π.). Τα περισσότερα από αυτά έχουν προέλευση την Ιαπωνία, αλλά προσωπικά δεν έχω καμία δια ζώσης εμπειρία ώστε να μπορώ να προχωρήσω σε σχετικές κρί-σεις και σχολιασμούς. Νομίζω ότι όσοι προσελκύονται από αυτό το ψάρεμα, έχουν μπροστά τους άπειρες προτάσεις (jig, kabura, tenya, inchiku κ.λ.π.) για να πειραματίζονται ατέλειωτα σε όλη την ψαρευτική τους σταδιοδρομία. (Εικόνα 30).
    Πριν προχωρήσω όμως στην λεπτομερέστερη περιγραφή αυτής της τεχνικής θα κάνω εδώ μια παρένθεση την οποία θεωρώ απαραίτητη, για να εξηγήσω με-ρικά πράγματα, που πιστεύω ότι θα βοηθήσουν σημαντικά τον αναγνώστη στην βαθύτερη κατανόηση αυτού του ψαρέματος και όχι μόνο.
    Σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες που αντλώ από την βιβλιογραφία καθώς και από διηγήσεις παλαιοτέρων, ο πλάνος ή τσαπαρί του βυθού, είναι ψάρεμα που μεσουράνησε την εποχή της κατοχής. Ο λόγος που συνέβη αυτό ήταν ότι την εποχή εκείνη η αφθονία των ψαριών στις ελληνικές θάλασσες ήταν πρωτο-φανής. Τα ψάρια δεν ήταν μόνο πολλά, αλλά ήταν και απονήρευτα, γιατί λόγω των περιορισμών που είχαν επιβάλει τότε οι κατακτητές, το ψάρεμα είτε το ε-παγγελματικό, είτε το ερασιτεχνικό, είχε μειωθεί πάρα πολύ. Ιδιαίτερα στις πε-ριοχές που βρίσκονταν κοντά στα αστικά κέντρα, όπως οι ακτές της Αττικής που αστυνομεύονταν αυστηρά από τους κατακτητές, αρκετοί ψάρευαν παράνομα και με κίνδυνο της ζωής τους, μόνο και μόνο για να μπορέσουν να επιβιώσουν εξασφαλίζοντας κάποια θρεπτική τροφή για τις οικογένειές τους.
    Οι συνθήκες αυτές είχαν προκαλέσει άνθηση της θαλάσσιας ζωής σε τέτοιο βαθμό που μπορούσες να πιάνεις αξιόλογα ψάρια ακόμη και με στοιχειώδη και απλοϊκά μέσα. Και ένα τέτοιο μέσον ήταν και εξακολουθεί να είναι και ο πλά-νος. Ο ψαράς της εποχής εκείνης ήταν ευτυχής όταν με μια πετονιά και ένα απλό μεταλλικό ομοίωμα ψαριού μπορούσε στα γρήγορα και χωρίς να προκαλεί την προσοχή κανενός να εξασφαλίσει πλούσιο γεύμα, αρκεί να κατάφερνε να πάει με μια μικρή βάρκα λίγο πιο πέρα από την ακτή. Έτσι η χρήση του πλάνου γενικεύτηκε τότε, σαν ένα εργαλείο πρόχειρου και γρήγορου ψαρέματος, το ο-ποίο δεν στόχευε σε πλούσιες αποδόσεις, αλλά στο «βόλεμα» της περίστασης.
    Και φυσικά όταν αυτές οι συνθήκες εξέλιπαν, όταν δηλαδή η ζωή επανήλθε στην ομαλότητα, ο πλάνος σιγά - σιγά εγκαταλείφθηκε ως μη παραγωγικός και τη θέση του πήραν άλλα εργαλεία, (ζόκα, συρτές, παραγάδια κ.λ.π.) που εξα-σφάλιζαν καλύτερες αποδόσεις, αφού πλέον τίποτα δεν εμπόδιζε κανέναν να τα εξασκήσει.
    Εγώ που τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές έχω κλείσει τα 66 και βα-δίζω στα 67, μόλις που πρόλαβα κάποιους πλάνους στις προθήκες των κατα-στημάτων με είδη αλιείας και πάντα είχα την απορία τι ακριβώς είναι αυτά τα παράξενα ψαράκια που ούτε την κλασική γλώσσα των τεχνητών είχαν ούτε οι σαλαγγιές τους είχαν την ίδια λογική. Αν και καταλάβαινα ότι προορίζονταν για κάποιου άλλου είδους ψάρεμα από αυτά που έκανα εγώ, ποτέ δεν έτυχε να ρωτήσω περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Λίγο μετά βέβαια, αυτά τα είδη εξαφα-νίστηκαν και πράγμα περίεργο για μένα, λίγο πριν τερματίσω την ψαρευτική μου σταδιοδρομία, έκαναν θεαματική επανεμφάνιση και μάλιστα με καινούργιες εντυπωσιακά βελτιωμένες μορφές.
    Τι είναι όμως αυτό που επανέφερε αυτό το ψάρεμα από την αφάνεια στην επικαιρότητα και μάλιστα, όπως μαθαίνω, με πολύ καλές επιδόσεις σε αρκετές περιπτώσεις; Αυτό είναι και το ερώτημα που θέλω να ξεδιαλύνω, με αυτή την παρένθεση που άνοιξα στο σημείο αυτό.
    Όπως είπα παραπάνω το ψάρεμα του πλάνου εγκαταλείφθηκε γιατί λόγω της εντατικοποίησης του ψαρέματος στα χρόνια που ακολούθησαν την κατοχή, οι συνθήκες που σταδιακά δημιουργήθηκαν στη θάλασσα έκαναν όλο και πιο δύ-σκολη την εξάσκησή του με σοβαρή επιτυχία. Τα ψάρια αραίωσαν πολύ και συνεχίζουν να αραιώνουν καθημερινά και ταυτόχρονα σταδιακά έγιναν εξαιρε-τικά φιλύποπτα, αντιδρώντας με το ένστικτό τους στο ανηλεές κυνηγητό των ψαράδων. Έτσι, για να πιάσεις ένα ψάρι με πλάνο, έπρεπε πλέον να ψάχνεις με τις ώρες, τις ημέρες και τους μήνες τις θάλασσες και να έχεις και τύχη βουνό.
    Όμως αυτό αποδειγμένα άλλαξε. Ξαφνικά ξανάρχισαν να πιάνονται ψάρια με τον πλάνο και μάλιστα από νεότευκτους ερασιτέχνες, γιατί οι επαγγελματίες στην πλειοψηφία τους δεν κάνουν πια τέτοια ψαρέματα. Τι είναι λοιπόν αυτό που το άλλαξε;
    Ένα μόνο πράγμα. Ενέσκηψε η σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία των μέσων ανίχνευσης. Δηλαδή τα σύγχρονα ψηφιακά βυθόμετρα, η απόκτηση των οποίων έγινε πλέον εφικτή από πολλούς και σε λίγο θα είναι εφικτή από όλους, γιατί όπως εξελίσσεται το πράγμα, τα αμέσως επόμενα χρόνια ένα τέλειο βυθόμετρο που θα μπορεί να ανακαλύπτει μέχρι και μικρά σαλιγκαράκια στο βυθό, αν αυτό μας ενδιαφέρει, θα κοστίζει φθηνότερα από ένα παραγάδι 100 αγκιστριών. Στην Αμερική απλά βυθόμετρα και εξαρτήματα ανίχνευσης πωλούνται πλέον στα μεσαίου μεγέθους πολυκαταστήματα (super markets).
    Το τι κάνουν αυτά τα εργαλεία το έχω ήδη εξηγήσει στο σχετικό εδάφιο. Για τον πλάνο αυτά ήταν το ... φιλί της ζωής. Ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για την αναβίωσή του. Και αν αυτό το συνδυάσουμε και με την εξέλιξη των τεχνη-τών δολωμάτων που περιέγραψα ήδη παραπάνω, τότε όλα ... μπαίνουν στη θέση τους.
    Ο σύγχρονος ερασιτέχνης ψαράς δεν έχει πλέον να κάνει πολλά. Μπαίνει στην βάρκα του, που συνήθως είναι κάποιο πολύ γρήγορο και πολύ άνετο σκά-φος, βάζει μπροστά το ψηφιακό του βυθόμετρο, ρίχνει μια ματιά στη μισή οθό-νη για να δει στον βυθομετρικό του χάρτη πού περίπου βρίσκεται ο πάγκος, το μονόπετρο, η ξέρα ή η τραγάνα που τον ενδιαφέρει, αδιαφορώντας αν είναι 10, 20 ή και 50 μίλια μακριά, αφού το σκάφος του μπορεί να βρίσκεται εκεί σε λίγα λεπτά και όταν φτάσει εκεί, κάνοντας «ζουμ» (μεγέθυνση) αρχίζει να ανιχνεύει λεπτομερώς το βυθό. Για την ώρα δεν αργεί και πολύ να ανακαλύψει το πρώτο ψάρι, το οποίο το μηχάνημά του, αν έχει μάθει να το χρησιμοποιεί με πληρότη-τα, θα τον πληροφορήσει και για την ακριβή του θέση, και για το μέγεθός του (στο περίπου), ακόμη και για το είδος του (μαύρο - άσπρο). Σε λίγα χρόνια εν-δεχομένως το μηχάνημα θα μπορεί να «διαβάσει» και το ... επίπεδο πείνας του υποψήφιου θύματος.
    Τότε ο πανευτυχής ψαράς, πατώντας το σχετικό κουμπάκι, θα καταγράψει τη θέση του ψαριού, μήπως και το χάσει αν λόγω κυματισμού ή λίγου αέρα η βάρκα του μετακινηθεί, θα ετοιμάσει το καλάμι του, θα κρεμάσει τον σύγχρονο πλάνο του, που η μόνη του διαφορά από τον παλιό συνοψίζεται στο ότι είναι πολύ πιο ... ιλλουστρασιόν, δηλαδή φανταχτερός, και βυθίζοντάς τον θα έχει και τη δυνατότητα να παρακολουθεί την πορεία του στην οθόνη, μέχρι που αυτός να φτάσει ακριβώς μπροστά στο στόμα του ψαριού.
    Τότε θα αρχίσει να τον κουνάει πάνω κάτω ή με το ειδικό καλάμι του ή βά-ζοντας σε ενέργεια το σχετικό μοτεράκι του μηχανισμού (γιατί να κουράζουμε τα χέρια μας; για ... γυμναστική ήρθαμε εδώ ή για να πιάσουμε μερικά ψάρια και να φύγουμε;) και η στιγμή που το ψάρι θα χάψει τον πλάνο δεν θ’ αργήσει. Αν αυτό δεν συμβεί, μπορεί να πάει παραπέρα, ψάχνοντας για άλλο θήραμα και να επανέλθει στο ... δύσκολο προηγούμενο μετά από λίγες μέρες, αν αυτό είναι από τα ψάρια που ζουν σε μόνιμη θέση, όπως π.χ. ο ροφός που ζει σε θολάμια, δηλαδή τρύπες σε βράχους ή σε μικρές θαλάσσιες σπηλιές.
    Το επόμενο όμως ερώτημα που φυσιολογικά προκύπτει είναι: «για πόσο ά-ραγε ακόμη θα υπάρχουν ψάρια για να βρουν τα βυθόμετρα και κατ’ επέκταση οι χρήστες τους;». Ιδού η απορία! Η απάντηση θα δοθεί ... προσεχώς από την «κυρία» θάλασσα και θέλουμε δεν θέλουμε θα την λάβουμε οπωσδήποτε υπό-ψη μας όλοι.
    Αυτή είναι η μικρή ιστορία του πλάνου, ο οποίος αφού μας ξαναεπισκέφθηκε μετά από πολλά χρόνια απουσίας, αρχίζει πάλι σιγά - σιγά να ξαναεξαφανίζεται μαζί, αυτή τη φορά, με τα υποψήφια θύματά του, τα οποία αφ’ ενός λιγοστεύουν ταχύτατα και αφ’ ετέρου δεν ... «μασάνε» πια εύκολα πλάνους κάθε είδους.
    Στα παρακάτω θα περιγράψω την τεχνική αυτού του ψαρέματος, αν και όπως ήδη εξήγησα, δεν πιστεύω ότι η γνώση αυτή στο εγγύς μέλλον θα έχει κάποια πρακτική χρησιμότητα.
    Ο τρόπος που ψαρεύεται ο πλάνος, είτε με καλάμι, είτε με το χέρι, είναι σχε-δόν ακριβώς ο ίδιος με το τσαπαρί.
    Ιδανικές καιρικές συνθήκες είναι αυτές που ισχύουν και στο τσαπαρί ή την ζόκα, δηλαδή ένα ελαφρύ αεράκι το οποίο θα μετακινεί τη βάρκα σου με πολύ μικρή ταχύτητα, περίπου μισού μιλίου. Έτσι το ψάρεμα θα γίνεται αρόδου και το μόνο που πρέπει να προσέξεις είναι η πορεία της βάρκας να περνάει πάνω από τον «τόπο», που φυσικά θα έχεις εντοπίσει και εξερευνήσει εξονυχιστικά από πριν. Η κίνηση που πρέπει να κάνεις εσύ θα είναι ένα γρήγορο ανέβασμα του πλάνου 10-12 μέτρα πάνω από το βυθό, το οποίο θα γίνεται με «χεριές» που θα συνοδεύονται με τινάγματα και στη συνέχεια κατέβασμα μέχρι το βυθό, όπου θα πρέπει να φροντίζεις ίσα - ίσα να τον «ακουμπάει» και να μην «ξα-πλώνει» κάτω γιατί υπάρχει ο φόβος να κολλήσει. Αν αυτό συμβεί, τότε η απο-κόλλησή του θα γίνει με την κουλούρα που έχω ήδη περιγράψει σε άλλο εδάφι-ο.
    Επειδή εγώ πιστεύω ότι με αυτόν τον τρόπο πολύ σύντομα κανείς δεν θα πιάνει τίποτα, θα προτείνω εδώ κάτι ... παραδοσιακό, που ίσως σε βοηθήσει να μην πας τελείως «άψαρος» στο σπίτι.
    Αντιμετωπίζοντας τον πλάνο ταυτόχρονα και σαν τσαπαρί, μπορείς, πιο πάνω από το τεχνητό, να προσθέσεις μερικά αγκίστρια με φτερά, κάνοντας δηλαδή μια αρματωσιά σαν κι αυτή του τσαπαρί, στην οποία ο πλάνος θα παίζει και το ρόλο του μολυβιού.
    Οι κινήσεις που θα κάνεις θα είναι ίδιες αλλά οι πιθανότητες να πιάσεις κάτι θα έχουν αλλάξει ριζικά. Το «κάτι» βέβαια μην περιμένεις να είναι κάποιος γι-γάντιος ροφός ή κάτι παρόμοιο, αλλά κάποιο ταπεινό σαυρίδι ή κολιός ή κάτι άλλο ανάλογο. Αν είσαι τυχερός μπορεί να γεμίσεις ολόκληρο το πανεράκι σου με τέτοια ψάρια, ε, τώρα αν είσαι από αυτούς που κάθε δεύτερη κλήρωση κερ-δίζουν στο λαχείο, τότε είναι πολύ πιθανόν για μία και μόνο φορά (και πολύ λέω) στη ζωή σου, να σου κάνει το χατίρι και κάποιος ροφός ή στήρα ή σφυρίδα ή τσαούσι ή συναγρίδα, από αυτά που δεν θα έχουν ακόμη ... ενημερωθεί για τις καινούργιες εξελίξεις.
    Είπαμε, «στη θάλασσα όλα είναι πιθανά». Ακόμη και αυτό!
    Θέμα 5ο: Η συρτή με μολύβι φύλακα
    Το ψάρεμα αυτό μπορεί εύκολα να ξεγελάσει τον πρωτόπειρο, ο οποίος βλέποντας πόσο «απλοϊκό» είναι σε ότι αφορά τα εργαλεία που χρειάζεται κα-νείς να έχει για να το εξασκήσει, πιθανόν να πιστέψει ότι αρκεί να μπει στη βάρκα του και να πάει λίγο πιο πέρα από την ακτή, για να γεμίσει το καλάθι του με τρίκιλες συναγρίδες και δεκάκιλα φαγκριά.
    Τα πράγματα όμως δεν είναι καθόλου έτσι και αυτός είναι ο λόγος που παρά το ότι το ψάρεμα αυτό φαντάζει εκ πρώτης όψεως απλό, στην πραγματικότητα λίγοι είναι αυτοί που καταφέρνουν να το εξασκήσουν με επιτυχία. Παρακάτω θα εξηγήσω τους λόγους που συμβαίνει αυτό.
    Ο πρώτος και σπουδαιότερος λόγος που καθιστά την συρτή με μολύβι φύ-λακα δύσκολο ψάρεμα, είναι η απαίτηση για εξεύρεση οπωσδήποτε ζωντανού δολώματος κυρίως καλαμαριού. Η ανάγκη αυτή δεν απαιτεί μόνο την ικανότητα να βρεις και να συλλάβεις ικανό αριθμό καλαμαριών, για να μπορέσεις να καλύψεις ένα ημερήσιο ψάρεμα με αυτήν την τεχνική, αλλά χρειάζεται και μια σχετικά σοβαρή εγκατάσταση για να μπορέσεις να τα διατηρήσεις ζωντανά, πράγμα που δεν είναι εφικτό αν στο σκάφος σου δεν διαθέτεις την απαραίτητη υποδομή. Για να δεις πώς θα αποκτήσεις ή θα κατασκευάσεις αυτά που σου χρειάζονται γι’ αυτό, δες το σχετικό εδάφιο του παρόντος με τίτλο: «Η διατή-ρηση του ζωντανού δολώματος».
    Εκτός από το καλαμάρι, που οι περισσότεροι το θεωρούν το κορυφαίο δό-λωμα, στην τεχνική αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν και άλλα θαλάσσια είδη σαν ζωντανό δόλωμα, όπως οι σουπιές και διάφορα ψάρια, όπως σαυρίδια, σπάροι, μελανούρια, ζαργάνες, λυθρίνια, γόπες, κολιοί και πολλά ακόμη από αυτά που μπορεί να συλλάβει και να διατηρήσει ζωντανά κανείς.
    Μερικοί ψαρεύουν με την τεχνική αυτή χρησιμοποιώντας νωπό καλαμάρι, νωπή σουπιά ή και ξασπρισμένο μικρό χταποδάκι ως δόλωμα. Πιστεύω ότι αυ-τά μπορεί να έχουν κάποια επιτυχία, είναι όμως σαφώς υποδεέστερα του ζω-ντανού, το οποίο είναι πραγματικά ασυναγώνιστο, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες που τα ψάρια στα οποία στοχεύεις έχουν γίνει εξαιρετικά φιλύποπτα. Ίσως βέβαια εδώ να ισχύει το ρητό «στην αναβροχιά καλό και το χαλάζι».
    Ο καθεαυτό εξοπλισμός που απαιτείται, είναι ένα ισχυρό νήμα μήκους 150 μέτρων (ίσως και παραπάνω, ανάλογα με τα βάθη που πρόκειται να ψαρέψεις), μια αρματωσιά μήκους 10-20 μέτρων, από καλής ποιότητας μεσηνέζα, πάχους τουλάχιστον Νο 50, μερικά ειδικά μολύβια διαφόρων μεγεθών και λίγα μικροε-ξαρτήματα, όπως στριφταροπαραμάνες και αγκίστρια.
    Στις Εικόνες 31 και 32 δείχνω αναλυτικά τον τρόπο που κατασκευάζεται η αρματωσιά και πώς δολώνονται τα διάφορα είδη δολωμάτων που χρησιμοποι-ούμε και το ειδικό μολύβι αυτής της συρτής, ενώ στην Εικόνα 33 φαίνεται σχηματικά ο τρόπος που ψαρεύεται αυτό το ψάρεμα.
    Πέρα από αυτά που φαίνονται στις εικόνες, πρέπει να έχεις υπόψη σου και τα εξής:
    Όσο μεγαλώνει το βάθος που ψαρεύεις πρέπει να μικραίνεις και το μήκος της αρματωσιάς που ακολουθεί το μολύβι φύλακα. Στα ρηχά νερά μέχρι 20 μέτρα, η αρματωσιά πρέπει να είναι 10-15 μέτρα. Στα 30-40 μπορείς να την κοντύνεις στα 8-10 μέτρα. Στα 50-70 καλό είναι το μήκος των 6-7 μέτρων και από εκεί και κάτω μπορείς να έχεις αρματωσιά και 3-4 μέτρων.
    Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το βάρος των μολυβιών το οποίο πρέπει να αυξάνεται ανάλογα με το βάθος, ώστε να κρατάει την γωνία που κάνει η μάνα με την κατακόρυφο όσο το δυνατόν μικρότερη. Ένα μολύβι 100 γραμμαρίων είναι για τα πολύ ρηχά νερά. Όσο τα βάθη αυξάνονται τόσο πρέπει να αυξάνεται και το βάρος των μολυβιών που χρησιμοποιείς. Με τις διαρκείς δοκιμές θα κατα-λάβεις αυτό που σε βολεύει. Στην αγορά υπάρχουν πολλά μεγέθη και είδη μολυβιών και θα πρέπει να προμηθευτείς κάποια ποσότητα από κάθε μέγεθος γιατί τα μολύβια είναι αναλώσιμο είδος. Προσοχή βέβαια αυτά που θα προμη-θευτείς να είναι μολύβια για φύλακα με το ειδικό πτερύγιο ώστε να μην περι-στρέφονται και όχι οποιοδήποτε απλό μολύβι. Όπως ίσως θα πρόσεξες στις σχετικές εικόνες, η αρματωσιά του 1 - 1,5 μέτρου που συνδέει το μολύβι με τη μάνα είναι λεπτότερη ώστε να μπορεί να κόβεται όταν αυτό σκαλώσει και στην πράξη θα διαπιστώσεις ότι αυτό θα συμβαίνει συχνά. Ένας τρόπος για να μειώ-σεις το κόστος αυτών των απωλειών, είναι να μάθεις να κατασκευάζεις ο ίδιος όσα μολύβια σου χρειάζονται, πράγμα που θα σου επιφέρει σημαντική οικονο-μία στα έξοδα. Στην αγορά κυκλοφορούν σχετικά καλούπια, αλλά αν θέλεις να το προχωρήσεις ακόμη πιο πέρα, μπορείς να μάθεις να φτιάχνεις και τα καλού-πια μόνος σου για μέγιστη οικονομία.
    Εγώ χρειάζομαι πολλά μολύβια για τη συρτή με φύλακα, για παραγάδια και για συρτή βυθού και αφρού και χρόνια τώρα έχω πάψει να τα αγοράζω. Μπορώ πια και φτιάχνω μόνος μου οτιδήποτε μου καπνίσει. Έχω καλούπια για ζόκες και διάφορες άλλες δικής μου εμπνεύσεως καινοτομίες. Όταν δω κάτι μολυβένιο στην αγορά και μου αρέσει, αγοράζω ένα μόνο τεμάχιο και κατασκευάζοντας το κατάλληλο καλούπι αναπαράγω όσα τεμάχια θέλω. Οι πληροφορίες όμως γι’ αυτά τα θέματα εκφεύγουν του παρόντος και ίσως τις συμπεριλάβω σε μια νέα μελλοντική έκδοση.
    Όπως έχω εξηγήσει, από την εισαγωγή ακόμη αυτού του κειμένου, θεωρώ την χρήση των εξελιγμένων καλαμιών σε αυτά τα ψαρέματα προαιρετική και όχι εντελώς απαραίτητη. Όσοι δεν συμφωνούν για οποιουσδήποτε λόγους με αυτή τη λογική, δεν έχουν παρά να προσθέσουν στον εξοπλισμό τους και ότι χρειά-ζεται για να εξασκήσουν αυτό το ψάρεμα με τη χρήση καλαμιού. Σε αυτό το κείμενο πάντως δεν θα βρουν καμία πληροφορία που να τους βοηθήσει στην επιλογή και την αγορά σχετικού εξοπλισμού, για τον απλό λόγο ότι εγώ ποτέ μου δεν χρησιμοποίησα κάτι τέτοιο και επομένως δεν το γνωρίζω ώστε να μπο-ρώ να πληροφορήσω τους ενδιαφερόμενους σχετικά. Όσα από αυτά τα ψαρέ-ματα έχω εξασκήσει ο ίδιος τα έχω κάνει «με το χέρι».
    Τίποτα όμως από τα παραπάνω δεν θα σου χρησιμεύσει, αν το σκάφος σου δεν είναι εξοπλισμένο και με ένα όσο το δυνατόν πιο σύγχρονο ψηφιακό βυθό-μετρο. Στο κείμενο αυτό δεν πρόκειται να διαφημίσω κάποια συγκεκριμένη ε-ταιρεία, μπορώ όμως να περιγράψω τα χαρακτηριστικά που πρέπει απαραίτητα να έχει το βυθόμετρό σου για να μπορείς να εξασκήσεις αυτό το ψάρεμα.
    Πρέπει να είναι του τύπου combo, δηλαδή με ενσωματωμένο GPS, εκτός εάν διαθέτεις ήδη κάποιο ανεξάρτητο GPS.
    Πρέπει να είναι πολύ καλής ποιότητας ανιχνευτής ψαριών, γιατί μόνο αν μπορείς να εντοπίσεις με αυτόν τον τρόπο τα ψάρια, έχεις κάποιες ελπίδες να τα πιάσεις. Αν δεν έχεις κάτι τέτοιο, θα χρειαστείς τύχη βουνό και ατέλειωτες ώρες ψαξίματος στα τυφλά για να πετύχεις κάποιο ψάρι.
    Με λίγα λόγια, σε σχέση με τα βυθόμετρα και τους ανιχνευτές ψαριών, και για το ψάρεμα αυτό ισχύουν και εδώ όσα έχω ήδη σημειώσει στο προηγούμενο ψάρεμα του πλάνου ή τσαπαρί του βυθού.
    Οι δυνατότητες αυτές των βυθομέτρων δεν γίνονται γνωστές με το που θα πατήσεις το κουμπί ΟΝ, αλλά θα χρειαστείς σοβαρή μελέτη και ώρες δοκιμών για να μάθεις να διαβάζεις και να χειρίζεσαι το όργανο με ευχέρεια και αξιοπι-στία. Σε αυτό θα σε βοηθήσουν πληροφορίες που θα αντλείς από το συνοδευτι-κό έντυπο ή CD οδηγιών του μηχανήματος, από φίλους, από το διαδίκτυο και από την τεχνική υποστήριξη της εταιρείας που στο προμήθευσε.
    Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να συμπεριλάβω πολλά πράγματα από εδώ και κάτω, γιατί με τα σχεδιαγράμματα που έχω ήδη συμπεριλάβει στις καταχωρη-μένες εικόνες, γίνεται εύκολα αντιληπτό το πώς εξασκείται αυτό το ψάρεμα. Για να το δεις στις λεπτομέρειές του θα περιγράψω ένα υποθετικό ψάρεμα της συρτής με μολύβι φύλακα για να ολοκληρώσω και αυτό το εδάφιο.
    Εννοείται ότι δεν θα ξεκινήσεις για τέτοιο ψάρεμα αν ο καιρός δεν είναι κα-τάλληλος, αν δηλαδή οι προγνώσεις δεν δείχνουν σχεδόν εντελώς άπνοια. Το ψάρεμα αυτό ευνοείται αν υπάρχει ένα ελαφρό αεράκι το οποίο πολλές φορές εκμεταλλευόμαστε για την κίνηση της βάρκας, με την απαραίτητη χαμηλή τα-χύτητα.
    Και φυσικά αυτό θα γίνει ημέρα και όχι νύχτα, γιατί οι καταλληλότερες ώρες για το ψάρεμα αυτό είναι ο ερχομός του ήλιου και η αποχώρησή του, δηλαδή το ξημέρωμα και το ηλιοβασίλεμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι και οι υπόλοιπες ώρες δεν είναι κατάλληλες, αλλά ότι απλά αυτές είναι οι ιδανικές.
    Ξεκινώντας από το αραξοβόλι ή την οποιαδήποτε άλλη αφετηρία σου, θα πρέπει ήδη να έχεις αποφασίσει σε πιο σημείο του ορίζοντα θα κατευθυνθείς για να συναντήσεις θηράματα που να ταιριάζουν στο ψάρεμα αυτό.
    Ο τρόπος που θα ανακαλύψεις αυτά τα μέρη είναι ένας και μοναδικός: Η εν-δελεχής μελέτη του τόπου με τη βοήθεια εξελιγμένου βυθομέτρου - GPS του οποίου τη χρήση θα γνωρίζεις πάρα πολύ καλά, σε συνδυασμό με τους κατάλ-ληλους βυθομετρικούς χάρτες. Προσωπική μου άποψη είναι ότι ούτε και αυτά τα όργανα είναι αρκετά, γιατί οι περισσότεροι τόποι που μπορεί να ανακαλύψει κανείς ανά την ελληνική επικράτεια με τη βοήθεια αυτών των βοηθημάτων, μπορεί μεν εκ πρώτης όψεως να δείχνουν κατάλληλοι, στην πραγματικότητα όμως να αποδειχτούν «καμένοι», δηλαδή τόποι οι οποίοι για κάποιο λόγο έχουν καταστεί «ανενεργοί» και «κενοί περιεχομένου», συνήθως λόγω υπεραλίευσης ή χρήσης παράνομων και καταστρεπτικών μεθόδων αλίευσης. Άρα εκτός από τη μορφολογία του τόπου, χρειάζεται και κάποιου είδους «πιστοποίηση» ώστε να είσαι σίγουρος ότι υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες να συναντήσεις ψάρια εκεί και να μην χασομεράς άδικα. Αυτή την πιστοποίηση μπορείς να την κατέχεις μόνο εάν έχεις εξερευνήσει τον τόπο λεπτομερώς ο ίδιος με άλλα ψαρέματα (καθετή, παραγάδι κ.λ.π.) που θα σε έχουν ήδη πληροφορήσει για την ύπαρξη «ζωής» εκεί. Μπορεί βέβαια να βρεις και κάποιον αξιόπιστο πληροφοριοδότη, αλλά αυτό είναι δική σου υπόθεση και εγώ δεν μπορώ να σε βοηθήσω σε αυτό.
    Ξεκινώντας με αυτά κριτήρια προς μια τέτοια κατεύθυνση και έχοντας εξα-σφαλίσει προηγουμένως το απαραίτητο ζωντανό δόλωμα στη δεξαμενή σου, κάνεις στάση στην πρώτη περιοχή ενδιαφέροντος που θα έχεις ήδη προγραμμα-τίσει.
    (Το πώς θα εξασφαλίσεις ζωντανό δόλωμα είναι ένα θέμα για το οποίο μπο-ρείς μεν να πάρεις μερικές χρήσιμες πληροφορίες στα εδάφια που αναφέρονται στη συρτή για καλαμάρια, για σουπιές και για ζαργάνες ή το τσαπαρί για κολιούς και σαυρίδια που ακολουθούν παρακάτω, θα χρειαστείς όμως κατά πάσα πιθανότητα και άλλες πληροφορίες σχετικές με τη σύλληψη διαφόρων άλλων ειδών κατάλληλων ψαριών, που δεν είναι του παρόντος και θα πρέπει να τις αναζητήσεις κάπου αλλού).
    Όταν θα φτάσεις στον τόπο της επιλογής σου θα αρχίσεις να τον ψάχνεις λε-πτομερώς μέχρι στο βυθόμετρό σου να έχεις ενδείξεις για την ύπαρξη κάποιου θηράματος. Όταν συμβεί αυτό, η πρώτη σου ενέργεια θα είναι να «στιγματίσεις» το σημείο ώστε να μπορέσεις να το ξαναβρείς και να ετοιμάσεις το συντομότερο την συρτή σου δολώνοντας ότι ζωντανό διαθέτεις με τον τρόπο που φαίνεται στην σχετική εικόνα από αυτές που σου έχω ήδη παραθέσει. Μόλις θα είσαι έτοιμος, απομακρύνεσαι κάπως από το σημείο που έχεις σημαδέψει και δί-νοντας κατάλληλη κατεύθυνση στη βάρκα σου ώστε να «περάσει πάνω από το σημάδι» ξεκινάς με μικρή ταχύτητα 0,5 περίπου μιλίου ή και λιγότερο να κατευθύνεσαι προς αυτό, ενώ ταυτόχρονα έχεις αρχίσει να αμολάς την αρμα-τωσιά της συρτής σου ομαλά και στρωτά πίσω από τη βάρκα σου. Όταν τε-λειώσει η αρματωσιά ακολουθεί το μολύβι και στη συνέχεια η μάνα μέχρις ότου καταλάβεις ότι το μολύβι «βρήκε πάτο». Όταν συμβεί αυτό «παίρνεις πάνω» ένα περίπου μέτρο ενώ η βάρκα σου συνεχίζει να πορεύεται αργά - αργά και σταθερά προς το σημαδεμένο σημείο, έτσι ώστε σε λίγο να περάσει από πάνω του.
    Όπως η βάρκα συνεχίζει την πορεία της, χρειάζεται κάπου - κάπου, ανάλογα και με τις ενδείξεις του βυθομέτρου, να κατεβάζεις το μολύβι μέχρις ότου να βρίσκει βυθό, ώστε να ελέγχεις ότι βρίσκεσαι κοντά στον πυθμένα και δεν έχεις ξεφύγει. Η κίνηση αυτή όμως πρέπει να γίνεται προσεκτικά για να μην κολλήσει το μολύβι σε κάποια σχισμή βράχων και το χάσουμε. (Όπως φαίνεται και στις εικόνες που έχω παραθέσει η μεσηνέζα που συνδέει το μολύβι με τη μάνα είναι λεπτότερη (35 - 40 Νο) ώστε σε περίπτωση κολλήματος να κοπεί αυτή και όχι η μάνα της συρτής.
    Επίσης ο τρόπος που το παράμαλλο του μολυβιού συνδέεται με τη μάνα είναι τέτοιος ώστε να μπορούν να επιτυγχάνονται και δύο ακόμη λεπτομέρειες:
    Να μπορεί να αποσπάται εύκολα από τη μάνα, πράγμα που είναι απαραίτητο ειδικά σε όσους ψαρεύουν τον φύλακα με καλάμι. (Για να το πετύχουμε αυτό χρησιμοποιούμε παραμάνα ταχείας απελευθέρωσης).
    Να μπορεί το κεντρικό νήμα να κυκλοφορεί ελεύθερα ώστε όταν συλληφθεί κάποιο θήραμα να παίρνει νήμα ελεύθερα χωρίς να σέρνει μαζί του και το μο-λύβι. Για να γίνει αυτό πρέπει η παραμάνα ταχείας απελευθέρωσης που συνδέει το παράμαλλο με τη μάνα να έχει σχήμα κάποιου είδους χαλκά μέσα από τον οποίο να περνά η μάνα, ενώ η αντίστροφη πορεία θα εμποδίζεται από τη στρι-φταροπαραμάνα που βρίσκεται στην αρχή της αρματωσιάς.
    Αν είσαι τυχερός και τα έχεις κάνει όλα σωστά, τότε το ψάρι που είδες και σημάδεψες στο βυθόμετρό σου είναι πολύ πιθανό να σου χτυπήσει. Ανάλογα με το είδος του θηράματος το χτύπημα αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό με διά-φορους τρόπους. (Τίναγμα, απαλό χαρχάλεμα κ.λ.π. Μην ξεχνάς ότι όλα αυτά μπορεί να συμβαίνουν σε σεβαστό βάθος, πράγμα που σημαίνει ότι για να φτά-σει η κάθε δραστηριότητα σαν ένδειξη στο χέρι σου μέσω της μάνας της συρ-τής, είναι κι αυτό ένα θέμα). Σε κάθε περίπτωση, εσύ νοιώθοντας το παραμικρό που θα σου φανεί σαν «τσίμπημα», πρέπει να κάνεις ένα απότομο τράβηγμα για να μπορέσεις να καρφώσεις όσο καλύτερα γίνεται το υποψήφιο θύμα. Αν αυτό είναι λογικού μεγέθους (μέχρι 4-5 κιλά) δεν θα έχεις κανένα πρόβλημα να το βάλεις στη βάρκα σου, τραβώντας το αργά και σταθερά αλλά και χωρίς να το ζορίζεις, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε φορά που αυτό θα «τσαντίζεται» και θα «χτυπιέται», εσύ πρέπει να του αμολάς πίσω καλούμες για να του δίνεις τη δυ-νατότητα να κάνει με «σχετική» όμως άνεση ότι θέλει, ώστε να εξουθενωθεί και να παραδοθεί.
    Το «σχετική άνεση» σημαίνει ότι κάθε φορά που θα αποφασίζεις να του δί-νεις καλούμες, δεν θα το κάνεις τελείως ελεύθερα αλλά με κάποια μικρή αντί-σταση, ώστε να του κάνεις τη ζωή όλο και πιο δύσκολη, μέχρι να κουραστεί και να εγκαταλείψει τον αγώνα. Τότε θα εμφανιστεί ξέπνοο στην επιφάνεια και με το γάντζο σου θα το καρφώσεις από το σκληρό μέρος των χειλιών του για να το ανεβάσεις στη βάρκα.
    Όσο πιο μεγάλο είναι το θήραμα τόσο πιο δύσκολη και χρονοβόρα θα είναι αυτή η διαδικασία, είναι όμως και η αποθέωση του ψαρέματος κι έτσι ο χρόνος θα είναι το μόνο που δεν θα σκέπτεσαι εκείνες τις στιγμές, που μακάρι να σου τύχουν.
    Η δυσκολία δεν εξαρτάται μόνο από το μέγεθος αλλά και από το είδος του θηράματος. Σε γενικές γραμμές, τα μαύρα ψάρια (σφυρίδες, στήρες, βλάχοι, ροφοί κ.λ.π.) δεν παρουσιάζουν καμία σχεδόν δυσκολία στο ανέβασμά τους. Έρχονται σαν «πατσαβούρες» και λίγο πριν φτάσουν στην επιφάνεια πετάγονται σαν μπαλόνια στον αφρό.
    Αντίθετα τα λεγόμενα άσπρα (συναγρίδες, φαγκριά, μαγιάτικα κ.λ.π.) είναι πιο μαχητικά, για μερικά δε από αυτά, όταν είναι και πολύ μεγάλα (πάνω από 10 κιλά) η ανέλκυσή τους είναι πραγματική μάχη. Δεν θα είναι όμως καθόλου εύ-κολο να σου συμβεί κάτι τέτοιο, γιατί τα θηράματα αυτά έχουν γίνει και πολύ δυσεύρετα και ιδιαιτέρως επιφυλακτικά και υποψιασμένα.
    Αν πάντως τύχει να σου συμβεί κάτι τέτοιο, καμία σχεδόν συμβουλή δεν θα είναι τόσο πολύτιμη, όσο το απόσταγμα της πείρας που θα έχεις μέχρι τότε α-ποκομίσει από τα διάφορα ψαρέματα που θα έχεις κάνει. Σε αυτές τις περιπτώ-σεις οι αστάθμητοι παράγοντες που παίζουν ρόλο είναι πάρα πολλοί και να εύ-χεσαι να έχεις την τύχη με το μέρος σου για να έχεις και κάτι να διηγείσαι στα ... γεράματά σου.
    Με τη συρτή με μολύβι φύλακα μπορείς με άνεση να ψαρέψεις και στα με-σόνερα, κανονίζοντας ανάλογα την ταχύτητα της βάρκας σου και το μήκος της καλούμας που θα αφήσεις πίσω σου. Αυτοί οι δυο παράγοντες και το βάρος του μολυβιού που θα χρησιμοποιήσεις κατά περίπτωση, θα καθορίσουν και το βά-θος που θα πηγαίνει το δόλωμά σου. Για να το γνωρίζεις όταν θα επιχειρείς, πρέπει προηγουμένως να έχεις κάνει σχετικές δοκιμές σε μέρη που ο βυθός εί-ναι αμμουδερός για να έχεις τσεκάρει τους κανόνες με τους οποίους κινείται η συρτή σου.
    Αν π.χ. βάλεις ένα μολύβι 200 γραμμαρίων και αμολύσεις 50 μέτρα καλούμα ταξιδεύοντας με ταχύτητα 1 μιλίου, όταν θα πηγαίνεις στην κατεύθυνση μιας αμμουδιάς η οποία όλο και ρηχαίνει, τότε μπορείς να τσεκάρεις το βάθος στο οποίο θα βρεις τον πυθμένα. Αυτό θα σου δείξει σε τι βάθος πηγαίνει η συρτή σου όταν της δώσεις αυτά τα χαρακτηριστικά. Κάνοντας ανάλογες δοκιμές θα αποκτήσεις την πείρα που χρειάζεται για να μπορείς να κρίνεις κατά περίπτωση.
    Φυσικά ποτέ η βάρκα σου δεν πρέπει να υπερβεί την ταχύτητα του 1,5 το πολύ μιλίου, γιατί αν αυτό συμβεί η πλεύση του ζωντανού δολώματος δεν θα είναι κανονική.
    Τα ψάρια που κυκλοφορούν στα μεσόνερα έχουν πολύ ενδιαφέρον γιατί και μεγάλα είναι και μαχητικά και πολύ καλά ποιοτικώς και μπορείς να τα βρεις οπουδήποτε, σχεδόν ανεξάρτητα από την μορφή που θα έχει ο πυθμένας που μπορεί να βρίσκεται πολύ πιο κάτω.
    Τέτοια ψάρια είναι οι λούτσοι, τα λαβράκια, τα μαγιάτικα, τα γοφάρια, οι παλαμίδες κ.λ.π.
    Και βέβαια πάντα να θυμάσαι ότι αφού ψαρεύεις στη θάλασσα «όλα είναι ανά πάσα στιγμή πιθανό να συμβούν».
    Θέμα 6ο: Η συρτή με downrigger
    Αν κανείς έχει μάθει καλά να ψαρεύει στο βυθό με τις τέσσερες προηγούμε-νες τεχνικές που έχω ήδη αναλύσει, δηλαδή την συρτή βυθού, την ζόκα, την συρτή με μολύβι φύλακα και τον πλάνο, δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να δώσει τα πολλά χρήματα που χρειάζονται για εξοπλισμό, ώστε να μπορέσει να ψαρέψει και με την τεχνική που προσφέρει ο μηχανισμός του downrigger. Οι τέσσερες αυτές τεχνικές υπερκαλύπτουν και με το παραπάνω, όλες τις «ανά-γκες» του ερασιτέχνη ψαρά.
    Για να το εξηγήσω ακόμη περισσότερο, να πω ότι αν γνωρίζεις αυτές τις τε-χνικές, μπορείς να πιάσεις όλα τα είδη των ψαριών στα οποία απευθύνεται η τεχνική της συρτής με downrigger και άρα ο μηχανισμός αυτός δεν σου χρειά-ζεται καθόλου.
    Για να κάνω πιο σαφή τα πράγματα θα το θέσω ως εξής:
     Για να ψαρέψουμε με συρτή βυθού χρειαζόμαστε ένα απλό βυθόμετρο και μια συρτή βυθού, όπως την περιέγραψα στο σχετικό εδάφιο.
     Για να ψαρέψουμε με ζόκα χρειαζόμαστε ένα εξελιγμένο βυθόμετρο και μια πετονιά με μια ζόκα στην άκρη της, και ίσως και ένα κατάλληλο κα-λάμι για όσους το προτιμούν.
     Για να ψαρέψουμε με μολύβι φύλακα χρειαζόμαστε ένα εξελιγμένο βυ-θόμετρο και μια κατάλληλη πετονιά με ένα μολύβι μέχρι 500 γραμμαρίων περίπου και ίσως και ένα κατάλληλο καλάμι για όσους το προτιμούν.
     Για να ψαρέψουμε με πλάνο, χρειαζόμαστε περίπου τα ίδια εργαλεία με το ψάρεμα της ζόκας.
     Για να ψαρέψουμε με την τεχνική του downrigger, χρειαζόμαστε και εξε-λιγμένο βυθόμετρο και πετονιά και ένα πολύ βαρύ μολύβι, που το βάρος του ξεπερνάει κατά πολύ το βάρος όλων μαζί των μολυβιών της συρτής βυθού και ένα καλάμι αν το προτιμούμε και ένα πολύ ακριβό μηχάνημα αξίας από 150 ευρώ περίπου αν είναι χειροκίνητο ή μέχρι και 2.000 ευρώ περίπου αν κινείται με ηλεκτρικό μοτέρ, το οποίο μάλλον μπερδεύει τα πάντα μέσα στη βάρκα, παρά διευκολύνει σε κάτι.
    Νομίζω ότι βλέποντας έτσι καταχωρημένα επιγραμματικά τα όσα χρειάζονται για κάθε ένα από τα παραπάνω είδη ψαρέματος, καταλαβαίνει κανείς εύκολα που πρέπει να οδηγηθεί η προτίμησή του.
    Η φιλοσοφία στην οποία βασίζεται η λειτουργία αυτού του μηχανήματος εί-ναι σχεδόν ακριβώς ίδια με την τεχνική της συρτής με το μολύβι φύλακα, μόνο που εδώ γίνεται με εργαλεία κατά τη γνώμη μου όχι μόνο πολύ δαπανηρότερα αλλά και εξαιρετικά χονδροειδή, πάρα πολύ άβολα και κατά πολύ πολυπλοκό-τερα στη χρήση τους. Προφανώς βέβαια για να έχουν κατασκευαστεί και να παράγονται σε τόσο μεγάλη κλίμακα από σοβαρές εταιρείες, ίσως σε άλλες θά-λασσες να έχουν αποδοτικότητα και εφαρμογές που δεν γνωρίζω. Στις δικές μας πάντως δεν βλέπω κανέναν απολύτως λόγο για να τα προτιμήσει κανείς και να μπει στη διαδικασία να ξοδέψει τόσα χρήματα, εκτός αν είναι ... παραλής.
    Έχω έναν γνωστό που μέχρι πριν μερικά χρόνια υπήρξε πολύ επιτυχημένος επαγγελματίας, κερδίζοντας πολύ υψηλά εισοδήματα. Επειδή ήταν και λάτρης του ψαρέματος όλων των ειδών, ένα σεβαστό μέρος αυτών των εισοδημάτων το χρησιμοποίησε για την αγορά ενός πολύ μεγάλου φουσκωτού 9 μέτρων με τις ανάλογες 2 πολύ ισχυρές μηχανές καθώς και μια πλειάδα εργαλείων ψαρέματος, όπως αρκετά παραγάδια, δίχτυα, πετονιές διαφόρων ειδών, φυσικά υπερ-σύχρονα όργανα (βυθόμετρο, GPS κ.λ.π.) και μεταξύ άλλων και ένα από τα α-κριβότερα downrigger της αγοράς.
    Με την έλευση της κρίσης, όλα αυτά εξανεμίστηκαν σε ελάχιστο χρόνο και αρκετά από τα εργαλεία ψαρέματος πουλήθηκαν ή χαρίστηκαν εντελώς ... α-ψάρευτα. Μεταξύ αυτών και το ακριβό downrigger το οποίο χαρίστηκε σε μένα. Τη μία και μοναδική φορά που έκανα προσπάθεια να το χρησιμοποιήσω, περισσότερο από περιέργεια, έμπλεξα τόσο πολύ (για να μην πω τίποτα χειρό-τερο) που ούτε που ξανασκέφτηκα να το ξαναβάλω στη βάρκα μου.
    Όπως ίσως θα έχει ήδη καταλάβει ο αναγνώστης με όσα γράφω σε αυτό το κείμενο δεν έχω σαν μοναδικό στόχο να του μεταδώσω γνώσεις που να τον κα-τατοπίζουν για το πώς πρέπει να λειτουργήσει και τι πρέπει να κάνει μέσα και έξω από τη θάλασσα, εφόσον αποφασίσει να ασχοληθεί με το ψάρεμα, αλλά και τι να αποφεύγει ώστε να μην ξοδεύει άσκοπα χρήματα εδώ κι εκεί. Γιατί από την στιγμή που η διαφήμιση έχει ενσκήψει στη ζωή μας με τόσο ανεξέλεγκτο τρόπο, ειδικά μετά και την γενίκευση της χρήσης του διαδικτύου, οι ... παγίδες που έχουν στηθεί για να ... ψαρέψουν μέσα στις τσέπες μας, είναι πολύ περισσότερες από αυτές που προσπαθούμε να στήσουμε εμείς, μήπως και συλ-λάβουμε κανένα αξιόλογο ψαράκι για να εκτονώσουμε το μεράκι μας.
    Ας επανέλθω όμως στο καθεαυτό θέμα μας.
    Στο σκαρίφημα που παραθέτω στην Εικόνα 35, έχοντας και τη γνώση των προηγούμενων εδαφίων όπου ανέλυσα τις τεχνικές για τη συρτή βυθού, με το μολύβι φύλακα και αυτήν με τον πλάνο, μπορεί κανείς εύκολα και με μια ματιά να αντιληφθεί πώς λειτουργεί η τεχνική με το downrigger.
    Στην ουσία το μηχάνημα αυτό είναι κάποιο είδος βαρούλκου το οποίο μέσω ενός όσο το δυνατόν λεπτότερου συρματόσχοινου κατεβάζει ένα πολύ ογκώδες και βαρύ μολύβι ειδικού σχήματος προς τον βυθό, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να διατηρήσει σε επαφή με αυτόν τα εργαλεία που στη συνέχεια θα προ-σαρτήσουμε επάνω στο συρματόσχοινο. Για να μην χάνει την επαφή του με το βυθό το μολύβι, η ταχύτητα του σκάφους δεν μπορεί να υπερβεί κάποιο όριο, που, απ’ ότι διαβάζω στα βιβλία οδηγιών του μηχανήματος, μπορεί να φτάσει και τα 3,5 μίλια την ώρα. Εγώ πιστεύω ότι αν το σκάφος ταξιδεύει με περισσό-τερο από 1 - 1,5 μίλι την ώρα το συρματόσχοινο ήδη θα δυσκολεύεται αρκετά για να πατώσει. Βέβαια αυτό εξαρτάται και από το βάθος στο σημείο που ψα-ρεύουμε, το οποίο όσο αυξάνει, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διατηρούμε το μολύβι κοντά στον βυθό. Ανεβοκατεβάζοντας αυτό το μολύβι με τη βοήθεια του βαρούλκου προσπαθούμε να αποφύγουμε τις ανωμαλίες του βυθού για να μην κολλήσουμε και ταυτόχρονα να είμαστε σε όσο το δυνατόν πλησιέστερη επαφή με αυτόν. (Κάτι ανάλογο δηλαδή με αυτό που κάνουμε με τη συρτή με μολύβι φύλακα).
    Αν υπολογίσουμε το βάρος του πολύ μεγάλου μολυβιού, τότε μπορούμε εύ-κολα να καταλάβουμε γιατί χρειάζεται τόσο ισχυρό μηχάνημα για να το ανεβο-κατεβάζει, γιατί αν θα προσπαθήσουμε να το κάνουμε με το χέρι αυτό είναι ε-ντελώς αδύνατο.
    Επάνω στο συρματόσχοινο και σε ύψος μιας περίπου οργιάς από το σημείο όπου δένεται το μολύβι προσαρτάται ένα είδος απελευθερωτή, κάτι σαν μαντα-λάκι είναι αυτό το εξάρτημα, στο οποίο πιάνεται χαλαρά το νήμα της συρτής μας στο σημείο που τελειώνει η μάνα και αρχίζει η τελική αρματωσιά της που από τους κατασκευαστές συνιστάται να είναι 10-20 μέτρα. Στο σημείο αυτό μπορείς να διαπιστώσεις ότι η κυρίως συρτή είναι ακριβώς ίδια με αυτήν που χρησιμοποιούμε στο μολύβι φύλακα.
    Αν και οι προμηθευτές του εργαλείου υποστηρίζουν ότι το σύστημα αυτό μπορεί να ψαρέψει χρησιμοποιώντας σαν δόλωμα τεχνητά είδη, εγώ θα υπο-στηρίξω ότι κάποιο τέτοιο εγχείρημα είναι εντελώς μάταιο. Η μόνη δυνατότητα επιτυχίας του όλου συστήματος, κατά τη γνώμη μου, είναι η χρήση ζωντανού δολώματος, το οποίο θα το διαχειριστείς όπως ακριβώς έχω περιγράψει στην τεχνική με το μολύβι φύλακα.
    Όπως φαίνεται από το σχετικό σκαρίφημα που παραθέτω, εφόσον το δόλωμα προσελκύσει κάποιο θήραμα, ώστε αυτό να θελήσει να πάρει το δόλωμά σου στο στόμα του, τότε ο απελευθερωτής θα ελευθερώσει την συρτή και στο χέρι ή το καλάμι σου θα έχεις ένα ελεύθερο νήμα που στην άκρη του θα είναι πιασμένο κάποιο ψάρι το οποίο μπορείς να φέρεις προς την επιφάνεια με τους γνωστούς τρόπους. Καθ’ όλη τη διάρκεια του λεβαρίσματος της συρτής προς την επιφάνεια αδιαφορείς για την ύπαρξη του υπόλοιπου μηχανήματος, εκτός κι αν στη βάρκα σου υπάρχει και βοηθός που φροντίζει να μαζέψει το συρμα-τόσχοινο με το μολύβι για να ελευθερώσει το πεδίο.
    Όπως και πριν σημείωσα, πιστεύω ότι η προσπάθεια του συστήματος να δι-ατηρήσει το δόλωμά σου κοντά στο βυθό, έχοντας ταυτόχρονα και μια σεβαστή ταχύτητα ώστε να μπορούν να ψαρεύουν και τεχνητά δολώματα, ίσως να μπορεί να ευοδωθεί σε ρηχά νερά των 10 - 15 μέτρων το πολύ. Σε βαθύτερα νερά αυτή θα είναι ατελέσφορη αν δεν μειωθεί σημαντικά η ταχύτητα, οπότε υποχρεωτικά θα πρέπει να περάσεις στη χρήση ζωντανών δολωμάτων.
    Σύμφωνα με τους κατασκευαστές με την τεχνική του downrigger μπορείς να ψαρέψεις και στα μεσόνερα στοχεύοντας σε θηράματα που υπάρχουν εκεί. Και πάλι όμως δεν καταλαβαίνω γιατί να χρησιμοποιήσεις τόσο πολύπλοκα συστή-ματα για να κάνεις ακριβώς το ίδιο που μπορείς να κάνεις με πολύ μεγαλύτερη ευχέρεια και έλεγχο με μια απλή παραδοσιακή συρτή με μολύβια, όταν χρησι-μοποιείς τεχνητά δολώματα ή με μολύβι φύλακα όταν χρησιμοποιείς ζωντανά.
    Συμπληρωματικά και για να κλείσω το κεφάλαιο downrigger, παραθέτω και μια φωτογραφία (Εικόνα 36) των διαφόρων εξαρτημάτων που χρησιμοποιεί το σύστημα.
    Θέμα 7ο: Οι συγκρίσεις
    Τώρα που ολοκλήρωσα τα εδάφια για την συρτή βυθού, την ζόκα, τον πλάνο ή τσαπαρί του βυθού, την τεχνική με μολύβι φύλακα και το downrigger θα επι-χειρήσω να καταγράψω τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του καθενός από αυτά τα είδη ψαρέματος, σε μια προσπάθεια «εύκολης» σύγκρισής τους ώστε να διευκολυνθεί ακόμη περισσότερο ο αναγνώστης στις επιλογές του.
    Η συρτή βυθού:
    Πλεονεκτήματα:
     Επειδή ψαρεύεται με σταθερή ταχύτητα 3 μιλίων την ώρα έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί με ικανοποιητική επιτυχία, τεχνητά και νωπά δολώματα.
     Για τον ίδιο λόγο μπορεί να εξερευνήσει μεγάλες περιοχές, σε σχετικά μικρότερο χρόνο από τις άλλες τεχνικές.
     Δεν χρειάζεται σοβαρή προετοιμασία, δεδομένου ότι τα υλικά και δολώ-ματα που χρησιμοποιεί μπορούν να είναι ανά πάσα στιγμή στη διαθέσιμα.
     Κόστος των εργαλείων που χρησιμοποιεί σχεδόν μηδαμινό, αν υπολογί-σεις ότι η δαπάνη για την κατασκευή της καταβάλλεται άπαξ.
     Κόστος συντήρησης των εργαλείων μηδαμινό έως μηδενικό, αν εξαιρέ-σουμε τις απώλειες τεχνητών σε κολλήματα κ.λ.π.
     Μπορεί να ψαρέψει ακόμη και όταν υπάρχει ελάχιστος κυματισμός.
     Για τη συρτή βυθού χρειάζεται απαραίτητα βυθόμετρο το οποίο να έχει απαραίτητα τη δυνατότητα να δείχνει το βάθος και την ταχύτητα του σκάφους. Καταγράφω αυτή την απαίτηση στα πλεονεκτήματα γιατί οι υπόλοιπες δυνατότητες που μπορεί να έχει ένα βυθόμετρο για το ψάρεμα αυτό είναι προαιρετικές και όχι απαραίτητες όπως σε άλλα ψαρέματα.
    Μειονεκτήματα:
     Δυσκολεύεται πολύ να ψαρέψει σε περιοχές με σοβαρές ανωμαλίες στο βυθό και γι’ αυτό προτιμάται για ψαρέματα σε ομαλούς βυθούς.
     Δεν μπορεί να ψαρέψει σε βάθη μεγαλύτερα των 50 μέτρων το πολύ.
     Στην περίπτωση που θελήσουμε να ψαρέψουμε συρτή βυθού χρησιμο-ποιώντας ηλεκτρική ανέμη το κόστος των εργαλείων αυξάνεται σοβαρά.
    Η ζόκα:
    Πλεονεκτήματα:
     Μπορεί να ψαρέψει μέχρι και σε πολύ ανώμαλους βυθούς με άνεση.
     Χρησιμοποιώντας ζωντανά δολώματα, κυρίως σουπιά, είναι ασυναγώνι-στη σε απόδοση.
     Κάτω από προϋποθέσεις μπορεί να ψαρέψει και με νωπό δόλωμα, κυρίως χταπόδι ή μοσκιό.
     Μπορεί να ψαρέψει σε πολύ βαθιά νερά.
     Πολύ χαμηλό έως μηδαμινό κόστος απόκτησης και συντήρησης των ερ-γαλείων.
    Μειονεκτήματα:
     Μεγάλο πρόβλημα για τη ζόκα αποτελεί η εξεύρεση ζωντανού δολώμα-τος, κυρίως σουπιάς που αποδίδει ασυγκρίτως καλύτερα από κάθε τι άλλο με αυτό το εργαλείο.
     Σοβαρό είναι το κόστος που χρειάζεται για την κατασκευή της απαραίτητης υποδομής για την δεξαμενή διατήρησης ζωντανού δολώματος που είναι απολύτως απαραίτητη. Η υποδομή αυτή δεν μπορεί να εγκατασταθεί με την ίδια ευκολία σε όλα τα σκάφη.
     Δεν μπορεί να εξερευνήσει μεγάλες περιοχές, γιατί ο τρόπος ψαρέματος είναι τοπικός. Για το λόγο αυτόν χρειάζεται οπωσδήποτε να συνοδεύεται από πολύ καλής ποιότητας βυθόμετρο - ανιχνευτή ψαριών (fish finder).
     Δεν μπορεί να ψαρέψει όταν υπάρχει έστω και ελάχιστος κυματισμός.
    Ο πλάνος ή τσαπαρί του βυθού (jigging)
    Πλεονεκτήματα:
     Μπορεί να ψαρέψει μέχρι και σε πολύ ανώμαλους βυθούς με άνεση.
     Μπορεί να ψαρέψει και σε πολύ βαθιά νερά.
     Πολύ χαμηλό έως μηδαμινό κόστος απόκτησης και συντήρησης των ερ-γαλείων.
     Μπορεί να ψαρεύει ακόμη και όταν υπάρχει λίγος κυματισμός.
    Μειονεκτήματα:
     Δεν μπορεί να εξερευνήσει μεγάλες περιοχές, γιατί ο τρόπος ψαρέματος είναι τοπικός. Για το λόγο αυτόν χρειάζεται οπωσδήποτε να συνοδεύεται από πολύ καλής ποιότητας βυθόμετρο - ανιχνευτή ψαριών (fish finder).
     Ψαρεύει αποκλειστικά με τεχνητά δολώματα πράγμα που του αφαιρεί την δελεαστική ικανότητα που διαθέτει η ζόκα. Εδώ η κίνηση δίνεται από τον ψαρά και όχι από την ζωντάνια του δολώματος.
    Η συρτή με μολύβι φύλακα
    Πλεονεκτήματα:
     Μπορεί να ψαρέψει μέχρι και σε πολύ ανώμαλους βυθούς με άνεση.
     Χρησιμοποιώντας ζωντανά δολώματα, κυρίως καλαμάρι, είναι ασυναγώ-νιστη σε απόδοση.
     Μπορεί να ψαρέψει σε πολύ βαθιά νερά.
     Πολύ χαμηλό έως μηδαμινό κόστος απόκτησης και συντήρησης των ερ-γαλείων.
     Μπορεί να ψαρεύει ακόμη και όταν υπάρχει λίγος κυματισμός.
    Μειονεκτήματα:
     Μεγάλο πρόβλημα για την συρτή με μολύβι φύλακα αποτελεί η εξεύρεση ζωντανού δολώματος, κυρίως καλαμαριού, που αποδίδει ασυγκρίτως κα-λύτερα από κάθε τι άλλο με αυτό το εργαλείο.
     Σοβαρό είναι το κόστος που χρειάζεται για την κατασκευή της απαραίτητης υποδομής για την δεξαμενή διατήρησης ζωντανού δολώματος που είναι απολύτως απαραίτητη. Η υποδομή αυτή δεν μπορεί να εγκατασταθεί με την ίδια ευκολία σε όλα τα σκάφη.
     Δεν μπορεί να εξερευνήσει μεγάλες περιοχές, γιατί ο τρόπος ψαρέματος είναι τοπικός. Για το λόγο αυτόν χρειάζεται οπωσδήποτε να συνοδεύεται από πολύ καλής ποιότητας βυθόμετρο - ανιχνευτή ψαριών (fish finder).
    Η συρτή με downrigger
    Πλεονεκτήματα:
     Εάν όπως ισχυρίζονται οι προμηθευτές αυτού του εργαλείου μπορεί να ψαρεύει με ταχύτητα 3 μιλίων την ώρα, τότε έχει τη δυνατότητα να χρη-σιμοποιεί με ικανοποιητική επιτυχία, τεχνητά και νωπά δολώματα.
     Για τον ίδιο λόγο μπορεί να εξερευνήσει μεγάλες περιοχές, σε σχετικά μικρότερο χρόνο από άλλες τεχνικές.
     Δεν χρειάζεται σοβαρή προετοιμασία, δεδομένου ότι τα υλικά και δολώ-ματα που χρησιμοποιεί μπορούν να είναι ανά πάσα στιγμή στη διαθέσιμα. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση που θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυ-τήν την τεχνική για ψάρεμα με ζωντανά δολώματα, οπότε η προετοιμασία θα πρέπει να είναι αρκετά σοβαρή.
     Μπορεί να ψαρέψει ακόμη και όταν υπάρχει ελάχιστος κυματισμός.
    Μειονεκτήματα:
     Εξαιρετικά υψηλό κόστος απόκτησης των εργαλείων.
     Αρκετά σοβαρό κόστος συντήρησης των εργαλείων (απώλειες του μεγά-λου μολυβιού, βλάβες ηλεκτρικών μηχανισμών κ.λ.π.).
     Εξαιρετικά πολύπλοκο σύστημα με αντίστοιχα μεγάλη δυσκολία στην όλη διαδικασία εφαρμογής του.
     Απαίτηση για σοβαρή υποδομή εγκατάστασης στο σκάφος.
     Δυσκολία εφαρμογής σε πολύ βαθιά νερά.
     Και σε αυτό το είδος ψαρέματος χρειάζεται υψηλής ποιότητας βυθόμετρο, γιατί σύμφωνα με τους κατασκευαστές του μπορεί να κάνει ψαρέματα ανάλογα με αυτά με τον μολύβι φύλακα.
    Ελπίζω με τις συγκρίσεις που παρέθεσα ο αναγνώστης να καθοδηγηθεί ικα-νοποιητικά ώστε να αντεπεξέλθει με επιτυχία στις όποιες αναζητήσεις του.
    Θέμα 8ο: Η συρτή με καταβυθιστή
    Δεν μπορώ να αποφασίσω αν αυτό το είδος συρτής πρέπει να το κατατάξω στην κατηγορία «συρτή αφρού» ή «συρτή βυθού». Ο λόγος είναι ότι σύμφωνα με τους κατασκευαστές τους, αλλά και από τη δική μου μικρή εμπειρία, τα ερ-γαλεία αυτά, θεωρητικά τουλάχιστον, μπορούν να ψαρέψουν σε όλα τα βάθη, (μέχρι κάποιο μέγιστο), γιατί οι καταβυθιστές, όπως δηλώνεται και από το όνο-μά τους, είναι εργαλεία που χρησιμεύουν για να βυθίζουν τη συρτή μας σε διά-φορα βάθη. Αν και υπάρχουν πολλά είδη καταβυθιστών, για αυτά που έχω εγώ υπόψη μου, ισχύουν τα εξής:
    Σε γενικές γραμμές ο τρόπος που βυθίζουν την συρτή αυτά τα εργαλεία είναι η αντίσταση στο νερό που παρουσιάζει το σχήμα τους, όπως τα σέρνουμε πίσω από τη βάρκα, η οποία τα οδηγεί προς το βυθό, όπως περίπου ο αητός, που βέ-βαια κάνει το ακριβώς αντίθετο, όταν σηκώνεται εκμεταλλευόμενος την αντί-σταση του αέρα ή οι πόρτες της τράτας, που οδηγούνται προς τα πλάγια για να κρατούν ανοιχτή τη σακούλα της.
    Το επιθυμητό βάθος κανονίζεται με ρυθμίσεις που γίνονται στο εργαλείο αυτό, με διάφορους τρόπους που περιγράφονται στο συνοδευτικό έντυπο οδη-γιών που διαθέτει συνήθως, αλλά και με την εμπειρία που αποκτά με την πάρο-δο του χρόνου και με πολλές δοκιμές ο χρήστης τους. Συνήθως ρυθμίζεται από τη θέση στην οποία προσαρτάται επάνω του η μάνα που τον σέρνει καθώς και το μήκος της που αμολάμε πίσω από τη βάρκα. Εκτός από αυτά ρόλο παίζει και η ταχύτητα της βάρκας η οποία εξαρτάται και από το είδος των ψαριών στα οποία στοχεύουμε.
    Όσο για το δόλωμα που συνιστάται, αυτό είναι πάντα κάποιο είδος τεχνητού, το οποίο σέρνεται πίσω από τον καταβυθιστή με κάποιο παράμαλλο μήκους 10-20 μέτρων, όπως και στο ψάρεμα με μολύβι φύλακα ή το downrigger.
    Αυτό που εντόπισα εγώ ως το κυριότερο πρόβλημα αυτών των εργαλείων, είναι το υπερβολικό βάρος που δίνουν στην συρτή, λόγω ακριβώς αυτής της απαραίτητης για το βύθισμά τους αντίστασης.
    Υπάρχουν πολλά τέτοια εργαλεία στην αγορά των ειδών αλιείας, τα οποία εισάγονται φυσικά από το εξωτερικό, όπου όπως φαίνεται, για να κατασκευά-ζονται μάλλον θα χρησιμοποιούνται κιόλας. Στην Ελλάδα όμως δεν έχω δει πο-τέ μου κάποιον να ψαρεύει με κάτι τέτοιο. Να σημειωθεί ότι το κόστος τους στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο.
    Πριν πολλά χρόνια όταν πρωτοεμφανίστηκαν αυτά τα εργαλεία, πείσθηκα (ή μάλλον παρασύρθηκα) από τον μαγαζάτορα που ψώνιζα και αγόρασα και εγώ έναν καταβυθιστή, δεν κατάφερα όμως τίποτα από όσα μου υποσχέθηκε, παρ’ όλες τις δοκιμές που επεχείρησα και τον άφησα σε μια άκρη, χάνοντας απλώς ένα σημαντικό ποσό. (Για την ακρίβεια όχι εγώ αλλά ο πατέρας μου). Θα έλεγα ότι το μόνο ευεργετικό αποτέλεσμα που είχε αυτό μου το πάθημα, ήταν ότι α-ποφάσισα να μην ξαναπατήσω στο συγκεκριμένο κατάστημα.
    Για να κάνω ένα ευχάριστο διάλειμμα στην ... ανάγνωση, θα περιγράψω πα-ρακάτω μερικές από τις λεπτομέρειες αυτής μου της εμπειρίας, γιατί ίσως κά-ποιος ενδιαφερόμενος τις βρει χρήσιμες ή έστω διασκεδαστικές.
    Την εποχή που συνέβη το περιστατικό που θα περιγράψω, (μέσα της 10ετίας του 1960), εγώ ψάρευα σχεδόν αποκλειστικά σφυρίδες με συρτή βυθού στο Ναύ-πλιο, την πατρίδα μου, και από το συγκεκριμένο κατάστημα, αγόραζα τα απαραί-τητα που ήταν κυρίως μεσηνέζες, τεχνητά δολώματα, στριφτάρια και σαλαγγιές, γιατί μόνο αυτά ήταν όλα κι όλα τα αναλώσιμα αυτού του ψαρέματος. Το κύριο μέρος της συρτής μας το φτιάχναμε μια φορά και συνήθως το είχαμε για πολλά χρόνια, γιατί δεν πάθαινε τίποτα.
    Το κατάστημα αυτό ήταν στην πλατεία Κοτζιά, όπου και το Δημαρχείο της Α-θήνας, και ήταν το αξιολογότερο της πόλης τότε. Επειδή έχει κλείσει εδώ και πά-ρα πολλά χρόνια, μπορώ να αναφέρω και τη φίρμα, γιατί μπορεί σε μερικούς πα-λιούς να θυμίσει ... περασμένα μεγαλεία. Ήταν το κατάστημα των Αφών Ηλιάδη. Εμείς το επισκεπτόμαστε απαραίτητα κάθε φορά που ανεβαίναμε στην Αθήνα για ψώνια και δουλειές, (2-3 φορές το χρόνο), γιατί εκεί βρίσκαμε ότι καινούργιο κυκλοφορούσε στην αγορά. Και φυσικά ο ιδιοκτήτης και οι υπάλληλοι του κατα-στήματος, μας γνώριζαν με τα μικρά μας ονόματα και όχι μόνο αυτό, αλλά ήξεραν και ο καθένας από τους πελάτες τους, τι ψάρεμα έκανε και τι τον ενδιέφερε και ψώνιζε συνήθως.
    Σε μια από αυτές τις συνηθισμένες μας επισκέψεις, την ώρα που ο πατέρας μου είχε πάει κάπου αλλού για να κάνει τις δικές του δουλειές, άφησε εμένα εκεί για να κάνω τα ... ψαρευτικά μας ψώνια, αφού ήμουνα πια ήδη σε ηλικία που ενέπνεα ικανή ... ψαρευτική εμπιστοσύνη. (Ναι, καλά!).
    Εκεί λοιπόν, ο κ. Ηλιάδης, που ήξερε ότι ψαρεύουμε με συρτή βυθού, άρχισε να με ... λιβανίζει για να με πείσει ότι ήταν πια καιρός να παρατήσω τα μολύβια των 150 γραμμαρίων και να χρησιμοποιήσω το σύγχρονο εργαλείο της συρτής του ... μέλλοντος, δηλαδή τον καταβυθιστή, που μόλις είχε παραλάβει. Δείχνοντάς μου το εργαλείο, μου εξήγησε τον τρόπο που αυτό βυθίζεται και ότι όταν συναντήσει τον βυθό και σκοντάψει επάνω του, αυτό θα πηδήξει κάνοντας κάποιο είδος σάλτου προς τα επάνω και μετά θα ξαναβουτήξει και ούτω καθ’ εξής. Δηλαδή ότι το εργαλείο αυτό θα έκανε μια κίνηση περίπου σαν κι αυτή που κάνει ένα τόπι όταν το πετάξουμε προς κάποια κατεύθυνση, χτυπώντας το ταυτόχρονα στο έδα-φος, κάποιου είδους γκελ δηλαδή, ενώ το τεχνητό που θα ακολουθούσε πιο πίσω, σε μια απόσταση 10 περίπου μέτρων, θα ανεβοκατέβαινε μεν και αυτό, αλλά με μια πιο ομαλή κίνηση, χωρίς να κινδυνεύει να κολλήσει στο βυθό.
    Εκ πρώτης όψεως το πράγμα φαινόταν ιδιαίτερα ελκυστικό γιατί ο κ. Ηλιάδης μας υποσχότανε ότι με αυτό το εργαλείο θα μπορούσαμε να ψαρέψουμε και σε βυθούς με περισσότερες ανωμαλίες χωρίς πρόβλημα (βυθόμετρα τότε δεν υπήρ-χαν ούτε στα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας, γιατί όπως ήδη είπα, βρι-σκόμαστε στα μέσα της 10ετίας 1960 - 1970).
    Όταν ήρθε και ο πατέρας μου, κάναμε ένα μικρό ... ψαρευτικό συμβούλιο τρώγοντας τον καθιερωμένο πατσά στο διπλανό μαγαζί και επιστρέφοντας στον κ. Ηλιάδη «ακουμπήσαμε» τις 150 δραχμές (τόσο νομίζω ότι κόστιζε και ήταν σο-βαρό για την εποχή ποσό) για να αγοράσουμε τον καταβυθιστή, ελπίζοντας ότι όταν θα γυρίζαμε στο Ναύπλιο θα ... σκίζαμε όλους τους ανταγωνιστές, γιατί πρέπει να σημειώσω ότι το Ναύπλιο εκτός από πατρίδα μου, ήταν και παραμένει πατρίδα και της ψαρευτικής ... καζούρας. Ευτυχώς που δεν ανακοινώσαμε τίποτα σχετικό, πριν κάνουμε πρώτα τις απαραίτητες δοκιμές.
    Όταν έβαλα το εργαλείο στη θάλασσα, σε ένα βάθος περίπου 10 μέτρων (αν θυμάμαι καλά) χρειάστηκε να αφήσω καμιά 50αριά μέτρα για να φτάσει στον βυθό και να κρατάω τη μάνα της συρτής και με τα δυο μου χέρια από το ζόρι της αντίστασης του νερού. Όταν αυτό έφτασε στο βυθό αισθάνθηκα ένα δυνατό τρά-βηγμα και μετά το μεγάλο βάρος που ήδη υπήρχε έγινε διπλάσιο και παρέμεινε έτσι. Όταν αποφάσισα να το σηκώσω για να δω τι έχει γίνει, καμιά δεκαριά μέτρα πίσω από τη βάρκα ξενέρισε μια τεράστια μπάλα με φύκια. Το σκηνικό αυτό επαναλήφθηκε όλες τις φορές που προσπάθησα να χρησιμοποιήσω το εργαλείο αυτό.
    Εννοείται ότι καμιά σχετική αναφορά δεν έγινε στις συζητήσεις με τους ... α-νταγωνιστές και με την πρώτη επίσκεψη στην Αθήνα ο πατέρας μου έριξε και έναν γερό καυγά με τον κ. Ηλιάδη. Το κακό ήταν ότι το κατάστημα αυτό ήταν το καλύτερο στην Αθήνα κι έτσι αναγκαστήκαμε να αλλάξουμε συνήθειες και να πη-γαίνουμε για ψαρικά ψώνια στον Πειραιά, πράγμα που μας βγήκε σε καλό, γιατί βρήκαμε και μεγαλύτερη ποικιλία και καλύτερες τιμές. Το μόνο κακό ήταν ότι ο καινούργιος μας προμηθευτής στον Πειραιά δεν ήταν δίπλα σε ... πατσατζίδικο!
    Άλλον έναν καταβυθιστή διαφορετικού τύπου από αυτόν που περιγράφω πιο πάνω, έχω αυτή τη στιγμή στη βάρκα μου. Μου τον χάρισε κάποιος φίλος που ψάρευε με αυτόν όταν ζούσε στο εξωτερικό, (στην Καραϊβική παρακαλώ!). Μια φορά τον δοκίμασα, δεν μου άρεσε και από τότε απλώς τον κουβαλάω μαζί μου γιατί λυπάμαι να τον πετάξω. Αυτόν τον καταβυθιστή, ο φίλος που μου τον χάρισε τον έλεγε «ανάποδο κουταλάκι».
    Ένα από τα πολλά είδη καταβυθιστών και σχηματική απεικόνιση του τρόπου λειτουργίας του μπορείς να δεις στην Εικόνα 37 που παραθέτω.
    Θέμα 9ο: Η κολπάδα ή πραγκαρόλα
    Αν και πρόσφατα το χταπόδι αναδείχθηκε ως ένα από τα πιο έξυπνα πλά-σματα της θάλασσας, αφού το παρακολουθήσαμε να έχει μέχρι και μαντικές ικανότητες, μέσω των οποίων κατάφερνε να προβλέπει ακόμη και μελλοντικά αποτελέσματα ποδοσφαιρικών αγώνων(!), στο ψάρεμά του φέρεται ως εντελώς ... χαζό, ίσως από τα πιο χαζά πλάσματα της θάλασσας.
    Η κολπάδα ή πραγκαρόλα, με την οποία ψαρεύεται αποκλειστικά και μόνο αυτό το κεφαλόποδο, είναι ένα ψάρεμα τόσο απλό (απλοϊκό θα έλεγα καλύτερα) που δεν χρειάζεται μεγάλος κόπος για να στο ... διδάξω, αφού αυτό μπορεί να γίνει άνετα ακόμη και μέσω ενός μικρού σημειώματος.
    Η κολπάδα αποτελείται από ένα νήμα (έστω και απλό σπάγκο οποιασδήποτε ποιότητας) 40 - 50 μέτρων, (ανάλογα και με το βάθος στο οποίο πρόκειται να ψαρέψεις), στην άκρη του οποίου κατασκευάζουμε και προσαρτούμε μια αρμα-τωσιά από μεσηνέζα Νο 50-60 mm ή νήμα λευκό όπως αυτή που φαίνεται στην Εικόνα 38. Στις θηλιές που φαίνονται στην εικόνα «περνάμε» ψάρια, κατά προ-τίμηση άσπρα, (σπάρους, σαυρίδια, γόπες, κεφάλους κ.λ.π.), βάζοντας τη θηλιά μέσα στο στόμα και περνώντας την από την ουρά ώστε να διπλώσει στο κεφάλι του ψαριού, και για βαρίδι κρεμάμε στην θηλιά της αρχής ένα κομμάτι αλυσίδας βάρους μέχρι μισού κιλού. Αυτήν την πετονιά την σέρνουμε στον βυθό της θά-λασσας με πολύ μικρή ταχύτητα, περίπου 0,5 μιλίου.
    Αυτό το πετυχαίνουμε με διάφορους τρόπους, ανάλογα και με το είδος του σκάφους που διαθέτουμε. Όσοι έχουν βάρκες που διαθέτουν κουπιά, το κάνουν λάμνοντας που και που με αυτά, σαν να κάνουν έναν αργό ρομαντικό περίπατο στη θάλασσα. Όταν φυσάει κάποιο ελαφρό αεράκι είναι οι ιδανικές συνθήκες, γιατί δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα, αφού η βάρκα ταξιδεύει έτσι ακριβώς όπως χρειάζεται από μόνη της. Εσύ απλά κουνάς λίγο το χέρι σου μπρος πίσω για να κουνιούνται και τα ψάρια που αποτελούν το δόλωμα και να γυαλίζουν, προκαλώντας έτσι ακόμη και το απομακρυσμένο χταπόδι για να τα δει και να τους επιτεθεί.
    Αυτό συμβαίνει συχνότερα τους κρύους μήνες του χειμώνα και αραιότερα όσο ο καιρός ζεσταίνει. Τότε, από τα μέσα του φθινοπώρου μέχρι τις αρχές της άνοιξης, τα χταπόδια σαλτάρουν όλο και περισσότερο όσο ο καιρός κρυώνει και αρπάζουν την κολπάδα, σφίγγοντας στην «αγκαλιά» τους το δόλωμα μη τυχόν και ... το χάσουν. Εσύ το καταλαβαίνεις αμέσως αυτό από τη διαφορά του βά-ρους της κολπάδας, οπότε αφού την αφήσεις για λίγο ώστε να την πιάσει για τα καλά το θύμα, αρχίζεις να την σηκώνεις αργά - αργά και σταθερά, φέρνοντας το χταπόδι κοντά στη βάρκα. Λίγο πριν ξενερίσει (αυτό δεν πρέπει να γίνει, γιατί τότε το χταπόδι μπορεί να «αμολήσει» την κολπάδα) το συλλαμβάνεις με την απόχη σου. Αν παρ’ ελπίδα συμβεί κάποιο ... ατύχημα και την κρίσιμη στιγμή το χταπόδι αποφασίσει για κάποιο λόγο να αφήσει την κολπάδα, μην ανησυχήσεις καθόλου. Αν την ξαναρίξεις στο νερό, αυτό σύντομα θα επαναλάβει το ίδιο σκηνικό, προσπαθώντας ντε και καλά να ... αυτοκτονήσει.
    Η μόνη περίπτωση που το χταπόδι δεν θα επανέλθει, είναι εάν φεύγοντας καταφέρει να αποσπάσει κάποιο από τα δολώματα της κολπάδας. Αυτός είναι και ο λόγος που πρέπει να δένουμε τα δολώματα όσο μπορούμε πιο καλά για να μην μπορεί να τα αποσπάσει. Σε αυτή την περίπτωση θα κάτσει στο θαλάμι του μέχρι να το καταβροχθίσει, πράγμα για το οποίο θα χρειαστεί πολύς χρόνος. Αυτό το χταπόδι θα μπορέσεις να το πιάσεις 1-2 μέρες μετά, αν βέβαια κατα-φέρεις να το ξανασυναντήσεις.
    Το μόνο κακό αυτού του ψαρέματος είναι ο κακός χαμός που γίνεται στη βάρκα, όταν αυτός ο άριστος ουζομεζές ανεβεί επάνω της, ο οποίος είναι τόσο χειρότερος όσο μεγαλύτερο είναι το ... θύμα. Το χταπόδι δεν ... μαζεύεται με τίποτα. Προσπαθεί να σκαρφαλώσει παντού, ακόμη και πάνω σου, αμολάει με-λάνια και σάλια λερώνοντας τα πάντα κι αν είναι αρκετά μεγάλο μπορεί και να σε τυλίξει και να σου αφήσει μερικά μελανά σημάδια στο δέρμα σου, σαν κι αυτά που αφήνουν τα ... ρουφηχτά φιλιά! Μην ανησυχείς όμως μήπως ... ζηλέ-ψει ο σύντροφός που ενδεχομένως σε περιμένει στο σπίτι, γιατί αυτά θα εξαφα-νιστούν λίγο αργότερα.
    Ένας καλός τρόπος για να το ... συνετίσεις, είναι να του καρφώσεις μια μα-χαιριά ανάμεσα στα μάτια και να το βάλεις για λίγο μέσα σε κάποιο δοχείο που να διαθέτει σκέπασμα. Καλό γι’ αυτή τη δουλειά είναι και το ψυγείο με τις πα-γοκύστες. Λίγο μετά θα έχει ησυχάσει, γιατί θα έχει μετακομίσει οριστικά στον παράδεισο των χταποδιών και ... αιωνία του η μνήμη, αν και ο πατέρας μου έ-λεγε ότι το χταπόδι πεθαίνει μόνο άμα του ρίξεις ... κρασί, δηλαδή αν το μαγει-ρέψεις κρασάτο και το συνοδεύσεις με μπόλικο κρασί στο τραπέζι.
    Συμπληρώνοντας αυτό το γρήγορο μάθημα, να σου σημειώσω και μερικά ακόμη ενδιαφέροντα.
     Μπορεί να ακούσεις ότι ο λόγος που χρησιμοποιούμε αλυσίδα αντί για κάποιου είδους βαρίδι, είναι ότι η αλυσίδα κροταλίζει κάνοντας κάποιου είδους ήχο που προσελκύει το χταπόδι. Τίποτε τέτοιο δεν συμβαίνει. Α-πλά η αλυσίδα προτιμάται σαν βαρίδι γιατί είναι πολύ ευέλικτη και δεν κολλάει εύκολα πουθενά, αυτός είναι ο λόγος. Αν δεν έχεις αλυσίδα και βάλεις κάτι άλλο ανάλογο, το αποτέλεσμα θα είναι ακριβώς το ίδιο.
     Αντί για ψάρια μπορείς να βάλεις για δόλωμα κομμάτια (λωρίδες) από χοιρινό λίπος, πόδια από κοτόπουλα και ότι άλλο άσπρο σου κατέβει. Κατά πάσα πιθανότητα το χταπόδι δεν θα πει όχι σε κανένα από αυτά τα δολώματα. Και εγώ και πολλοί άλλοι έχουμε πιάσει χταπόδια με ότι ά-σπρο μπορείς να φανταστείς, ακόμη και με μια άσπρη πέτρα. Σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει λόγος να ξοδευτείς διαθέτοντας χρήματα για να αγοράσεις κάποια έτοιμη κολπάδα που να παριστάνει καβούρι ή οτιδήποτε άλλο. Απλά θα πετάξεις τα λεφτά σου.
     Μην επιχειρήσεις να βάλεις αγκίστρια ή σαλαγγιές σε οποιοδήποτε σημείο της κολπάδας γιατί αφ’ ενός δεν χρειάζονται καθόλου, αφ’ ετέρου, έτσι όπως αυτή σέρνεται στο βυθό, το πιθανότερο είναι να σου κολλήσει κάπου και να κινδυνέψεις να τη χάσεις. Είτε με αγκίστρια, είτε χωρίς, το χταπόδι θα έρθει με τον ίδιο τρόπο στην απόχη σου, αν πεινάει και κατα-φέρεις να το συναντήσεις.
     Η κολπάδα ψαρεύεται πιο εύκολα σε σχετικά ρηχά νερά, μέχρι 10-15 μέ-τρα, χωρίς όμως να αποκλείονται και τα βαθύτερα. Σε κάθε περιοχή τα χταπόδια, αν και βρίσκονται σχεδόν παντού, σε συγκεκριμένους τόπους είναι πυκνότερα. Τους τόπους αυτούς μπορείς εύκολα να τους βρεις πα-ρακολουθώντας τους ντόπιους χταποδάδες, που ειδικά το χειμώνα, οπότε είναι η φούρια των χταποδιών, υπάρχουν παντού όπου συχνάζουν τα χτα-πόδια. Ίσως γιατί το κεφαλόποδο αυτό είναι ο καλύτερος μεζές για το ού-ζο. Πολλοί από αυτούς βγάζουν και εύκολο μεροκάματο με αυτή τη δου-λειά.
    Θέμα 10ο: Η συρτή για θράψαλα και καλαμάρια
    Επειδή στις ελληνικές θάλασσες κυκλοφορούν δυο είδη καλαμαριών αντί-στοιχα και το ψάρεμα αυτών είναι δυο διαφορετικές τεχνικές, μία για κάθε εί-δος, οι εξής:
    Η συρτή για θράψαλα
    Τα θράψαλα είναι ένα είδος καλαμαριών με μικρές μορφολογικές διαφορές από το κυρίως καλαμάρι. Μερικοί υποστηρίζουν ότι είναι και κατώτερης ποιό-τητας αλλά εγώ δεν θα συμφωνήσω σε αυτό, γιατί πιστεύω ότι η γευστικότητα ενός θαλασσινού εξαρτάται και από τον τρόπο μαγειρέματος αλλά και την προ-σωπική προτίμηση του καθενός.
    Το ψάρεμα αυτού του κεφαλόποδου είναι σχετικά απλό και πολύ αποδοτικό αν υπάρχουν θράψαλα. Συνήθως είναι ή του ύψους ή του βάθους, δηλαδή ή πολλά ή τίποτα.
    Γίνεται τις νύχτες, κατά προτίμηση χωρίς φεγγάρι, γιατί για να προσελκύσεις τα θράψαλα πρέπει να χρησιμοποιήσεις φως είτε με τις κλασικές λάμπες λουξ είτε με κάποια λάμπα της νέας τεχνολογίας led, που είναι και οικονομικότερες σε κατανάλωση, το οποίο φαίνεται τόσο καλύτερα όσο πιο σκοτεινή είναι η νύχτα. Ή μάλλον, για να είμαι περισσότερο ακριβής, αυτό που θα προσελκύσεις με το φως δεν είναι τα θράψαλα αλλά ο γόνος και τα μικρόψαρα που αποτελούν την τροφή τους. Προσελκύοντας επομένως αυτά, συγκεντρώνεις κοντά στη βάρκα σου και τα θράψαλα.
    Αν ή νύχτα είναι μπουνάτσα δεν χρειάζεται να ρίξεις άγκυρα αλλά ψαρεύεις αρόδου, αφού η μετακίνηση της βάρκας είναι ελάχιστη και δεν προκαλεί κανε-νός είδους πρόβλημα. Επιπλέον επειδή τα θράψαλα συνήθως ψαρεύονται σε πολύ βαθιά νερά (μέχρι και 100 και παραπάνω μέτρα) η χρήση άγκυρας είναι δύσκολη.
    Για το ψάρεμά τους χρησιμοποιείς τις ειδικές καλαμαριέρες (θραψαλιέρες) και το λεγόμενο «καφτερό» το οποίο δολώνεται με κάποιο αφρόψαρο, σαυρίδι, γόπα κ.λ.π.
    Για νήμα της μάνας είναι κατάλληλο το dacron σε διάμετρο 1 χιλιοστού, ενώ σαν αρματωσιά θα χρησιμοποιήσεις μια μεσηνέζα Νο 60 τουλάχιστον, γιατί τα θράψαλα είναι αρκετά μεγάλα και στο ψάρεμά τους εμφανίζουν σημαντική α-ντίσταση. Στην αρματωσιά μπορείς να συμπεριλάβεις έναν συνδυασμό από θραψαλιέρες και καφτερό και αν το βάθος είναι αρκετό μπορείς στο τέλος της αρματωσιάς να προσθέσεις και ένα ανάλογο μολύβι ώστε η βύθιση της πετονιάς σου να είναι σύντομη. (Βλέπε Εικόνα 39).
    Το ψάρεμα γίνεται ακριβώς όπως το τσαπαρί. Δηλαδή ανεβοκατεβάζεις την πετονιά σου στρωτά και αναμένεις τη στιγμή που κάποιο θράψαλο θα αρπάξει μια θραψαλιέρα, οπότε το κατέβασμα της πετονιάς σου σταματάει απότομα, σαν να την άρπαξε κάποιο αόρατο χέρι. Αντίθετα όταν αυτό συμβεί τη στιγμή που σηκώνεις, τότε απότομα αισθάνεσαι ένα σεβαστό βάρος. Και στις δυο πε-ριπτώσεις αρχίζεις να σηκώνεις αργά και σταθερά μέχρι που να ανεβάσεις το θράψαλο στη βάρκα και να ... φας στη μούρη, αν δεν προσέξεις, τη δέσμη νερού που θα εκτοξεύσει.
    Κάποια εποχή βρέθηκα για 15 μέρες στο χωριό Γλώσσα της Σκοπέλου όπου ο άνθρωπος που με φιλοξενούσε ήταν μανιώδης με τα θράψαλα και κάθε μέρα με πήγαινε για ψάρεμα σε ένα μέρος όπου πιάναμε πάρα πολλά. Το μέρος αυτό το γνώριζαν ασφαλώς όλοι οι ντόπιοι και κάθε βράδυ γινόταν εκεί χαμός από βάρκες αλλά και φώκιες που τριγυρνούσαν όλη νύχτα ανάμεσά τους.
    Κάποια ξενοδοχεία είχαν αναγάγει το ψάρεμα αυτό σε ατραξιόν και κουβα-λούσαν τους τουρίστες εκεί με μισθωμένα καΐκια για τους το επιδείξουν. Οπότε ανάμεσα στις πολλές βάρκες, έβλεπες και 2-3 καΐκια κάθε φορά, με 20-30 άτομα επιβάτες οι οποίοι ψάρευαν μαζικά θράψαλα.
    Κάθε φορά που κάποιος ανέβαζε ένα θράψαλο και αυτό πέταγε το νερό πάνω στον κόσμο γινόταν μεγάλος «χαβαλές» από τις φωνές και τα χειροκροτήματα.
    Επειδή τα θράψαλα είναι κανίβαλοι πολλές φορές την ώρα που ανεβάζεις κάποιο μπορεί να αισθανθείς το βάρος του να πολλαπλασιάζεται. Σε αυτή την περίπτωση ή θα έρθουν δυο θράψαλα αντί για ένα πιασμένα στην ίδια θραψα-λιέρα ή δεν θα έρθει κανένα, γιατί λόγω του υπερβολικού βάρους το πρώτο θα κοπεί και θα ξαγκιστρωθεί.
    Μία καινοτομία που κάνουν πολλοί για να προσελκύσουν ακόμη περισσότε-ρο τα θράψαλα, είναι να προσθέσουν ένα σιάλουμ φωσφόρου στο καφτερό δέ-νοντάς το με κάποιο ελαστικό νήμα πάνω στη βελόνα, αν και στο εμπόριο κυ-κλοφορούν και θραψαλιέρες με έτοιμο σιάλουμ. (Βλέπε Εικόνα 39). Επίσης δεν θα πρέπει να ξεχνάς κάθε τόσο να εκθέτεις τις φωσφορούχες θραψαλιέρες στο φως για να ενισχύεται ο φωσφορισμός τους.
    Η συρτή για καλαμάρια
    Η συρτή για καλαμάρια είναι τελείως διαφορετική από τη συρτή για θράψαλα σε όλα. Ας αρχίσω από την αρματωσιά.
    Αυτή είναι σαν την αρματωσιά του τσαπαρί, με τη διαφορά ότι έχει πολύ λι-γότερα παράμαλλα, δηλαδή 2 ή 3 το πολύ. (Βλέπε Εικόνα 40). Καλό είναι τα παράμαλλα να προσαρτώνται στην μάνα με τις ειδικές χάντρες ή τα στριφτάρια σχήματος Τ που τα κρατάνε σε θέση κάθετη ως προς το κεντρικό νήμα. Για να μπορείς να αλλάζεις με ευχέρεια καλαμαριέρες, καλό είναι στην άκρη του πα-ράμαλλου να δέσεις στριφταροπαραμάνα. Επίσης μπροστά από κάθε καλαμα-ριέρα μπορείς να περάσεις και μια πράσινη φωσφορούχα χάντρα την οποία να φωτίζεις κάθε τόσο για να φωσφορίζει και να προσελκύει τα καλαμάρια.
    Το μολύβι που βάζεις στο τέλος της αρματωσιάς είναι 50-60 γραμμαρίων.
    Η μάνα μπορεί να είναι κάποιο λεπτό νήμα dacron που δουλεύεται πιο εύκο-λα, μια και αυτό έτσι κι αλλιώς απέχει πολύ από τα δολώματα και η εμφάνισή του δεν ενοχλεί τα θηράματα.
    Την πετονιά αυτή τη σέρνεις στο βυθό των περιοχών που ξέρεις ότι κρατάνε καλαμάρια, κάνοντας μικρά τινάγματα για να τα προσελκύσεις. Το καλύτερο, όπως και στο τσαπαρί, είναι να φυσάει κάποιο απαλό αεράκι το οποίο να μετα-κινεί αργά - αργά τη βάρκα σου ώστε να μην χρειάζεται να χρησιμοποιείς ούτε κουπιά ούτε μηχανή.
    Αφού φτάσεις στον τόπο που κρατάει καλαμάρια σβήνεις την μηχανή και αφήνεις την βάρκα να παρασέρνεται από τα θαλάσσια ρεύματα και τον αέρα. Αν ο αέρας φυσάει από τη στεριά προς τα βαθιά, ξεκινάς από τα ρηχά και πηγαίνεις προς τα βαθιά, ενώ εάν φυσάει από τα βαθιά προς τη στεριά, κάνεις το α-ντίστροφο.
    Αφήνεις την πετονιά σου να πατώσει και μετά αρχίζεις να την σηκώνεις με γρήγορες χεριές και διαδοχικά σταματήματα, μέχρι να φτάσεις στην επιφάνεια. Τότε αρχίζεις την αντίστροφη πορεία κατεβάζοντας την πετονιά σου προς τον βυθό κάνοντας συχνές στάσεις και τινάγματα.
    Όταν κάποιο καλαμάρι συλληφθεί θα το αντιληφθείς από το βάρος και τότε το φέρνεις στη βάρκα όπως και τα θράψαλα στο προηγούμενο θέμα.
    Δεν μπορώ να δώσω καμιά συμβουλή σχετικά με το είδος της καλαμαριέρας που θα χρησιμοποιήσεις γιατί υπάρχει τεράστια ποικιλία και ανανεώνεται συ-νεχώς.
    Επίσης δεν μπορώ να δώσω καμία πληροφορία σχετικά με τους τόπους που συχνάζουν τα καλαμάρια γιατί κάθε περιοχή έχει τα δικά της στέκια. Αυτό μόνο από τους ντόπιους μπορείς να το πληροφορηθείς.
    Οι καλύτερες ώρες για το ψάρεμα των καλαμαριών είναι το απόγευμα μέχρι και αργά τη νύχτα.
    Μια ακόμη πρακτική που μπορείς να χρησιμοποιήσεις είναι η ίδια με αυτήν που περιέγραψα στο προηγούμενο ψάρεμα του θράψαλου, όπου μπορείς να σταθεροποιήσεις τη βάρκα σου σε κάποιο σημείο και να μαλαγρώσεις σκορπί-ζοντας λιωμένες σαρδέλες ανακατεμένες με άμμο ώστε να συγκεντρώσεις τα καλαμάρια και να τα κρατήσεις κάτω από τη βάρκα για περισσότερο χρόνο.
    Η χρήση του βυθομέτρου μπορεί να σε βοηθήσει να ανακαλύψεις με μεγα-λύτερη ευχέρεια το κοπάδι των καλαμαριών.
    Θέμα 11ο: Η συρτή για σουπιές
    Το ψάρεμα της σουπιάς είναι κάτι μεταξύ της συρτής για καλαμάρια και της κολπάδας για χταπόδια.
    Η συρτή που πρέπει να φτιάξεις θα είναι σαν αυτή για τα καλαμάρια του προηγούμενου θέματος με μόνη τη διαφορά ότι τα παράμαλλα θα τα δέσεις σε μεγαλύτερες αποστάσεις.
    Για καλαμαριέρες θα χρησιμοποιήσεις τύπου γουρουνάκι διαφόρων χρωμά-των. Μπορείς να βάλεις μέχρι και 4-5 σε αποστάσεις ανά 40-50 εκατοστά με παράμαλλα 10-15 εκατοστών.
    Το ψάρεμα της σουπιάς γίνεται ή τις πρώτες πρωινές ώρες ή 1-2 ώρες πριν νυχτώσει ή τις νύχτες με φεγγάρι.
    Η συρτή σέρνεται πίσω από τη βάρκα αργά με τη βοήθεια ελαφρού αέρα, ενώ την κουνάς ελαφρά πάνω - κάτω μέχρι να νιώσεις το βάρος της πιασμένης σουπιάς την οποία την ανεβάζεις στη βάρκα όπως το χταπόδι στην κολπάδα, προσέχοντας να μην κάνεις τη βάρκα χάλια με τα μελάνια που θα γεμίσουν τον τόπο.
    Είναι σκόπιμο να ελέγχεις τακτικά τις καλαμαριέρες για τυχόν σκουπίδια που να έχουν μαζευτεί επάνω τους από το σύρσιμο στο βυθό, γιατί εάν συμβαίνει αυτό τότε δεν ψαρεύουν και χάνεις τον καιρό σου.
    Όπως και για τα καλαμάρια δεν έχω να συστήσω τίποτα σε σχέση με τις κα-λαμαριέρες που θα χρησιμοποιήσεις γιατί κυκλοφορεί τεράστια ποικιλία, ούτε και σχετικά με τους τόπους όπου θα βρεις τις σουπιές σε κάθε περιοχή. Συνήθως βρίσκονται κοντά στις ακτές και σε βάθος από 20 έως 1 μέτρο νερό.
    Θέμα 12ο: Το τσαπαρί
    Το τσαπαρί είναι εργαλείο του οποίου το ξεκίνημα χάνεται στα βάθη της ι-στορίας του ψαρέματος. Ο τόπος της καταγωγής του είναι τα στενά του Βο-σπόρου, όπου συντρέχουν δύο ταυτόχρονα συνθήκες που πρέπει να αντιμετω-πίσει ο ψαράς στην προσπάθειά του να πιάσει ψάρια. Το συνεχές πέρασμα των πυκνών κοπαδιών των μεταναστευτικών αφρόψαρων, που είναι και τα κυριότε-ρα θηράματα του τσαπαρί, και τα ισχυρά ρεύματα με τα οποία τρέχει το νερό πότε προς τη μια και πότε προς την άλλη κατεύθυνση. Το γεγονός της καταγω-γής του από τον συγκεκριμένο τόπο προδίδεται και από το όνομά του, γιατί στα τούρκικα η λέξη «τσαπάρ» που σημαίνει «ταχυδρόμος», προέρχεται από τη λέξη «τσαπμάκ» που σημαίνει «επιδρομέας», έννοια που αποδίδει πολύ πετυχημένα τις ιδιότητες αυτού του εργαλείου, του οποίου η «επιδρομή» μπορεί να ανεβάσει στη βάρκα σου απίστευτες ποσότητες ψαριών, σχεδόν χωρίς καθόλου έξοδα και πολλή φασαρία.
    Αυτά μεταξύ άλλων αναφέρει στο θαυμάσιο βιβλίο του «Τα ψάρια - Η τέ-χνη στο ψάρεμα» ο Θ. Μαρσέλλος.
    Το τσαπαρί το μόνο που χρειάζεται για να δουλέψει και να αποδώσει είναι η κάθετη κίνηση, που πρέπει να του δώσουμε εμείς ανεβοκατεβάζοντάς το προς τον πυθμένα με τη βοήθεια της βαριάς μολυβήθρας και η οριζόντια, την οποία είτε τη βρίσκει από τα ισχυρά ρεύματα, όπου και όταν αυτά υπάρχουν, ή του την εξασφαλίζουμε εμείς κινώντας τη βάρκα μας με αργή κίνηση στα κουπιά ή με τη βοήθεια λίγου αέρα. Ούτε δολώματα χρειάζεται, ούτε καν κάτι το τεχνητό και ακριβό, αλλά μερικά ταπεινά πούπουλα τα οποία οι παλιότεροι τα εξασφάλιζαν μαδώντας κάποιον γλάρο, (καλός είναι και ο κόκορας), ενώ οι σημερινοί ψα-ράδες τα αγοράζουν πια έτοιμα, δεμένα όπως πρέπει μαζί με τα αγκίστρια και ολόκληρη την αρματωσιά σε πολύ χαμηλή τιμή.
    Η ανάγκες που έπρεπε να αντιμετωπιστούν και κατέληξαν στην εφεύρεση του τσαπαρί ήταν οι εξής:
     Η ύπαρξη των ισχυρών ρευμάτων των Στενών του Βοσπόρου που δεν άφηναν τις καθετές να πατώσουν παρά μόνο την λίγη ώρα της ηρεμίας όταν το ρεύμα άλλαζε.
     Η συνεχής αλλαγή του βάθους στο οποίο προτιμούσαν κάθε φορά να κυ-κλοφορούν τα διάφορα μεταναστευτικά, στα οποία κυρίως στοχεύει το τσαπαρί (κολιοί, κοκάλια, γόπες, σαυρίδια, φρίσες κ.λ.π.).
    Έπρεπε δηλαδή ο ψαράς να κατασκευάσει ένα εργαλείο που να ψαρεύει με κίνηση προς όλες τις κατευθύνσεις, δηλαδή και οριζοντίως και καθέτως, ώστε να είναι κυριολεκτικά «πανταχού παρόν».
    Η οριζόντια κίνηση, εκτός που προσδίδει στο τσαπαρί τις ιδιότητες της συρ-τής, δηλαδή το συνεχές ψάξιμο σε όλο το μήκος και πλάτος για την ανακάλυψη των θηραμάτων, εξυπηρετεί και κάτι ακόμη. Δεν αφήνει τα παράμαλλα με το αγκίστρι και τα πούπουλα να «κολλήσουν» και να «στρίψουν» πάνω στη μάνα και να χάσουν έτσι την κίνηση που τους εξασφαλίζει την δελεαστική τους ικα-νότητα.
    Στην Εικόνα 41 φαίνεται πώς δουλεύει το παράμαλλο της αρματωσιάς του, όταν το τσαπαρί κινείται όπως πρέπει. Όπως θα παρατηρήσεις πρόκειται για μια απλή αρματωσιά καθετής, με μόνη τη διαφορά ότι τα αγκίστρια δεν είναι «γυμνά» αλλά βρίσκονται από κοινού μαζί με το πούπουλο, που αποτελεί το δόλωμα, δεμένα πάνω στην άκρη του παράμαλλου. Τα αγκίστρια που βάζουμε στην αρματωσιά είναι συνήθως 8-10. Αν θέλουμε για κάποιο λόγο λιγότερα ή περισσότερα, κόβουμε ανάλογα την έτοιμη αρματωσιά, που συνήθως έχει 10, ή ενώνουμε δύο αρματωσιές σε συνέχεια.
    Σε απόσταση μιας οργιάς περίπου από το τελευταίο αγκίστρι, δένουμε ένα στριφτάρι ή μια στριφταροπαραμάνα με την οποία προσαρτούμε την αρματωσιά στη μάνα που πρέπει να είναι ή μια μεσηνέζα Νο 60-70 ή κάποιο λεπτό νήμα, γιατί αυτή δεν κάνει τίποτα άλλο παρά μόνο να μεταφέρει το τσαπαρί. Το στριφτάρι εκτός που ξεθυμαίνει την πετονιά, μας βοηθάει και στο να καταλα-βαίνουμε πότε η αρματωσιά πλησιάζει την επιφάνεια, όταν φέρνουμε το τσαπαρί προς τα επάνω, ώστε να μην κινδυνεύουμε, όπως το μαζεύουμε με φούρια, να πιάσουμε τα αγκίστρια και αντί για κολιούς να αγκιστρώσουμε κανένα από τα δάχτυλά μας.
    Τα παράμαλλα καλό είναι να δένονται στην μάνα με τις ειδικές χάντρες που κρατάνε το παράμαλλο σε θέση κάθετη προς τη μάνα. Για το τσαπαρί τα εξαρ-τήματα αυτά είναι πάρα πολύ κατάλληλα.
    Η αρματωσιά του τσαπαρί δεν είναι καθόλου εύκολο να κατασκευαστεί γιατί εκτός που έχει πολλά και αρκετά δύσκολα δεσίματα, μία επί πλέον δυσκολία είναι να βρεις κανείς το κατάλληλο υλικό για να βάλει στη θέση του φτερού, για το οποίο οι παλιοί χρησιμοποιούσαν το φτερό του γλάρου που δεν διαβρέχεται εύκολα και γι’ αυτό έχει καλή αντοχή. Οι σημερινοί ψαράδες όμως είναι πολύ τυχεροί γιατί στο εμπόριο κυκλοφορούν πάρα πολλές και πολύ καλής ποιότητας αρματωσιές για τσαπαρί σε τόσο πολύ καλές τιμές που δεν αξίζει κανείς να το ψάχνει περισσότερο.
    Οι παλιοί ψαράδες που και που γυάλιζαν το μολύβι του τσαπαρί ώστε με τη λάμψη του να προσελκύει τη ματιά των ψαριών. Για να δεις πώς γυαλίζουμε ένα μολύβι, διάβασε το εδάφιο που αναφέρεται στο ψάρεμα με τη ζόκα.
    Την κίνηση πάνω - κάτω την εξασφαλίζουμε όταν αμολάμε το βαρύ μολύβι ελεύθερο στο νερό, οπότε αυτό κατευθυνόμενο με μεγάλη ταχύτητα προς το βυθό, συναντάει το κοπάδι που επιτίθεται στην αρματωσιά μαζικά. Η καλύτερη στιγμή του τσαπαρί είναι αυτή που βλέπουμε ξαφνικά τη μάνα να σταματάει σαν να την έπιασε κάποιο αόρατο χέρι στα μεσόνερα και όταν αρχίσουμε να την λεβάρουμε προς τη βάρκα, νιώθουμε τα άτακτα τραβήγματα των ψαριών που άλλο πάει δεξιά, άλλο αριστερά, άλλο πάνω κι άλλο κάτω. Κι αν μάλιστα τύχει αυτά να είναι τίποτα μισόκιλοι κολιοί, το πράγμα γίνεται εξαιρετικά συ-ναρπαστικό.
    Το σύρσιμο προς τα επάνω γίνεται στρωτά και όσο το δυνατόν πιο γρήγορα ώστε τα πούπουλα που παριστάνουν μικρά ψαράκια να μην χάνουν την ζωηρή κίνηση που είναι ουσιαστικά η ... μεταμφίεσή τους.
    Τα περισσότερο συνηθισμένα θηράματα για το τσαπαρί είναι ο κολιός, το σκουμπρί, το κοκκάλι, το σαυρίδι, η φρίσσα, τα τονόπουλα, η παλαμίδα (σε μικρά μεγέθη), η γόπα (σπανίως), η δράκαινα και ο σκαρμός (όταν καμιά φορά όταν το τσαπαρί φτάνει στο βυθό).
    Πολλές φορές στο τσαπαρί μπορεί να πιαστούν και ψάρια που δεν αναφέρο-νται στον παραπάνω κατάλογο. Αυτά είναι οι ... έκτακτες περιπτώσεις. Μια τέ-τοια συνέβη πολύ παλιότερα στο Πόρτο Χέλι, όπου ένας γνωστός έβγαλε έναν βλάχο 4,5 κιλών.
    Το 1975 στα Στήρα Ευβοίας, με μια παρέα 6 ερασιτεχνών ψαράδων, που μπήκαμε στη θάλασσα ανά δύο σε τρεις βάρκες και ψαρέψαμε σε μια τοποθε-σία που οι ντόπιοι την λένε «Τηγάνι», πιάσαμε 183 κιλά κολιούς πρώτου μεγέ-θους, από μισό κιλό και πάνω ο καθένας τους. Ήταν η μεγαλύτερη ψαρευτική σοδειά που έχω δει να γίνεται από ερασιτέχνες ψαράδες στη ζωή μου. Δυστυ-χώς εκείνα τα χρόνια δεν είχαμε οργανωμένους τρόπους για να διατηρήσουμε τα ψάρια κι έτσι αφού φάγαμε όσα μπορούσαμε ψητά σε λαμαρίνες με λαδορίγανη στο φούρνο, τα υπόλοιπα τα χαρίσαμε σε έναν φίλο επαγγελματία ψαρά που τα πούλησε. Το σύνολο της παρέας μας ήταν 13 άτομα κι έτσι ήταν αρκετά αυτά που καταναλώθηκαν στις δυο μέρες που μείναμε εκεί.
    Η εκδρομή αυτή μου έχει μείνει αξέχαστη, αλλά δυστυχώς όσες φορές προ-σπάθησα να την επαναλάβω, διαπίστωσα ότι οι σημερινές αποδόσεις του τσα-παρί δεν έχουν καμία σχέση με εκείνες. Από τότε μέχρι σήμερα έχω οργώσει κάμποσες θάλασσες ανεβοκατεβάζοντας το τσαπαρί μου με μηδαμινά αποτελέ-σματα. Γι’ αυτό στη βάρκα μου έχω πια μία μόνο αμεταχείριστη αρματωσιά για τσαπαρί, η οποία ούτε που θυμάμαι από πότε περιμένει να πέσει στη θάλασσα.
    Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις!
    Θέμα 13o (και τελευταίο): Η οικονομία στη θάλασσα
    Σε κάποιο σημείο του προλόγου μου σημειώνω το εξής:
    «Μετά από τόσα χρόνια ενασχόλησης με τη θάλασσα και το ψάρεμα, έμαθα και κάτι πολύ σπουδαίο. Έμαθα να χρησιμοποιώ περισσότερο το μυαλό και λιγότερο την όποια οικονομική μου δυνατότητα και θεωρώ αυτή τη γνώση πολύτιμη για να έχει κανείς επιτυχίες, όχι μόνο στο ψάρεμα, αλλά και στην υπόλοιπη ζωή. Στις εσωτερικές σελίδες του κειμένου μου θα προσπαθήσω να το εξηγήσω αυτό ανα-λυτικότερα».
    Τώρα που το κείμενο «Η Τέχνη της Συρτής» έφτασε στο τέλος, είναι η κα-τάλληλη στιγμή να εξηγήσω τι εννοώ με αυτή τη φράση.
    Γυρίζοντας το χρόνο πίσω καμιά 50ριά χρόνια και ξετυλίγοντας το κουβάρι ξεκινώντας από εκεί, θα παρατηρήσει κανείς μια συνεχώς αυξανόμενη στροφή των νεοελλήνων προς τη θάλασσα.
    Δυστυχώς και αυτή η ιδιαιτέρως θετική και παρήγορη εκδήλωση της κοινω-νίας, δεν άργησε να επηρεαστεί από την γενικευμένη καταναλωτική μανία της τελευταίας 25ετίας περίπου. Η θάλασσα γέμισε πανάκριβα σκάφη με τερατώ-δεις επιδόσεις. Η χλιδή, η πολυτέλεια και τα ποσά που δαπανήθηκαν για να α-ποκτηθούν σκάφη γοήτρου με πρόσχημα την θαλάσσια αναψυχή, έφτασαν σε απίθανα ύψη. Η θάλασσα από τόπος αναψυχής, μετατράπηκε σε πεδίο ανταγω-νισμού και αυτό ήταν μια πολύ άσχημη εξέλιξη και για την ίδια και για όλους όσοι ασχολούμαστε με αυτήν.
    Οι ερασιτέχνες ψαράδες δεν έμειναν αμέτοχοι σε αυτό το … πανηγύρι. Για πολλούς τα ψάρια που στράφηκαν πλέον να κυνηγούν έπαψαν να είναι «το με-ζεδάκι για πιει ένα κρασάκι η παρέα» και έγιναν «ψάρια τρόπαια» για να επι-δεικνύονται στο διαδίκτυο και να δίνουν κίνηση στον τροχό ενός απίστευτου εμπορικού κύκλου που στήθηκε αριστοτεχνικά με επίκεντρο τη θάλασσα και τις δραστηριότητες που μπορεί κανείς να αναπτύξει εκεί. Και όπως ήταν φυσικό, πάρα πολλοί βούτηξαν με τα μούτρα σε αυτόν τον κύκλο, ξοδεύοντας απίστευτα ποσά και ρίχνοντας νερό στο μύλο του.
    Γνώρισα άνθρωπο Αθηναίο που πήγαινε για ψάρεμα του Σαββατοκύριακου με το 9μετρο φουσκωτό του δια θαλάσσης στη … Μυτιλήνη! Ταχτικότατα και όχι μια φορά το χρόνο!
    Όσοι εξακολουθούσαν να ψαρεύουν και να βολτάρουν στη θάλασσα με τα-πεινές 4μετρες και 5μετρες βαρκούλες, ξύλινες ή πλαστικές, δεν είναι λίγες οι φορές που αγανάκτησαν από τα … απόνερα των θηρίων που γαζώναν τις θά-λασσες με απίθανες ταχύτητες.
    Παρά το ότι όμως το πράγμα δεν άργησε να … μπουκώσει και ήταν φανερό ότι η κατάσταση οδηγούσε σε αδιέξοδο, τίποτα δεν φαινόταν ικανό να ανακόψει αυτή την τρελή πορεία.
    Και κάποια στιγμή, 4-5 χρόνια πριν, μας προκύπτει η ζόρικη οικονομική συ-γκυρία, που από τότε μέχρι και σήμερα βιώνουμε όλοι.
    Και ως δια μαγείας όλα σχεδόν αυτά τα απίθανα σκάφη … εξαφανίζονται. Βίαια και «εν μια νυκτί», όλοι οι πρώην επίδοξοι θαλασσοπόροι μαζεύονται στα σπίτια τους, εκτός από μερικούς, που για λίγο επιχειρούν να γίνουν … (κρυφο)επαγγελματίες ψαράδες, εμπορευόμενοι οι ίδιοι τα πρώην ψάρια τρό-παια, τα οποία αντί πλέον να τα επιδεικνύουν, φροντίζουν να τα … κρύβουν σε κρυφά ταμπούκια που δημιουργούν στα σκάφη τους, για να μην τους ανακαλύ-πτει το λιμεναρχείο! Ως πότε όμως; Για λίγο φυσικά! Για ελάχιστο!
    Όλοι; Όχι όλοι. Υπάρχουν και μερικοί που συνεχίζουν να ψαρεύουν. Δεν εί-ναι όμως από αυτούς με τα ακριβά γυαλιστερά σκάφη. Είναι από τους άλλους. Από αυτούς με τις μικρές ταπεινές 4μετρες και 5μετρες βαρκούλες. Αυτοί που με τα απλά και φτηνά εργαλεία τους εξακολουθούν να κάνουν το κέφι τους και … βγάζουν τη γλώσσα σε όλους αυτούς τους πρώην μεγαλόσχημους, που κά-θονται πλέον με έναν φραπέ στις παραλίες και τους παρατηρούν να πηγαινοέρ-χονται με μια συρτή ή μια κολπάδα στο χέρι 200 - 300 μέτρα από τις στεριές.
    Είναι οι ερασιτέχνες που έχοντας ανεβάσει το ψάρεμα σε υψηλή τέχνη και ... φιλολογία, δεν έχουν ανάγκη ούτε πανάκριβα σκάφη, ούτε πολυδάπανες συλ-λογές εργαλείων για να βγάλουν το μεζέ τους και (το κυριότερο) να κάνουν την απαραίτητη για τη ζωή τους επαφή με τη θάλασσα. Είναι οι τεχνίτες. Οι μαστό-ροι. Οι δάσκαλοι. Αυτοί που … μιλάνε με τη θάλασσα. Που της πιάνουνε ψιλή κουβέντα και ανταλλάσσουν γνώσεις μαζί της. Κάθε τόσο αυτοί κάνουν και μια καινούργια πρόταση στη θάλασσα. Ένα καινούριο δόλωμα, μια καινοτομία, έναν τρόπο κι αυτή τους απαντάει, άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά. Καμιά φορά τους κοροϊδεύει ή και τους αγριεύει ακόμη. Κι έτσι αυτοί μαθαίνουν συ-νέχεια και γίνονται κάθε φορά καλύτεροι και σοφότεροι.
    Θα τους καταλάβεις αμέσως γιατί είναι συνήθως μόνοι τους στη βάρκα και στη θάλασσα περνάνε εντελώς απαρατήρητοι.
    Αλλά και από κάτι ακόμη: Όσο κι αν ψάξεις στη βάρκα τους δεν θα βρεις κανένα … μαγικό εργαλείο. Πετονιές, παραγάδια, συρτές, όλα χειροποίητα και με φθηνά συνήθως υλικά.
    Θα τους συναντήσεις στις παραλίες να παραγουλίζουν χταπόδια ή να καθα-ρίζουν ψάρια σε κάποια άκρη, στα καφενεία να συζητάνε με τους επαγγελματίες ψαράδες, στα καρνάγια να «παλαμίζουν» τις βάρκες τους και σε κανένα κιόσκι το καλοκαίρι να νετάρουν παραγάδια πίνοντας ουζάκια.
    Αν θελήσεις λοιπόν αγαπητέ υποψήφιε ψαρά να μάθεις για τη θάλασσα, ξε-κίνα από αυτούς. Προσπάθησε να τους πλησιάσεις και να τους γνωρίσεις. Όταν κερδίσεις την εμπιστοσύνη τους, όλα τα υπόλοιπα θα γίνουν μόνα τους.
    Μη με ρωτάς όμως πώς γίνεται αυτό, γιατί αν και είμαι από αυτούς που το έκαναν, δεν θα μπορέσω να σου το εξηγήσω...
    Σαν Επίλογος
    Έχω κλείσει τα 66 και βαδίζω στα 67 τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές. Όλα αυτά τα χρόνια, εκτός από τα πρώτα 5-6 του ... νηπιαγωγείου, ψάρευα μα-νιωδώς, όπως και όπου μπορούσα.
    Το πρώτο μου ψάρι το έπιασα σε ηλικία 4(!) μόλις χρονών. Ή μάλλον, για να μην λέω ... ψέματα, ο πατέρας μου το έπιασε και μου έδωσε να τραβήξω την πε-τονιά για να το βγάλω έξω. Ήταν μια μικρή γλώσσα. Την είχε πιάσει με πεταχτάρι σε μια από τις αμμουδιές τις πατρίδας μου. Μάλλον τότε ήταν που μου κόλλησε το ... μικρόβιο.
    Τώρα το μέρος αυτό δεν έχει πια ψάρια. Έχει όμως τουρίστες. Πολλούς τουρί-στες και καθόλου γλώσσες και μουρμούρες. Το Τολό, ένα από τα ξακουστά θέρε-τρα της Αργολίδας, πασίγνωστο σήμερα για τη νυχτερινή του ζωή, σε μας ήταν και τότε πασίγνωστο αλλά για μια άλλου είδους νυχτερινή ζωή. Για το ψάρεμα της μουρμούρας.
    Όπως είναι φυσικό, από τότε μέχρι σήμερα «κύλισε πολύ νερό στο αυλάκι». Έμαθα πολλά, σκέφτηκα πολλά και τώρα πια ούτε ο πολύς χρόνος που διαθέτω σαν συνταξιούχος μου φτάνει για να τα ... εξασκώ στη θάλασσα, τη μεγάλη μου αγάπη και παντοτινή.
    Αυτός είναι ο κυριότερος λόγος που αποφάσισα να τα ... καταθέσω γραπτώς. Γιατί όταν κάνεις κάτι που έχει να κάνει με τη θάλασσα, όπως το κάνεις και όπου το κάνεις, είναι κι αυτό ψάρεμα.
    Ψάρεμα δεν είναι μόνο η στιγμή που βρίσκεσαι στη βάρκα σου ή στην παραλία με το καλάμι ή το πεταχτάρι και περιμένεις να τσιμπήσει το ψάρι.
    Ψάρεμα είναι και όταν κάθεσαι στη βεράντα του σπιτιού σου και νετάρεις τα παραγάδια σου ή ελέγχεις και μοντάρεις τις καθετές και τις συρτές σου.
    Ψάρεμα είναι και όταν απλά ψωνίζεις εργαλεία, υλικά και δολώματα.
    Ψάρεμα είναι και όταν συζητάς με τους φίλους σου για τις εμπειρίες σου και τα περιστατικά που συνάντησες, είτε στη διαδρομή σου, είτε στην τελευταία εξόρμησή σου.
    Ψάρεμα είναι όλα αυτά μαζί και το καθένα μόνο του και όχι μόνο η στιγμή που ανεβάζεις το ψάρι στη βάρκα. Αυτή είναι απλά η κορυφαία, η ανεπανάληπτη στιγμή, της όλης διαδικασίας.
    Έτσι κι εγώ, γράφω αυτές τις γραμμές, γιατί με τον τρόπο αυτό ... συνεχίζω να ψαρεύω!

    Επικοινωνία

      Τηλέφωνο : 210 3001234

      Τηλέφωνο : 211 8008686

      Κινητό      : 693 6572728

      info@psarema.gr

     

    No Internet Connection