banner psaremagr

ΠΑΡΑΣΗΜΟΝ «ΒΛΑΚΕΙΑΣ»

Πάμε πίσω, πολύ πίσω, 15 χρόνια πρίν αρχές καλοκαιριού του 1990.
Μέχρι τότε κορόιδευα τους «χασομέρηδες» που με μια πετονιά στο χέρι την έστηναν με τις ώρες στο λιμάνι και στις διάφορες ακτές του Παγασητικού.
Καλαμάδες: Δεν είχα δεί κανέναν μέχρι τότε.
Κάποιος πλανόδιος όμως μαυριδερός κυκλοφορούσε στις γειτονιές προσπαθώντας να πουλήσει κάποια «κινέζικα» μαυροκόκκινα τηλεσκοπικά καλάμια με τον μηχανισμό τους.
Μεγάλος φόρτος εργασίας και Σάββατα και Κυριακές. «χόμπι» κανένα, νεύρα πολλά, κούραση μεγάλη.
Με την παρότρυνση φίλου «καρουλά» είχα αποφασίσει πως έπρεπε κάπου να «ξεδώσω» για να ηρεμήσουν τα νεύρα μου και να αποσπαστεί η προσοχή μου από την εργασιομανία μου.
Έτσι ξεκίνησα το ψάρεμα, αλλά όχι με καρούλια.
Σιγά μην ήμουν τόσο «οπισθοδρομικός» σαν τον φίλο μου!
Αγόρασα δύο καλάμια των 3,50 μέτρων με τα μηχανάκια τους 3.000 δρχ. το ένα και με δόλωμα «μαμούνι» 500 δρχ. άρχισα ανόρεχτα τις ψαρευτικές μου εξορμήσεις. «Μαμούνι» λέμε εδώ το γαριδάκι του βούρκου που έβγαζαν και βγάζουν οι ντόπιοι με μεγάλες απόχες στην ρηχή λιμνοθάλασσα που βρίσκετε στα δεξιά του λιμανιού. ανακατεύοντας τον βούρκο με τα πόδια τους.
Με το πρώτο ψαράκι όμως που έβγαλα από το νερό «γλυκάθηκα»
Η συγκίνηση που ένοιωσα ήταν πρωτόγνωρη.
Τα πνευμόνια μου γέμισαν ιώδιο, το μυαλό μου σταμάτησε να σχεδιάζει τις επόμενες επαγγελματικές μου κινήσεις και προσηλώθηκε σε αυτό που έκανα εκείνες τις ώρες, στο ψάρεμα.
Έτσι άρχισα και συνέχισα πλέον μανιωδώς να πηγαίνω για ψάρεμα.
Άπειρος όμως εντελώς, τόσο που δόλωνα το «μαμούνι» από το κεφάλι και έβγαζα το αγκίστρι από την ουρά του.
Δεν είχα αποκτήσει ακόμη συνείδηση ερασιτέχνη οικολόγου ψαρά και ότι έβγαινε από το νερό πήγαινε κατευθείαν στον κουβά, μικρό, μεγάλο νεογέννητο δεν είχε σημασία.
Και ήταν πολλά τότε τα ψαράκια, σπάροι επί το πλείστον, τόσα που ο κουβάς γέμιζε μέχρι επάνω και εγώ καμάρωνα σαν «γύφτικο σκεπάρνι»
Έ ρε τι μεγάλος ψαράς ήμουν εγώ!!.
Είχα όμως και συνεχίζω να έχω, μια παραξενιά, μια λόξα.
Αντιπαθούσα φοβερά και το ψάρι Κέφαλος και το ψάρεμά του και θεωρούσα παρακατιανούς όσους με ένα κομμάτι ψωμί με πολυάγκιστρο ή «φούντα» ψάρευαν Κεφάλους.
‘Ένα πρωινό Κυριακής, πριν ακόμη «χαράξει» η ημέρα νάσου να βρίσκομαι στο συνηθισμένο μου μέρος στο Σουτραλί στην ακτή «Μπάρμπα Θωμά» που μαζί με τις Αλυκές και του Μπακονικόλα αναφέρονται στο λαϊκό άσμα «στου Βόλου τις ακρογιαλιές. σε μαγεμένα βράδια Βολιώτισσα τα μάτια σου λάμπανε σαν πετράδια…»
Να μην ξεχνάμε και τον «ύμνο» της ιδιαίτερης πατρίδας μας έτσι;
Ρίχνω και τις δύο- αστείες τότε σε σύγκριση με τις τωρινές από κατασκευαστικής άποψης – αρματωσιές μου στα 40-50 μέτρα από την ακτή- τόσο έφτανα τότε και περιμένω να βγάλω τα ψαράκια μου όπως κάθε φορά γινότανε.
Η ώρα όμως περνούσε χωρίς τσιμπιά και έμενα εκεί προσπαθώντας να λύσω το μυστήριο.
Μα τι συνέβαινε επιτέλους;
Κάθε φορά τα έπαιρνα τα ψαράκια μου, σήμερα γιατί με αποφεύγουν;
Βρε μπάς και τα πήρα όλα τις άλλες φορές και δεν έχει άλλα η θάλασσα;
Το πρώτο χάραμα με βρήκε σε πλήρη απογοήτευση αλλά μόλις ξεμύτισε από το Πήλιο πίσω μου ο ήλιος και φώτισε το θαλάσσιο τοπίο εμπρός μου ΕΙΔΑ!
Είδα και εθαύμασα!
Είδα και έμεινα εμβρόντητος και ακίνητος με τα μάτια προσηλωμένα σε αυτό που αντίκριζα για να μην χάσω και το παραμικρό στιγμιότυπο του θεάματος.
Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τόσα πολλά μαζί από αυτά τα υπέροχα θηλαστικά της θάλασσας.
Ένα κοπάδι από 15 δελφίνια διέσχιζε με γρήγοράδα μπροστά μου την θάλασσα σε απόσταση 150-200 μέτρων και το χαρακτηριστικό τους κολύμπι με συνεπήρε.
Ξέχασα και τα καλάμια, ξέχασα και τα ψάρια τα ξέχασα όλα.
Το κολύμπι τους κράτησε περίπου 45 λεπτά γιατί έκαναν συνέχεια κύκλους μέχρι που κάποια στιγμή κατευθύνθηκαν προς το έμπα του Παγασητικού και το Τρίκερι και εξαφανίστηκαν από τα μάτια μου.
Χαρούμενος για την εμπειρία μου αυτή, ξαναγύρισα στο ψάρεμά μου.
Η αψαρία όμως συνεχιζότανε. Κάποια στιγμή κοίταξα στα δεξιά μου στα 300 περίπου μέτρα απόσταση και προς το μέρος της Αγριάς και του Βόλου και είδα την θάλασσα να αφρίζει και κόσμο να μαζεύεται.
Δεν έδωσα σημασία.
Μετά από λίγο που ξανακοίταξα, είδα ανθρώπους να κολυμπάνε στην θάλασσα να βγάζουν κάτι από εκεί και συνεργάτες τους πάνω στην υπερυψωμένη τσιμεντένια ακτή να το βάζουν μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών.
Ήταν και ένας με βάρκα και απόχη και όλο ανεβοκατέβαινε η απόχη. Σε λίγο η βάρκα ήταν έτοιμη να βουλιάξει από το φορτίο.
Κάτι από το ότι δεν ξεχώριζα καλά, γιατί υπήρχαν θάμνοι και δέντρα ανάμεσα σε εμένα και το σημείο εκείνο, κάτι από την απειρία μου κάτι από την τεμπελιά της ώρας εκείνης με έκαναν να αδιαφορήσω για το συμβάν.
Ήλθε και «έδεσε το βύσσινο» με το που ρώτησα κάποιον περαστικό, τι συμβαίνει εκεί κάτω και μου απάντησε πως γέμισε η θάλασσα στα 15-20 μέτρα από την ακτή με «σκασμένες» από το κυνηγητό των δελφινιών μπάφες πελαγίσιες και μυξίνια .
Ά καλά εντάξει είπα, κέφαλοι, σιγά τα ψάρια και συνέχισα το «βιολί» μου.
Εκεί εγώ μήπως τσιμπήσει κανα σπαράκι και το χάσω.!!
Μετά από μισή ώρα όμως βαρέθηκα και αφού ούτε τσιμπήματα έπαιρνα, μάζεψα τα εργαλεία και τα έριξα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου - η κίνηση αυτή έμελλε να είναι καθοριστική για τα μετέπειτα συμβάντα - και πήγα στο μέρος της «σφαγής».
Κάπου 50 σακούλες που ήταν αραδιασμένες κατά μήκος της ακτής ήτανε «τίγκα» στο ψάρι και έμοιαζαν ζωντανές, έτσι που σπαρταρούσαν μέσα τους τα ψάρια.
Η βάρκα είχε φύγει, δεν άντεχε άλλο φορτίο.
Στήθηκα λίγο πιο εδώ και παρακολουθούσα με ειρωνικό χαμόγελο τις τελευταίες προσπάθειες των «ψαράδων».
Κοιτάζοντας μπροστά μου είδα σε απόσταση 25 περίπου μέτρων ένα μικρό κοπάδι μπάφες που είχε ξεμακρύνει από τις άλλες παρασυρμένο και από το ελαφρύ κυματάκι που υπήρχε εκείνη την ώρα.
Και ξάφνου, σαν να ξύπνησα από λήθαργο πήρα την «μεγάλη απόφαση» και βούτηξα και εγώ στο νερό.
Πλησίασα μια μπάφα που σπαρταρούσε, έβαλα με μια απότομη κίνηση τον αντίχειρά μου μέσα στα βράγχιά της για να μην μου γλιστρήσει και κολυμπώντας με το ένα χέρι την έφερα και την έριξα επάνω στο τσιμέντο της ακτής.
Το ίδιο έγινε για άλλες τρεις φορές, μέχρι που «μπάφιασα» εγώ και σταμάτησα.
Έ είχα κολυμπήσει εκατό μέτρα προς τα μέσα και άλλα εκατό προς τα έξω με το ένα χέρι, δεν πήγαινε άλλο.
Όταν βγήκα από το νερό πάνω στο τσιμέντο είχαν απομείνει μόνον τρία ψάρια, το τέταρτο τα είχε καταφέρει να βρεθεί και πάλι στην θάλασσα και να την «κάνει» για άλλες χώρες, για άλλες πολιτείες.
Άνοιξα την μπαγκαζιέρα του αυτοκινήτου για να βρώ σακούλα να βάλω τα ψάρια και αμέσως άρχισα να με βρίζω φωναχτά και να ψάχνω καθρέπτη να με μουντζώσω με χέρια και με πόδια. Γιατί;
Γιατί μέσα στην μπαγκαζιέρα είχα πέδιλα θαλάσσης, απόχη και συρμάτινο καλάθι με ασφάλεια στο άνοιγμά του.
Ζώον με φώναζα όρνιο με έλεγα, αλλά ήταν πλέον αργά.
Όσες μπάφες δεν είχαν μαζευτεί από τους άλλους, είχαν στο μεταξύ συνέλθει από το σόκ και την είχαν «κάνει» προς τα ανοιχτά.
Στο σπίτι, μετά τα απαραίτητα παράσημα της ανοιχτής παλάμης των συγγενών, έβαλα στην ζυγαριά και τις τρείς μπάφες μαζί.
Ζύγιζαν 3 κιλά και 800 γρ.
Έχω πάει πολλές φορές από τότε στο ίδιο σημείο με την ελπίδα να επαναληφθεί το γεγονός αλλά εις μάτην.
Αυτά συμβαίνουν μια φορά μόνο στην ζωή μας και αν δεν «αδράξουμε» την ευκαιρία και παραμείνουμε «μπόσικοι» το μόνο που θα μας μείνει θα είναι η πικρή ανάμνηση της βλακείας μας.
Και όλα αυτά επειδή αντιπαθώ τον Κέφαλο και το ψάρεμά του.
Ξαναθυμήθηκα σήμερα το γεγονός αυτό με αφορμή όσα διάβασα σε Ιταλικό σάίτ για το ψάρεμα της φάλαινας-καρχαρία στις Φιλιππίνες, από τους «σαλταδόρους» ψαράδες που πλησιάζουν με την βάρκα τους το κήτος και πηδάνε στην ράχη του καρφώνοντας το καμάκι τους με αξιοθαύμαστη ακρίβεια σε ένα ορισμένο σημείο του σώματος του θηρίου που το αποδυναμώνει και δυσκολεύει τις κινήσεις του.

LEADER


banner psaremagr

© 2004 - 2019 All Rights Reserved. | Φιλοξενία & Κατασκευή HostPlus LTD

hostplus 35

No Internet Connection