Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009 02:02

Τι πήγε στραβά με την οικονομία?

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

 

Από όλες τις οικονομικές φούσκες του παρελθόντος, λίγες έσκασαν πιο εντυπωσιακά από την ίδια τη φήμη των οικονομολόγων. Πριν λίγα χρόνια, οι οικονομικές επιστήμες εξαίρονταν σαν ένας τρόπος ερμηνείας ακόμη και πολύπλοκων μορφών ανθρώπινης συμπεριφοράς, από το εμπόριο ναρκωτικών έως το ιαπωνικό σούμο. Η Γουόλ Στριτ αντλούσε από τα καλύτερα πανεπιστήμια θεωρητικούς παιγνίων και κατασκευαστές προτύπων. Και στη δημόσια σκηνή οι οικονομολόγοι θεωρούνταν πολύ πιο αξιόπιστοι από τους πολιτικούς.

 

Όμως την επαύριο της μεγαλύτερης οικονομικής καταστροφής των τελευταίων 80 χρόνων, η φήμη των οικονομολόγων έχει υποστεί σημαντικό πλήγμα. Για το ευρύ κοινό ένα επάγγελμα, που συνοδεύονταν από υψηλές δόσεις αλαζονείας, ταπεινώθηκε. Και μολονότι οι οικονομολόγοι παραμένουν στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης - να σκεφτούμε τους Μπεν Μπερνάνκι και Λάρι Σάμερς στην Αμερική και τον Μέρβιν Κινγκ στη Βρετανία - οι αποφάνσεις τους αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερο σκεπτικισμό παρά ποτέ.

 

Το ίδιο το επάγγελμα δοκιμάζεται από ένα αίσθημα ενοχής. Σε πρόσφατη διάλεξή του ο Πολ Κρούγκμαν, βραβείο Νόμπελ Οικονομικών του 2008, υποστήριξε ότι το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων 30 χρόνων της μακροοικονομίας υπήρξε “στην καλύτερη περίπτωση εντυπωσιακά άχρηστο και στην χειρότερη με ενεργητική αρνητική συμβολή”. Και ο Μπάρι Άιχενγκριν,  ιστορικός της αμερικανικής οικονομίας, λέει ότι η κρίση “έθεσε σε αμφισβήτηση τα πιο πολλά από όσα νομίζαμε ότι ξέραμε για την οικονομία”.

 

Η ιδέα ότι τα οικονομικά σαν σύνολο έχουν χάσει την αξιοπιστία τους πηγαίνει φυσικά πολύ πίσω. Αν η άγνοια επέτρεπε στους επενδυτές και τους πολιτικούς να υπερβάλλουν ως προς την αξία των οικονομικών παλαιότερα, τώρα τους κάνει να παραγνωρίζουν τα οφέλη τους. Τα οικονομικά είναι ένας τρόπος να καταλαβαίνεις τον κόσμο. Είναι μια ευρεία επιστήμη που καλύπτει από θεωρίες οι οποίες εξηγούν πώς ορίζονται οι τιμές μέχρι πώς αναπτύσσονται οι οικονομίες.

 

Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του σώματος γνώσης δεν έχει καμία σχέση με τη χρηματοπιστωτική κρίση και παραμένει τόσο χρήσιμο όσο ήταν πάντα. Κι αν τα οικονομικά ως επιστημονικός κλάδος αξίζουν μια σθεναρή υπεράσπιση, την ίδια υπεράσπιση αξίζει και το παράδειγμα των ελεύθερων αγορών. Πολύς κόσμος, ειδικά στην Ευρώπη, εξισώνει τα λάθη των οικονομολόγων με την αποτυχία του οικονομικού φιλελευθερισμού. Η λογική τους μοιάζει να είναι πως αν οι οικονομολόγοι έκαναν λάθος τα πράγματα, τότε οι πολιτικοί μπορούν να τα κάνουν καλύτερα. Πρόκειται για ένα λανθασμένο - και επικίνδυνο - συμπέρασμα.

 

Αυτές οι σημαντικές προειδοποιήσεις ωστόσο δεν πρέπει να μας επιτρέψουν να παραβλέψουμε το γεγονός ότι δύο βασικά αντικείμενα του κλάδου - η μακροοικονομία και τα χρηματοοικονομικά - είναι τώρα, και ορθώς, υπό σοβαρή επανεξέταση. Υπάρχουν τρεις βασικές κριτικές γραμμές: ότι οι οικονομολόγοι της μακροοικονομίας και των χρηματοοικονομικών συνέβαλαν στη γέννηση της κρίσης, ότι δεν κατάφεραν να την διαβλέψουν και ότι δεν ξέρουν πώς να την αντιμετωπίσουν.

Η πρώτη κατηγορία είναι κατά το ήμισυ σωστή. Οι οικονομολόγοι της μακροοικονομίας, ιδίως οι εντός των κεντρικών τραπεζών, διακρίνονται από μια υπερβολική προσήλωση στον έλεγχο του πληθωρισμού και αντιμετωπίζουν με αλαζονεία τις φούσκες των στοιχείων ενεργητικού. Οι θεράποντες των χρηματοοικονομικών, από την άλλη μεριά, έχουν διατυπώσει θεωρίες για την αποτελεσματικότητα των αγορών που προάγουν την ιδέα ότι οι αγορές αυτορυθμίζονται και ότι η χρηματοπιστωτική καινοτομία είναι πάντα ευεργετική. Τα πιο ‘εσωτεριστικά’ εργαλεία της Γουόλ Στριτ χτίστηκαν με βάση αυτές τις ιδέες.

 

Αλλά οι οικονομολόγοι κάθε άλλο παρά πιστεύουν αφελώς στην αποτελεσματικότητα της αγοράς. Οι ακαδημαϊκοί των χρηματοοικονομικών πέρασαν τα τελευταία 30 χρόνια βρίσκοντας τρύπες στην ‘υπόθεση των αποτελεσματικών αγορών’. Πολλοί ακαδημαϊκοί εργάστηκαν γι’ αυτό με κορυφαίους τους Τζόζεφ Στίγκλιτς και Άντριου Σλάιφερ. Παράλληλα έχουμε την ανάπτυξη ενός νέου εξέχοντος κλάδου, των συμπεριφοριστικών οικονομικών, που συγκεντρώνονται στις επιπτώσεις της παράλογης δράσης.

 

Συνεπώς υπήρξαν πολλές προειδοποιήσεις. Αλλά από τις ιδέες του ακαδημαϊκού κόσμου που έφθαναν στη Γουόλ Στριτ, οι συγκεκριμένες αποχρώσεις τίθενταν στο περιθώριο. Και προστίθενταν επίσης παράλογες υποθέσεις. Καμιά οικονομική θεωρία δεν ισχυρίζεται ότι πρέπει να αποτιμάς τα συμβόλαια πιστωτικών παραγωγών στη βάση της υπόθεσης ότι οι τιμές των κατοικιών πάντοτε θα αυξάνουν. Δεν πρέπει να κατηγορούμε τους καθηγητές των χρηματοοικονομικών γι’ αυτόν τον παραλογισμό, αλλά για το ότι θα έπρεπε να διαμαρτύρονται λίγο πιο δυνατά για την κακή χρήση των διδαχών τους. Πολλοί από αυτούς όμως χειροκροτούσαν, συχνά και από το εσωτερικό των τραπεζών. Προσθέστε σε αυτό την ... μακαριότητα των θεωρητικών της μακροοικονομίας και να που τελικά ελάχιστες φωνές υψώθηκαν φωνάζοντας στοπ.

 

Η κατηγορία ότι οι περισσότεροι οικονομολόγοι απέτυχαν να διαβλέψουν την επερχόμενη κρίση ενέχει επίσης κάποιο βαθμό αλήθειας. Ορισμένοι άλλοι όμως, από τον Ρόμπερτ Σίλερ του πανεπιστημίου του Γέιλ, τον Νούριελ Ρουμπίνι του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης και την ομάδα της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών προέβλεψαν την κρίση και είναι τώρα διάσημοι γι’ αυτό. Αλλά είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι δεν έβλεπαν. Αυτό οφείλεται ως ένα βαθμό στους επαγγελματικούς διαχωρισμούς των ειδικοτήτων που περιόρισαν τα εργαλεία που είχαν στη διάθεσή τους και, αντιστοίχως τη φαντασία τους. Ελάχιστοι οικονομολόγοι των χρηματοοικονομικών γνωρίζουν αρκετά για την έλλειψη ρευστότητας ή το ρίσκο αντισυμβαλλομένου, για παράδειγμα, επειδή τα πρότυπά τους τα αγνοούν.

 

Αλλά και οι της μακροοικονομίας περιορίστηκαν από τα κενά τους. Διότι τα πρότυπά τους βασίζονται στην υπόθεση ότι οι κεφαλαιαγορές δουλεύουν τέλεια. Το πλαίσιο αυτό αντανακλά την ανήσυχη ανακωχή ανάμεσα στη διανοητική κληρονομιά των κεϋνσιανών που αποδέχονται ότι οι οικονομίες συχνά αποτυγχάνουν να ξεδιπλώσουν τη δυναμική τους, και τους ακραιφνείς  υπερασπιστές της αγοράς που υποθέτουν ότι η προσφορά πρέπει πάντα να είναι ίση με τη ζήτηση. Τα μοντέλα που συνοψίζουν αυτή τη σύνθεση - και που χρησιμοποιούνται από πολλές κεντρικές τράπεζες - ενσωματώνουν μεν ατέλειες στην αγορά εργασίας (οι ‘κολλημένες αμοιβές’ για παράδειγμα, οι οποίες και επιτρέπουν την αύξηση της ανεργίας), αλλά όχι και αντίστοιχες ατέλειες σε ό,τι αφορά τα χρηματοοικονομικά. Υποθέτοντας ότι οι κεφαλαιαγορές λειτουργούν τέλεια,  οι ειδικοί της μακροοικονομίας μπορούσαν άνετα να αγνοούν την χρηματοπιστωτική κατάρρευση της οικονομίας. Τα μοντέλα που αγνοούν τις χρηματοοικονομικές παραμέτρους έχουν ελάχιστες δυνατότητες να προβλέψουν μια καταστροφή προερχόμενη εκ του χρηματοπιστωτικού τομέα.

 

Και τι γίνεται με την αντιμετώπιση της κρίσης; Εδώ η  χρηματοπιστωτική κρίση έχει διαρρήξει την εύθραυστη συναίνεση που υπήρχε μεταξύ των ακραιφνών οπαδών της ελεύθερης οικονομίας και των κεϋνσιανών ότι η νομισματική πολιτική είναι ο καλύτερος τρόπος για την εξομάλυνση των μεταπτώσεων του οικονομικού κύκλου. Σε ορισμένες χώρες η μείωση των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων κοντά στο μηδέν και η νομισματική πολιτική για την αντιμετώπιση της κρίσης αποδίδει λιγότερο. Με αχρηστευμένα τα εργαλεία του συμβιβασμού τους, οι δύο πλευρές αποσύρονται καθεμιά στις ρίζες της αγνοώντας η μια τις ιδέες της άλλης.  Έτσι οι κεϋνσιανοί γίνονται άκριτοι υποστηρικτές των μέτρων τόνωσης της οικονομίας, ενώ οι ακραιφνείς οπαδοί των ελευθέρων δηλώνουν ενάντιοι. Για τους εκτός  η συγκεκριμένη κακοδαιμονία υπογραμμίζει την αχρηστία του επαγγέλματος.

 

Αν προσθέσουμε όλες αυτές τις κριτικές καθίσταται σαφές πως είναι αναγκαία η αναθεώρηση, ιδίως της μακροοικονομίας. Όπως η Μεγάλη Ύφεση έφερε τον Κέυνς και ο στασιμοπληθωρισμός της δεκαετίας του 70 δημιούργησε μια αντίστροφη κίνηση, έτσι και σήμερα η δημιουργική καταστροφή βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Οι κεντρικές τράπεζες ενσωματώνουν τώρα αναλύσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών στα μοντέλα εργασίας τους. Και οι οικονομολόγοι των χρηματοοικονομικών μελετούν τους τρόπους με τους οποίους τα κίνητρα μπορούν να επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα της αγοράς. Και τα σημερινά διλήμματα δίνουν ώθηση σε νέα έρευνα: τι τύποι μέτρων τόνωσης της οικονομίας έχουν  μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα; Πώς μπορείς να ασκήσεις καλύτερα μια χαλαρή  νομισματική πολιτική με επιτόκια κοντά στο μηδέν;

 

Αλλά απαιτείται μια ευρύτερη αλλαγή στο γενικό πνεύμα. Οι οικονομολόγοι πρέπει να υπερβούν τους φραγμούς των ειδικοτήτων τους. Οι της μακροοικονομίας πρέπει να κατανοήσουν τα χρηματοοικονομικά και οι καθηγητές των χρηματοοικονομικών να σκεφτούν περισσότερο το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούν οι αγορές. Και καθένας πρέπει να δουλέψει περισσότερο για να κατανοήσει το φαινόμενο μιας φούσκας  στοιχείων ενεργητικού και τι γίνεται όταν σκάει. Σε τελική ανάλυση οι οικονομολόγοι είναι κοινωνικοί επιστήμονες που προσπαθούν να καταλάβουν τον πραγματικό κόσμο. Και η χρηματοπιστωτική κρίση άλλαξε αυτόν τον κόσμο.

 

 

Πηγή: ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ