Ερώτηση Η απόδραση

16/02/2007 19:02 #1 από aero
Η απόδραση was created by aero
             Το διασκεύασα και το αφιερώνω                  
                                                 

                                             Σε όλους τους καλούς ψαράδες
Ήταν καπετάνιος σε όλη την άχαρη ζωή του. Ένα μικρό ψαροκάϊκο είχε, τίποτα άλλο. Ταξίδευε μόνος. Έριχνε τα δίχτυα του στ' ανοιχτά. Συνήθως, έπιανε παπούτσια και λάστιχα -πού και πού κανένα κονσερβοκούτι.

Ακόμη και  ψάρια από τα οποία η θάλασσα δεν είχε αδειάσει βέβαια παρά τις «φιλότιμες» προσπάθειες των συναδέλφων του..
Όμως, αυτό ήξερε να κάνει και αυτό έκανε.

Κάθε πρωί, ξεκινούσε από το μικρό λιμάνι του Βόλου με όρεξη -ή δίχως αυτήν. Πάντως ξεκινούσε. Γερασμένος, όλο ρυτίδες, κλασσική καπετανόφατσα, με μια παλιά μπλε τραγιάσκα 'σήμα κατατεθέν', έπιανε τα δίχτυα και τα τακτοποιούσε.

Κάπνιζε και κανένα τσιγάρο, να ξορκίσει τα φαρμάκια που κουβαλούσε από παλιά: χαμένες παρέες, χαμένοι φίλοι, χαμένες αγάπες. Μόνος τώρα και για πολλά χρόνια, μοιραζότανε την ατέλειωτη πίκρα και τη μοναξιά του με τη θάλασσα. Να γιατί δεν τον ένοιαζε που ποτέ δεν έπιανε τίποτε. Εκείνος έβγαινε στα ανοιχτά από αγάπη για τη θάλασσα -και τη ζωή που τόσο σκληρά του είχε φερθεί. Τη μισούσε τη ζωή. Την αγαπούσε. Τη μισούσε. Την αγαπούσε. Δεν μπορούσε να αποφασίσει... Κι ας ήταν ήδη 86!

Το καΐκι, ένα μπλε-κίτρινο σκαρί, δεμένο γερά στο λιμανάκι υπέφερε κάθε μέρα από τα ατέλειωτα πήγαινε-έλα των κυμάτων. Υπέμενε όμως τη μοίρα του, όπως κάθε μικρό ή μεγάλο καράβι οφείλει να κάνει. Είχε ταιριάξει απόλυτα με το αφεντικό του. Και οι δύο, καταταλαιπωρημένοι, νωθροί, σκυθρωποί, παρατημένοι.

Σήμερα ο καπετάνιος θα έβγαινε άλλη μια φορά στα ανοιχτά -για μια τελευταία βόλτα. Έφτασε νωρίς όπως πάντα, ήταν δεν ήταν 7 η ώρα και πριν ν' αρχίσει να λύνει τους κάβους, μπήκε μέσα στο καΐκι και έπιασε να το αδειάσει από καθετί το περιττό: σκοινιά, άγκυρες, δίχτυα, εργαλεία, κουβάδες, κάτι σκουπίδια. Ένα-ένα τα έβγαλε όλα έξω και τα ακούμπησε ακριβώς δίπλα στον βραχίονα της προβλήτας. Έπειτα, με ένα τσιγάρο στο στόμα και μπόλικα ακόμη στο πακέτο και ένα μικρό τρανζίστορ στην τσέπη, μπήκε μέσα και έβαλε μπροστά τη γέρικη μηχανή.

Το κουρασμένο μικρό σαπιοκάϊκο, ξεκίνησε απρόθυμα. Πήγαινε αργά. Θα έλεγε κανείς πως κολυμπώντας θα έφτανε ταχύτερα στον προορισμό του. Όμως, σήμερα δεν υπήρχε προορισμός.

Σε ένα τέταρτο, βρισκόταν πια αρκετά μακριά ώστε να μη διακρίνεται καθαρά η φιγούρα ούτε του καπετάνιου ούτε του σκάφους. Και λίγο μετά και για πρώτη φορά, χάθηκε στον ορίζοντα...







Διορθώθηκε ο τίτλος

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

Συντονιστές: Δημήτρηs ΚουζούπηsΠαπακωστας Δημητρης (tselikas)Γιαννης (STAY_ALIVE)Φώτης Σαρρηγεωργίου
Χρόνος δημιουργίας σελίδας: 0.263 δευτερόλεπτα